Ο Νίτσε, στο Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, έλεγε πως όταν υποδύεσαι συνέχεια έναν ρόλο, στο τέλος γίνεσαι αυτός ο ρόλος. Κάποιος που υποκρίνεται κάνοντας φιλανθρωπίες και διάφορα «καλά», μεταβάλλεται σε φιλάνθρωπο. Με άλλα λόγια, μια ορισμένη υποκρισία είναι η αφετηρία της κατοπινής αλήθειας.


Σήμερα, βέβαια, ζούμε κάτι άλλο. Ζούμε στον αστερισμό ενός «μα, όχι εγώ δεν εννοούσα αυτό». Κάποιοι εμφανίζονται στο προσκήνιο παίζοντας έναν ρόλο και στη συνέχεια αρνούνται να αναλάβουν κάποια σοβαρή ευθύνη γι' αυτόν. Όταν προσκρούσουν στις δυσκολίες και στα εμπόδια προσποιούνται στην ουσία τους ανίδεους για τη βαρύτητα όσων υποσχέθηκαν. Σαν να μην το εννοούσαν ποτέ στ' αληθινά, να μην έχουν αίσθηση της ρητορική τους. Καταλήγουν συχνά ότι όλα είναι επινοήσεις των αντιπάλων τους, αν όχι σκοτεινές σκευωρίες.


Σκέφτομαι, για παράδειγμα, αυτόν τον Πουτζδεμόν και τους άλλους του καταλανικού αυτονομισμού που πήγαν να ξεκινήσουν ανένδοτο κατά της Μαδρίτης και για να αποφύγουν τη σύλληψη βρέθηκαν στις Βρυξέλλες. Δεν είναι θέμα δειλίας αυτό. Είναι η γενική τάση ανθρώπων που τρέφονται από ένα ρεύμα και τους οπαδούς του. Γίνονται προσωπικότητες στον αφρό κινημάτων, διαθέσεων και παθών της κοινής γνώμης. Καλούν συχνά σε αντίσταση, αλλά την ίδια στιγμή έχουν κατά νου το «δεν το εννοούσα έτσι». Πάντοτε, βεβαίως, εννοούν κάτι διαφορετικό και εμείς έχουμε παρεξηγήσει τις προθέσεις τους. Η χώρα τους είναι αυτή όπου η φαντασίωση δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

 

Η δωρεάν χρήση των λέξεων που γυρεύουν να ξεσηκώσουν τα πλήθη έχει τεράστιο κόστος. Δίνει εν τέλει την εντύπωση πως κανένας δεν εννοεί όσα λέει, πως ο κόσμος είναι ένα freak show όπου διάφοροι παλιάτσοι διαπραγματεύονται την επιβίωσή τους.


Σκέφτομαι πόσο αυτή η στάση έχει γίνει τετριμμένη και πέρα από τους ρόλους και τα τοπία της πολιτικής. Είναι το παιχνίδι ανάμεσα στην ευθύνη και στην ανευθυνότητα, ανάμεσα στις φλογερές ρητορικές και στις κρύες συμπεριφορές, στο πώς κάποιος δίνει μια υπόσχεση κι αμέσως μετά αθετεί την υπόσχεση, μα δεν το παραδέχεται πως αθετεί: επιμένει, αντίθετα, ότι τηρεί τα συμφωνηθέντα, αλλά με έναν τρόπο που θα τον καταλάβει τελικά η Ιστορία.


Πέφτουμε, νομίζω, έξω αν μιλήσουμε εδώ για κλασική υποκρισία και double speak. Έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ελαφρότητα και μια βαθύτερη έλλειψη συναίσθησης της κατάστασης. Οι λέξεις, έτσι κι αλλιώς, είναι σοβαρό πράγμα, ειδικά όταν σχηματίζουν πεποιθήσεις, συνθήματα και προσκλήσεις για δράση.

 

Η δωρεάν χρήση των λέξεων που γυρεύουν να ξεσηκώσουν τα πλήθη έχει τεράστιο κόστος. Δίνει εν τέλει την εντύπωση πως κανένας δεν εννοεί όσα λέει, πως ο κόσμος είναι ένα freak show όπου διάφοροι παλιάτσοι διαπραγματεύονται την επιβίωσή τους.


Ξέρουμε καλά πως το στοιχείο της εξαπάτησης, της προσποίησης και της διπροσωπίας ήταν πάντα παρόν στην πολιτική, όπως ακριβώς στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις που ενσωματώνουν αναρίθμητα τεχνάσματα, υπεκφυγές και «μπλόφες». Όμως πού τελειώνει το θεμιτό παιχνίδι ρόλων και πού αρχίζει ο καθαρός κυνισμός;


Τώρα νομίζω πως βρισκόμαστε σε αυτό τον κυνισμό, στο σημείο όπου κάποιος αδιαφορεί γι' αυτά που υπόσχεται και για όσα υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Να έχεις πάρει το ρίσκο μιας σύγκρουσης και την κρίσιμη ώρα να φεύγεις από το πεδίο όπου παίχτηκε το δράμα της σύγκρουσης. Αυτό μου φέρνει στον νου κάτι που έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης, άνθρωπος που ήξερε καλά τους κώδικες της πολιτικής. Έλεγε ότι επανάσταση σημαίνει μια κατάσταση όπου κάποιος (ο επαναστάτης) είναι διατεθειμένος να σκοτώσει και συγχρόνως είναι και ανοιχτός στο ενδεχόμενο να σκοτωθεί. Ήθελε να πει ότι χωρίς την αποδοχή του βίαιου θανάτου επανάσταση δεν υπάρχει. Με αυτή την έννοια, τα καρναβάλια των εξεγέρσεων και των ανατρεπτικών περφόρμανς δεν έχουν τίποτα το επαναστατικό.


Προφανώς και δεν ζητάει κανένας από τους διάφορους μεταμοντέρνους αντιστασιακούς να είναι επαναστάτες με την παραδοσιακή, θυσιαστική απόχρωση του όρου. Θα ήμασταν όμως σε καλύτερη μοίρα αν αυτοί μιλούσαν λιγότερο, σκέφτονταν περισσότερο και νοιαζόταν περισσότερο τον κόσμο τον οποίον κινητοποιούν. Για έναν νάρκισσο ηγέτη δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία από το να τον δεις ως πεζό οπορτουνιστή που δεν θα καταφέρει ποτέ να γίνει ένας Τζουζέπε Μαντσίνι.


Διότι οι ευρωπαϊκοί μικρο-εθνικισμοί της εποχής του 2000 δεν μπορεί να γίνουν ποτέ όπως τα μεγάλα εθνικά κινήματα αφύπνισης του 19ου αιώνα. Τότε οι εθνικισμοί ακολουθούσαν τα μεγάλα κύματα των δημοκρατικών επαναστάσεων. Σήμερα μοιάζουν με επιστροφή στις φεουδαρχικές κατατμήσεις με διάφορους μικρο-ηγεμόνες και τα φαιδρά τους επιτελεία. Το παιχνίδι με την ιδέα της διωκόμενης ταυτότητας, του έθνους-θύματος, είναι συχνά η τελευταία λέξη του τυχοδιωκτισμού.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO