Πολλές δεκάδες δημοσιογράφοι στη φυλακή. Μαζικές απολύσεις πανεπιστημιακών και επιστημόνων. Ρητορική εθνικού μεγαλοϊδεατισμού με πάμπολλα στοιχεία αμιγούς αυταρχικού λαϊκισμού. Και, τώρα, προσπάθεια για να μεταφυτευτεί ένα συγκεκριμένο νοσηρό πολιτικό κλίμα (γεμάτο απειλές απέναντι σε κάθε φωνή κριτική και ετερόδοξη) στις χώρες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης. Σαν να απαιτεί κάποιος να μεταφέρει ένα παιχνίδι εξουσίας και κυρίως τη σκληρή καθεστωτική του προπαγάνδα σε ξένες πρωτεύουσες.


Και όμως, βρέθηκε ένας κόσμος που θεώρησε πως η ολλανδική κυβέρνηση είναι... η πηγή του αυταρχισμού και η απαίτηση της τουρκικής κυβέρνησης ένα εύλογο αίτημα (παρά τα χάλια του καθεστώτος). Θα μπορούσα να το καταλάβω, εν μέρει, απ' όσους βλέπουν τις χώρες του Βορρά ως το αιώνιο απόλυτο κακό και την ενσάρκωση μιας απέθαντης αποικιοκρατίας. Οι πρόγονοί τους και ορισμένα από τα διανοητικά τους είδωλα είχαν χαιρετίσει τον Αγιατολάχ Χομεϊνί και την ιρανική επανάσταση, έχουν απονείμει στην ισλαμική Χαμάς τον τίτλο του μέρους της διεθνούς «Αριστεράς» και αντιμετωπίζουν κατά κανόνα την κάθε αντι-ευρωπαϊκή έκρηξη ως δείγμα του αλάνθαστου λαϊκού αισθητήριου ή της δίκαιης αντίστασης.


Και από κάποιες άλλες πλευρές, όμως, βγήκε αυτές τις μέρες ένας λόγος έτοιμος να αντιστρέψει τα πράγματα. Μπροστά, ας πούμε, στην οργουελιανή ρητορική της τουρκικής ηγεσίας, που έφτασε να καταγγέλλει τους Γερμανούς ως ναζιστές και τους Ολλανδούς ως φασίστες, συναντάς και αντιδράσεις μουδιασμένες, παραπομπές στην ελευθερία του λόγου ή κάτι τελείως απρεπές: εξίσωση των μεν με τους δε. Ο Ρούτε, ένας άλλος Ερντογάν.

 

Nα μην ξεχνάμε ούτε στιγμή πως στη γειτονική χώρα βασανίζονται άνθρωποι, κλείνουν έντυπα, απολύονται αυθαίρετα δημόσιοι υπάλληλοι. Και ότι οι κουβέντες περί φασισμού και ναζισμού δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές, ιδίως όταν προέρχονται από εξουσίες που βρίσκονται σε παραλήρημα μεγαλείου.

 

Είναι μια άλλη ιστορία, φυσικά, η πολιτική εκτίμηση ότι η όξυνση στη σχέση μεταξύ Ευρωπαίων και Ερντογάν μπορεί να αποτελεί στοιχείο μιας λαϊκιστικής παράστασης για να γοητευτούν οι μάζες της Ανατολίας: το σκηνικό μάχης ανάμεσα στην τουρκική «εθνική αξιοπρέπεια» και τους εχθρούς της. Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει εδώ ένα δίκιο όταν υποστηρίζει πως θα έπρεπε η Ένωση ως Ένωση να μην επιτρέπει αυτό το είδος των συγκεντρώσεων στο έδαφός της.


Ποιο είναι, όμως, το συμπέρασμα από έναν τέτοιο συλλογισμό; Μήπως ότι επειδή ένας αυταρχικός ηγέτης μπορεί πράγματι να χρησιμοποιεί το οτιδήποτε για να χτίσει την ηγεμονία του σε ένα τμήμα του λαού του, πρέπει και οι ευρωπαϊκές χώρες να μη μιλούν και πολύ; Ή μήπως επειδή η Ευρώπη έχει γνωστές ανεπάρκειες και μεγάλες ευθύνες στο προσφυγικό/μεταναστευτικό (επενδύοντας στην Τουρκία ως χώρα-φράχτη), θα όφειλε να μην αντιδρά σε αυτήν τη συγκεκριμένη στρατηγική της έντασης;

 
Το θέμα είναι ότι όλα αυτά –τα καλά και άγια, κατά τα άλλα– δεν απαντούν στο βασικό μας ερώτημα: πώς χειρίζεται κανείς τους εμφανείς τυχοδιωκτισμούς της τουρκικής ηγεσίας;


Προφανώς και πρέπει να μπαίνουν όρια. Ας πούμε να αποδοκιμάζεται ρητά από τις πολιτικές ηγεσίες η φθονερή γενίκευση, ο ρατσιστικός αντι-τουρκισμός, τα πρωτοσέλιδα με σκύλους και διάφορα χαιρέκακα και εχθρικά.

 
Συγχρόνως, όμως, να μην ξεχνάμε ούτε στιγμή πως στη γειτονική χώρα βασανίζονται άνθρωποι, κλείνουν έντυπα, απολύονται αυθαίρετα δημόσιοι υπάλληλοι. Και ότι οι κουβέντες περί φασισμού και ναζισμού δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές, ιδίως όταν προέρχονται από εξουσίες που βρίσκονται σε παραλήρημα μεγαλείου και πολιτικούς χώρους (όπως το πολιτικό Ισλάμ) που στο παρελθόν έχουν συντονιστεί άριστα με την ευρωπαϊκή φασιστική ακροδεξιά «εναντίον του σιωνισμού» κ.λπ.


Μακάρι, λοιπόν, η ιστορία αυτή να ήταν απλούστερη, να ήταν μόνο το ένα ή το άλλο. Η συγκυρία ωστόσο επιβάλλει ξανά τους δικούς της, δύσκολους όρους. Στην Ευρώπη πρέπει να περιοριστεί το πεδίο επιρροής των σωβινιστών πολιτικών της ταυτότητας. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί με δειλία, με αφωνίες, με υποχώρηση των δημοκρατικών δυνάμεων σε βασικές αρχές. Ούτε με τη μετάθεση όλων των κριμάτων στους Ολλανδούς, στους Γερμανούς, στον ένα ή άλλον πρωτομάστορα της σημερινής χλωμής και λαβωμένης Ευρώπης.


Φυσικά, το ελληνικό δημόσιο σχόλιοψάχνει να δει ταπεινωμένο τον κάθε Ντάισελμπλουμ, τον κάθε Ρούτε και Σόιμπλε. Τα τραύματα των χρόνων αυτών ακολουθούν απροσδόκητες διαδρομές και έχουν οδηγήσει σε βαθιά ψυχικά ρήγματα.


Αλλά η «καμπάνια» του Ερντογάν στην Ευρώπη δεν προσφέρεται για καμιά σοβαρή κριτική στην Ευρώπη ή σε κάποιες χώρες της γερμανικής ηγεμονίας. Ακόμα και αν κανένας δεν είναι αθώος στη διεθνή πολιτική, το σήμα απέναντι σε έναν επιθετικό εθνικισμό με αναθεωρητικές προθέσεις μπορεί να γίνει καθαρότερο. Όχι για άλλον λόγο, παρά γιατί σήμερα είναι ανεπίτρεπτη η εξαγωγή του καισαρισμού και τα χυδαία σύνδρομα μεγαλείου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO