Με αφορμή τη σύλληψη της Πόλας Ρούπα και την περιπλοκή με το παιδί της ξανασκέφτεται κανείς τη συνέχεια στον χρόνο αυτής της στάσης από γενιά σε γενιά, εδώ και δεκαετίες. Διότι ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχει ένα ελληνικό μυστήριο με αυτή την επιμονή στην ένοπλη πρακτική;


Βλέπουμε, ας πούμε, ανθρώπους γεννημένους το 1990 και νεότερους να περνούν στην παρανομία, να υιοθετούν το μοντέλο του κοινωνικού ληστή ή να σπεύδουν να ενταχθούν σε πυρήνες «τερορισμού» (κάποιοι, παραδόξως, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τον όρο «τερορισμός», αλλά όταν ακούν τη μετάφρασή του, τη λέξη τρομοκρατία, βλέπουν το μακρύ χέρι του κράτους).


Το φαινόμενο υπάρχει σποραδικά σε χώρες όπως η Χιλή και το Μεξικό. Στην Ευρώπη έχει εξαφανιστεί και μόνο στην Ιταλία έχει αναδυθεί από καιρό ένας νέος εξτρεμιστικός χώρος με αναρχικές και ατομικιστικές αναφορές.


Γιατί; Ποιοι λόγοι ωθούν παιδιά της ύστερης νεωτερικής κοινωνίας και του καταναλωτικού καπιταλισμού να δανειστούν την ιστορική μυθολογία του αντάρτη;

 

Η εμπειρία από τα χρόνια της δικτατορίας είναι πια πολύ παλιά για να γεννάει αντιδράσεις, έστω από δεύτερο και τρίτο χέρι. Όλες δηλαδή οι εκδοχές πολεμικού βιώματος του εικοστού αιώνα φαίνεται απίθανο να παράγουν ακόμα «παραδείγματα». Και όμως, έτσι φαίνεται να συμβαίνει.


Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όσοι είχαμε γεννηθεί σε αριστερές οικογένειες με διώξεις, συνδεόμασταν ψυχικά με τις «παλιές ιστορίες». Ήταν ζωντανό το νήμα με τη δεκαετία του '40, τις αφηγήσεις της Κατοχής και του εμφύλιου πολέμου. Γνωρίζαμε καλά φυσιογνωμίες και σύμβολα μιας εποχής σημαδεμένης από την υλική στέρηση, την κρατική αυθαιρεσία και την πολιτική ανελευθερία. Οι γεννημένοι τη δεκαετία του '50 και του '60 μεγάλωσαν στον ενδιάμεσο χρόνο: ανάμεσα στα πολεμικά επίκαιρα και στα κόμικς, ανάμεσα στον αντιαμερικανισμό και στις αμερικάνικες αγορές, ανάμεσα στην επίσημη εθνικοφροσύνη και στις υπερβάσεις της από νέους τρόπους ζωής και ιδεολογίες.


Ένας χορός από αφηγήσεις, εικόνες και μυθικές εντυπώσεις, ένας χορός μεταμφιεσμένων, έδωσε ώθηση και στο μεταπολιτευτικό ένοπλο. Αν δεν το γέννησε, πάντως το τροφοδότησε με παραστάσεις και φαντασιώσεις.


Αλλά ο χρόνος περνάει και αλλάζουν οι τρόποι ζωής, οι ηθικοί κώδικες, η καθημερινότητα. Το διεθνές σύστημα του '70 δεν έχει πολλά κοινά με τη σημερινή, απορρυθμισμένη παγκοσμιοποίηση. Η πολιτική βία των baby boomers νέων απέχει έτη φωτός από τους τζιχαντισμούς της νέας χιλιετίας.


Και βέβαια ξεχνάμε κάτι: το έρημο το 1944 απέχει πια εβδομήντα δύο χρόνια. Είναι πολλές γενιές πίσω στον χρόνο. Αρκεί να φανταστούμε έναν χίπη του '70 να έχει αναφορές στην Μπελ Επόκ του 1900.


Αλλά και η εμπειρία από τα χρόνια της δικτατορίας είναι πια πολύ παλιά για να γεννάει αντιδράσεις, έστω από δεύτερο και τρίτο χέρι. Όλες δηλαδή οι εκδοχές πολεμικού βιώματος του εικοστού αιώνα φαίνεται απίθανο να παράγουν ακόμα «παραδείγματα». Και όμως, έτσι φαίνεται να συμβαίνει. Έστω σε πολύ μικρούς κύκλους και εκτός του κύριου ρεύματος, πράγμα που δεν συνέβαινε με την πρώιμη μεταπολιτευτική τρομοκρατία. Εκείνη ήταν ένα ακραίο κομμάτι μιας ολόκληρης πολιτικής κουλτούρας.

 

Σήμερα, όμως, άνθρωποι που δεν έχουν κανένα ιστορικό βίωμα των αυταρχικών-πολεμικών καιρών βλέπουν το ελληνικό κράτος ως κατασταλτικό τέρας και το πολίτευμα ως μεταμφιεσμένη δικτατορία. Λογαριάζουν τον κάθε αστυνομικό ως μέλος κάποιων αιώνιων Ταγμάτων Ασφαλείας. Μέχρι και τον ελεγκτή του μετρό ως «Μνημόνιο» ή «Ολοκληρωτισμό» (ανάλογα με την τοποθέτηση). Στη θέση της υπαρκτής ελληνικής κοινωνίας προβάλλουν μια χώρα φανταστική όπου θριαμβεύουν οι καθαρές γραμμές: τα θύματα από τη μια, οι θύτες από την άλλη, οι προδομένοι και οι προδότες, οι υποτακτικοί και οι ανυπότακτοι.


Όσο και αν μοιάζει απελπιστικά απλοϊκό, στη βάση αυτής της σκέψης ο πλανήτης και η ζωή του ανθρώπου χωρίζονται σε δύο ημισφαίρια, που το ένα εκπροσωπεί την αντίσταση και το άλλο την υποταγή. Η πρώτη φυσικά δικαιολογείται όσα λάθη και ανοησίες και αν κάνει. Η δεύτερη αξίζει μόνο το μίσος και την περιφρόνηση. Η πρώτη περιλαμβάνει πραγματικούς ανθρώπους, ενώ η άλλη, η υποταγή, βγάζει απλώς «σκουλήκια».


Αυτό είναι το σχήμα που έχει αντέξει στον χρόνο. Και δείχνει να σκληραίνει μάλιστα και να γίνεται πιο αδιάλλακτο, όσο περισσότερο απομακρύνεται από την πραγματική ζωή. Τρεις πολύ διαφορετικοί κόσμοι έχουν συναντηθεί στη σκηνή της βίας: η αρχέγονη παράδοση του αντάρτη-κλέφτη, ο αντιφασισμός της δεκαετίας του '40 και τα διάφορα V for Vendetta της μεταμοντέρνας κουλτούρας.


Η αποθέωση της παραδοσιακής, απείθαρχης κοινότητας, τα αναρχικά είδωλα της ποπ κουλτούρας και από κοντά η γοητεία της βίας, όλα αυτά κατασκευάζουν έναν μύθο παρανομίας. Μαζί με ένα αίσθημα ηθικής ανωτερότητας και τερατώδεις βεβαιότητες για το καλό και το κακό αλλά και για την καταδίκη των ενόχων.


Κάπως έτσι, έγινε έθιμο ακόμα και η ένοπλη εξέγερση. Ξεθυμασμένο, κουρασμένο, ελάχιστα ελκυστικό πια, αλλά έθιμο. Μια ακόμα ντόπια δοξασία που φαίνεται να νοσταλγεί τη μεγάλη Ιστορία και τους ρόλους της. Με καινούργια αδιέξοδα πάνω στα παλιά.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO