Χορογραφία στα σοκάκια. Αυτό κάνει ο πείσμων περιπατητής, ο φερέοικος flâneur, ο δεινός διαβάτης, ο βαδιζομανής (όπως χαρακτηρίζει τον εαυτό του ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου): χορογραφεί στα σοκάκια, εκθειάζει την ελευθερία της ύπαρξης μέσα από μια αυτοσχεδιαστική ελευθερία κινήσεων στο πολύβουο, κοσμοβριθές περιβάλλον της μεγάλης πόλης. Ο πεζός είναι ένας μικρός επαναστάτης, όπως ακριβώς μας λέει ο τίτλος και ο υπότιτλος του μικρού πυκνού βιβλίου του Ηλία Καφάογλου (Αθήνα, 1958): Πεζός - Ένας μικρός επαναστάτης. Κι εδώ θυμόμαστε τον στίχο/μανιφέστο του Νίκου Καρούζου: «Είμαι διαβάτης/ επιβάλλομαι στην κίνηση». Και συντάσσουμε τον κατάλογο παθιασμένων περιπατητών που «βοτανολόγησαν» στην άσφαλτο, σύμφωνα με την ωραία διατύπωση του Βάλτερ Μπένγιαμιν: Χένρι Ντέιβιντ Θορό και Αντρέ Μπρετόν, Τζακ Κέρουακ και Νιλ Κάσαντι, Γκι Ντεμπόρ και Μιχάλης Κατσαρός, Αρθούρος Ρεμπό και Ρόμπερτ Βάλζερ, Κωστής Παπαγιώργης και Θωμάς Κοροβίνης, η τρομερή τριάδα Μπέλα Ταρ/Μιχάλι Βιγκ/Λάσλο Κρασναχορκάι, Άρης Αλεξάνδρου και Πάτρικ Λι Φέρμορ, Φρειδερίκος Νίτσε και Ζαν-Ζακ Ρουσό, άνθρωποι που χορογράφησαν μέσα στην πόλη, αλλά και στην ύπαιθρο, άνθρωποι που χαρτογράφησαν το χάος της μεγαλούπολης, που έγιναν ιχνηλάτες νέων τοπίων ή επινοητές της αληθινής αλήθειας παλαιών.

 

2.

Αριστοκράτης αλήτης. Αυτό είναι ο βέρος βαδιστής, ο όλβιος οδοιπόρος, ο περιπετειώδης πεζός: ένας εκλεπτυσμένος πλάνητας και χασομέρης, ένας αργόσχολος και αλάνης, ένας αριστοκράτης αλήτης, μας λέει ο Ηλίας Καφάογλου, παραθέτοντας τον Ρόμπερτ Βάλζερ (1878-1956), αυτό τον ενθουσιώδη, ανιδιοτελή και χωρίς εγωισμό περιπατητή και συγγραφέα του βιβλίου Ο Περίπατος (μτφρ. Τέο Βότσος, εκδ. Γαβριηλίδης). Ο πεζός είναι ο άρχοντας του χρόνου, δεν αφήνει τη ροή των δευτερολέπτων να τον δυναστεύει, ξέρει να τανύει και να επιμηκύνει τα δευτερόλεπτα-κορσέδες, ξέρει να απολαμβάνει το χώσιμο και το χάσιμο στους λαβυρίνθους του άστεως, «αντιστέκεται σθεναρά στον αμείλικτο έλεγχο και τη βάναυση χρονομέτρηση κάθε αυστηρά προγραμματισμένης δραστηριότητας», επιδίδεται συστηματικά, αλλά με αμεριμνησία και βραδύτητα σε μια πολύτιμη για τον ίδιο «χρονοφαγία», επισημαίνει ο Καφάογλου. Κι ακόμα, τονίζει οι συγγραφέας, «Στον πεζό μέσα ζει το αιώνιο παιδί [...] Τα παιδιά, οι ερωτευμένοι και πεζοπόροι είναι, πράγματι, ανοιχτοί, εκτεθειμένοι σε όλους τους ανέμους». Αυτό, άραγε, δεν είναι η πεμπτουσία της σύντομης ζωής μας, του εφήμερου περάσματός μας από τούτο τον κόσμο, ήτοι το να είμαστε ανοιχτοί σε όλους τους ανέμους, το να πειραματιζόμαστε με τις δυνατότητες, το να επινοούμε νέα πάθη, βαδίζοντας και πεζοπορώντας στους τόπους που είναι σπαρμένοι με εκπλήξεις και ευπρόσδεκτους αιφνιδιασμούς; Άραγε, μετατρέποντας μέσα από το διαρκές διάβα τα τοπία σε τόπους δεν εξοικειωνόμαστε με ό,τι το σώμα και το μυαλό μας κάνει δικό του, ενόσω ανοίγεται σε αυτό; «Ο πεζός, όσο περπατά», γράφει ο Ηλίας Καφάογλου, είναι ολόκληρος απλώς ένα βλέμμα. Το σώμα του διαπλάθεται από το χώμα που πατά, διαμορφώνεται από τους τόπους και τα τοπία, γίνεται το ίδιο τοπίο. Γίνεται τόπος». Ο πεζός παίζει, γι' αυτόν γίνεται παιγνιότοπος η πόλη, γίνεται ένα αχανές λούνα-παρκ. Ο πεζός μαθαίνει να ελίσσεται. Και έτσι, όχι μόνο να επιβιώνει αλλά και να δαμάζει δημιουργικά τις απειλές που γεννά η μεγάλη πόλη.

 

3.

Ενάντια στην επιφυλακτικότητα και στην ασυγκινησία. Ο μείζων Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Γκέοργκ Ζίμελ (Geog Simmel, 1858-1918) καταπιάστηκε με τα ζητήματα που εγείρουν ο σχηματισμός και η γιγάντωση των μητροπόλεων. Διαπιστώνει ότι η επιφυλακτικότητα και η ασυγκινησία χαρακτηρίζουν τη νοοτροπία των κατοίκων της σύγχρονης μεγαλούπολης. Καθώς οι μεγαλουπόλεις είναι η έδρα της οικονομίας του χρήματος, η αρένα των συναλλαγών που ενίοτε είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου, απαιτείται ολοένα και μεγαλύτερη αφαιρετική ικανότητα και πρόκριση της νόησης προκειμένου να κατοικήσεις στη μεγαλούπολη. Ο περιπατητής, ο flâneur, ο πεζοπόρος, αντιτίθενται στην «άσπλαχνη αντικειμενικότητα», στον «οικονομικό εγωισμό», στο σύγχρονο πνεύμα που γίνεται «όλο και περισσότερο υπολογιστικό», όπως επισημαίνει ο Ζίμελ στο βιβλίο Μητροπολιτική Αίσθηση (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτάνη, εκδ. Άγρα). Άνθρωποι όπως ο Ράσκιν και ο Νίτσε, υπενθυμίζει ο Ζίμελ, «ξεχειλίζουν από ένα μίσος που πηγάζει από την ίδια πηγή που πηγάζει το μίσος για την οικονομία του χρήματος και για τον διανοουμενισμό της ύπαρξης». Κι ακόμα, ο πεζός δεν βασανίζεται από την απώλεια του είναι του μέσα στο λεγόμενο μοναχικό πλήθος ή στην κοσμοβριθή έρημο, όπως έχουν χαρακτηρίσει τη μεγαλούπολη τόσο ο κοινωνιολόγος Ντέιβιντ Ρίσμαν όσο και ο στοχαστής Κορνήλιος Καστοριάδης. Διότι, όπως γράφει ο Καφάογλου: «Ο πεζοπόρος ποτέ δεν είναι εντελώς μόνος – τόσα τον χαιρετούν, του γνέφουν, τον προσκαλούν, η πλάση, η πόλη γίνονται συνοδοιπόροι του, συνοδίτες του, και το βάδισμα εγκιβωτίζεται τόσο στο τοπίο, ώστε γίνεται η αναπνοή του η ίδια».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO