Μελέτη ζωής. Παλιά καλή φράση: η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες, γίνεται με λέξεις. Σύμφωνοι. Αλλά οι λέξεις, άραγε, δεν είναι οχήματα ιδεών; Και βέβαια, πάντα προηγούνται οι ιδέες και έπεται η σύνθεση του ποιήματος. Ξέρουμε ότι δίχως ισχυρή φιλοσοφική σκευή είναι δύσκολο, ίσως και ανέφικτο, να γράψεις ποίηση αξιώσεων. Και μάλιστα, εάν εμμένεις στη μεγάλη φόρμα, στη σύνθεση που απλώνεται στις σελίδες και θέλει να σφυροκοπήσει λυτρωτικά τον νου με παρατεταμένα και αρθρωμένα επιφωνήματα. Προηγείται το διάβασμα, το πολύ διάβασμα, το πάρα πολύ διάβασμα, κι ύστερα στρώνεσαι στο γραφείο να γράψεις. Προηγείται μια μελέτη ζωής, η εξοικείωση με όσα μπόρεσαν να γράψουν οι στοχαστές που αγαπάς και σου αλλάζουν, κυριολεκτικώς, τα φώτα. Προηγείται η περιπολία στα μυστικά των δευτερολέπτων που κυλάνε αδυσώπητα, η ιχνηλασία στους δρυμούς της μνημοσύνης, η εξιχνίαση, όσο γίνεται, των αινιγμάτων του Είναι και του Χρόνου, όπως και του Είναι και του Μηδενός, για να θυμηθούμε δύο μείζονα και επιδραστικά πονήματα του 20ού αιώνα. Ο Γιάννης Αντιόχου (Αθήνα, 1969) και ο Βλαδίμηρος Νικολούζος (Κέρκυρα, 1979) παίζουν το στοίχημα της μεγάλης φόρμας και της ποίησης που εξερευνάει το παρελθόν και οραματίζεται το μέλλον, μιας ποίησης που συνομιλεί ανοιχτά με όσους επιλέγουν για προγόνους τους οι ποιητές και απευθύνεται σε αυτούς. Ο Αντιόχου στο έργο του Διάλυσις (εκδ. Ίκαρος) κατονομάζει τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Καρλ Μαρξ, τον Τζιμ Μόρισον και τον Ζακ Ντεριντά, την Έμιλι Ντίκινσον και τον Αρθούρο Ρεμπό. Ο Βλαδίμηρος Νικολούζος στο έργο του Aurora (εκδ. Μωβ Σκίουρος) απευθύνεται άμεσα στον Τζακ Κέρουακ και στον Αντονέν Αρτό, στον Γουόλτ Γουίτμαν και στον Άλεν Γκίνσμπεργκ, στον Γκέοργκ Τρακλ και στον Φρειδερίκο Νίτσε.

 

2.

Συλλέγοντας καυστικά χρόνια. Η Διάλυσις αποτελεί το τελευταίο έργο μιας άτυπης τριλογίας του Αντιόχου, μετά τις Εισπνοές (εκδ. Ίκαρος, 2009) και τις Εκπνοές (εκδ. Ίκαρος, 2014), ενώ έχουν προηγηθεί οι συλλογές Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2003), Στη γλώσσα μου (εκδ. Γαβριηλίδης, 2005) και Curriculum Vitae (εκδ. Μελάνι, 2006). Και εδώ τα ποιήματα είναι πολύστιχα και ρυθμικά, μοιάζουν με συγκρατημένα και συγκροτημένα λαχανιάσματα, με κατεπείγουσες ηχογραφήσεις σε ένα μαγνητόφωνο σαν εκείνο που τίμησε ο Σάμιουελ Μπέκετ στην Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ, ηχογραφήσεις που εν συνεχεία μεταφέρονται στο χαρτί όπου ο ποιητής τις επεξεργάζεται, ξανά και ξανά, προβαίνει σε προσθαφαιρέσεις, επικολλήσεις, αναδιατάξεις. Η φιλοσοφική σκέψη παραμένει επίμονη και σ' αυτό το βιβλίο κατευθύνει το χέρι του Αντιόχου, τον ωθεί στη διαλεκτική παρελθόντος/παρόντος/μέλλοντος, σε μια λελογισμένη εναντίωση στη φθορά και στον θάνατο. «Έλα να κατεβούμε στην κατακόμβη του Τζιμ Μόρρισον», γράφει ο Αντιόχου, «φωτίζοντάς την με τα αναμμένα μας τσιγάρα/ Θα βυζάξουμε τις μούφες/ δοκιμάζοντας σηπτικές ζωές/ συλλέγοντας καυστικά χρόνια/ και σαθρές τρίχες καστανόξανθων μαλλιών/ και την αυγή θα σου απαγγείλω το ποίημα/ γι' αυτόν που ταξιδεύει με οτοστόπ/ σε όλους τους πλανήτες/ ακούγοντας το αντάτζιο του Αλμπινόνι» (Ο βρικόλακας των Παρισίων).

 

3.

Ακούγοντας την ταχυκαρδία του ήλιου. Ο Βλαδίμηρος Νικολούζος δεν κατεβαίνει άοπλος και απροετοίμαστος στην αντιμαχία με τον χρόνο, τον παραλογισμό και τη διάβρωση. Το σακίδιό του στην οδοιπορία προς το ξέφωτο της λύτρωσης είναι γεμάτο με πολύτιμους τόμους ποίησης και φιλοσοφίας. Και καθώς βαδίζει νιώθει το ενθαρρυντικό χαμόγελο του Αντρέι Ταρκόφσκι να τον συντρέχει. Παρόντα στον οίστρο και στον μόχθο του είναι επίσης τα φαντάσματα των ποιητών που καταπιάστηκαν με τις εκτεταμένες συνθέσεις, όπως ο Χέλντερλιν, ο Καρούζος και ο Τρακλ, αλλά και μουσουργών, στοχαστών, συγγραφέων, κινηματογραφιστών που θέλησαν να αναμείξουν το δηλητήριο με το γέλιο «μέσα στο λυκαυγές του γαλαξία». Γράφει ο Νικολούζος στο εκτενές ποίημα «Mors est mihi Dominus»:

 

Πεθαίνω, φίλε μου, Νίκο!
Μέσα στις φλέβες του μεσημεριού
ρέοντας σαν το φως
ακούγοντας την ταχυκαρδία του ήλιου,
σαν τον άνθρωπο
που έφερε τη φωτιά
μέσα στο δάσος.
Μια αφρικανική θύελλα
μέσα στην έρημο των αιώνων.
Ένα αγέρωχο χελιδόνι
που κυκλώνει τον αέρα,
σ' ένα ξέγνοιαστο πέταγμα
δίχως γεωμετρία.

Πεθαίνω, φίλε μου, Georg!
Μέσα στα υπαίθρια χειρουργεία,
εκεί που πληγωμένοι
μιλούν με ακατανόητες γλώσσες
το τραγούδι των νεκρών,
εκεί που οι μοναχικοί
σφίγγουν μέσα στα παντελόνια τους
την ελπίδα,
μια γροθιά
φτιαγμένη από σκοινί και θάλασσα.