Πόσες φορές δεν ειπώθηκε αυτές τις μέρες ότι η κοινωνία δεν είναι οι εσωτερικοί μικρόκοσμοι των social media! Οι κοσμοπολίτικες ευαισθησίες, τα μοντερνίστικα γούστα, οι μοριακές ιδεολογικές δυσφορίες, όλα αυτά υπάρχουν και διακινούνται, αλλά ελάχιστα επηρεάζουν την κίνηση της πραγματικής πολιτικής. Τα αισθητικά κριτήρια και οι ιδεολογικές αποστάξεις απασχολούν βεβαίως τον χρόνο και τις συζητήσεις κάποιων χιλιάδων ανθρώπων. Και αυτοί, κατά τεκμήριο, είναι ώριμοι μεσήλικες που έζησαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες του 20ού αιώνα, περνώντας από διάφορες πολιτικές στρατεύσεις. Τα εσωτερικά δράματα της πολιτικής είναι μέρος της αυτοβιογραφίας τους.


Δίπλα όμως σε αυτούς ψηφίζουν και καθορίζουν την πορεία των πραγμάτων πολλοί περισσότεροι άνδρες και γυναίκες. Αυτοί που δεν γνωρίζουν τον Τζον Ρολς ούτε τον Γκίντενς και που δεν μπορούν να πουν τη λέξη Lgbt ούτε Λοάτκι. Άνδρες και γυναίκες –προχωρημένης ηλικίας και αυτοί– που έχουν ακούσει πολλά για τον Μακρόν στις ειδήσεις, αλλά δεν έχουν ασχοληθεί με τον μακρονισμό ούτε έφαγαν βράδια για να βρουν τη σχέση φιλελευθερισμού, αριστεράς και δικαιωμάτων.


Ας το πάρουμε απόφαση: αυτός ο κόσμος είναι ο ρυθμιστής της κοινωνικής πραγματικότητας. Συνυπάρχει με όσους τυχόν ακούν έθνικ τζαζ μουσικές ή διαβάζουν Ροζανβαλόν – μόνον που οι έγνοιες αυτών των τελευταίων είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μακρινά και ακατάληπτα σήματα για τους άλλους. Δεν είναι ότι υπάρχουν κάποιες «ελίτ» και κάπου πιο πέρα ένας γενικός, συμβατικός «λαός». Βρίσκονται μαζί και χωριστά, δίπλα-δίπλα αλλά και σε απόσταση. Συχνά μπορεί και να συμπίπτουν στις επιλογές τους, μόνο που ο καθένας θα έχει διαφορετικούς λόγους. Κάποτε, μάλιστα, ο μεσοαστός που θεωρεί φωτισμένο τον εαυτό του επιδιώκει να αποδείξει τη βαθύτερη λαϊκότητά του και καμώνεται τον μαχητικό αντιελιτιστή. Από την άλλη, όλοι γνωρίζουμε λαϊκούς ανθρώπους χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση που συντηρούν έναν θαυμασμό για τους «ξεχωριστούς» και τις ελίτ. Δεν είναι τυχαίο που σε απλούς ανθρώπους η ιδέα της αριστείας είναι πιο σεβαστή απ' όσο σε «εξεγερμένους» μεσοαστούς.

 

Από διάφορες πλευρές επιστρέφει η επιθυμία για σίγουρα βήματα. Για τα αναγνωρίσιμα πρόσωπα και τις ανακουφιστικές χειρονομίες. Σε αντίθεση με το σενάριο που εδώ και δεκαετίες βλέπει την επέλαση του «νεοφιλελευθερισμού», ο τόνος των ημερών είναι ένας ήπιος συντηρητισμός. 


Δεν είναι, λοιπόν, όλα στερεοτυπικά και προβλέψιμα στη ζωντανή μεθόριο της πολιτικής και των λαϊκών επιθυμιών. Έχουμε άλλωστε να κάνουμε με ένα πολιτικό κοινό που αποτελείται, κατά κανόνα, από τις γενιές της εφημερίδας και της καφετέριας, τις γενιές που ξέρουν τι έγινε με τους μισθούς τους το 1982 και κάποιοι από αυτούς (λιγότεροι όμως) καταλαβαίνουν όταν ακούν για το Χημείο το 1979 ή για το «Αχ Μαρία» το '83.

 

Οι άνθρωποι, αντιθέτως, που γεννήθηκαν το 1994 ή το 1997 βρίσκονται σε απόσταση από αυτές τις πολιτικές κοινωνίες και τα κοινά τους. Κάποιοι νέοι βλέπουν το «κέντρο» ως έναν ένοχο και διεφθαρμένο συστημικό χώρο. Οι περισσότεροι όμως απλώς αγνοούν και προσπερνούν. Μπορεί να το διασκεδάζουν με hashtag για το ΠΑΣΟΚ και την «αναβίωσή του» στα social media, αλλά κάνουν σαν να παρακολουθούν φιλμ εποχής. Δεν είναι ότι τους αφήνει ασυγκίνητο ένα συγκεκριμένο παραδοσιακό πολιτικό παιχνίδι. Μπορεί να δει κανείς ότι τίποτα δεν τους συγκινεί, ούτε η εκσυγχρονιστική και καινοτομική ρητορεία ούτε οι συναισθηματισμοί από τις κομματικές ενδοχώρες. Στην καλύτερη περίπτωση, θα πουν ένα ανέκδοτο ή θα σχολιάσουν τις φάσεις της μέρας, χωρίς να σταθούν για συμπεράσματα και δεύτερες σκέψεις.

 

Φωτο: Nick Paleologos / SOOC
Φωτο: Nick Paleologos / SOOC

 

Επιστρέφω όμως στο μεγάλο κάδρο με αφορμή, πάντα, τις εκλογές για τον αρχηγό στον νέο φορέα της κεντροαριστεράς. Είναι προφανές πως το κύριο ρεύμα φοβάται τη ρευστοποίηση, τις αιφνίδιες στροφές και τους πειραματισμούς ταυτότητας. Δεν είναι απλώς θέμα κάποιου πασοκικού αναβιωτισμού. Ούτε κάποια γεροντική συσπείρωση στα γνώριμα πράγματα. Διότι η τάση για αναδίπλωση, για συγκράτηση και σταθεροποίηση είναι το γενικό σήμα αυτής της ιστορικής συγκυρίας. Όπως το 2010-11 οι τριαντάρηδες κινήθηκαν στην ισοπεδωτική λογική της αγανάκτησης και της ανατροπής (έχοντας κατά νου την υπόσχεση ανάκτησης μιας κλονισμένης ευημερίας), έτσι σήμερα όλους τους φοβίζει το απρόβλεπτο. Υπάρχει πλέον πολύς κόσμος που φοβάται τον τυχοδιωκτισμό ή την εναλλαγή απάτης και αυταπάτης. Και αυτό χρεώνεται στην εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ και της διακυβέρνησης Τσίπρα.


Από διάφορες πλευρές επιστρέφει η επιθυμία για σίγουρα βήματα. Για τα αναγνωρίσιμα πρόσωπα και τις ανακουφιστικές χειρονομίες. Σε αντίθεση με το σενάριο που εδώ και δεκαετίες βλέπει την επέλαση του «νεοφιλελευθερισμού», ο τόνος των ημερών είναι ένας ήπιος συντηρητισμός. Όχι η γοργόφτερη καινοτομία, αλλά η βαθμιαία και προσεκτική συρραφή των καινούργιων χρωμάτων στο κλασικό ύφασμα.


Ίσως επειδή η μεσοαστική ενδοχώρα παραμένει μουδιασμένη και χωρίς αυτοπεποίθηση, παρά το ότι κάποιο τμήμα της έχει αρχίσει να αντιδρά και να ψάχνει απαντήσεις. Οι απαντήσεις βεβαίως μπορεί και να φαντάζουν δίχως έμπνευση ή μέτριες – για την κλίμακα των ιδιωτικών μας πολιτικών ουτοπιών. Καμιά κοινωνία όμως δεν μπαίνει σε κίνηση με βάση τα αισθητικά και ιδεολογικά κριτήρια των ανήσυχων σχολιαστών της. Καμιά πολιτική κουλτούρα δεν μεταρρυθμίζεται μόνο από τις «ευχές» των ελίτ. Οι παραδοσιακές ταυτότητες επιβιώνουν και μεταμορφώνονται με το δικό τους tempo. Με δυσκολία επιλέγουν τις τομές και τους εξωτικούς μετασχηματισμούς, ειδικά όταν η περίμετρος είναι γεμάτη κινδύνους και ανασφάλειες.


Σε αυτές τις καταστάσεις, όμως, υπάρχει ένας κίνδυνος: η υποτίμηση του χρόνου. Όταν κάτι πρέπει να αλλάξει και να μην καθηλωθεί στα όσα έχει επιτύχει, η αναβολή των αλλαγών ενδέχεται να είναι μοιραία. Αλλά ο ρυθμός και ο τρόπος με τον οποίο ένας πολιτικός χώρος αλλάζει είναι πάντα υπόθεση των ανθρώπων που επωμίζονται την ευθύνη του: αυτών που τον «τρέχουν» πρακτικά και όχι όσων προβάλλουν τις επιθυμίες πάνω του.