Στοχασμοί σχετικά με τον χρόνο και τις λέξεις. Γιατί καλά το ξέρουν οι ποιητές: καμωμένοι είμαστε από το υλικό, το άυλο, του χρόνου και των λέξεων. Κι αν έχουμε μια καλή δουλειά να κάνουμε, αυτή είναι να στοχαστούμε σχετικά με το τι είναι και πώς μας δυναστεύει ο χρόνος, τι είναι και πώς μας απελευθερώνουν οι λέξεις. Αυτή είναι η διαλεκτική της ζωής, αυτή είναι η διαλεκτική της Δημουλά: Χρόνε, εσύ μας οδηγείς στον όλεθρο, μα με τις λέξεις τον όλεθρο ας τον κάνουμε γλέντι, έστω κι αν ξέρουμε πώς τελειώνουν τα γλέντια που θέλουν να είναι κεράκια στο σκότος του χρόνου. Από το 1952 παλεύει η Κική Δημουλά να βάλει τα δέοντα σημεία στίξεως στο αχανές χειρόγραφο του χρόνου και των λέξεων, πάει να πει να επινοεί, ξανά και ξανά, τη ζωή την ίδια, τη μελαγχολία της αντίστασης στο αδυσώπητο κύλισμα των δευτερολέπτων, στο κενό των ημερών και των νυχτών που μας κλέβει τον καπνό των πολύτιμων σιγαρέττων μας (και τα σιγαρέττα μας είναι τα μισοϋλικά μισοάυλα κομπολόγια και κομποσκοίνια μας).

 

Πάλι μνήμη πάλι λήθη.
Διαρκώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιώ.

Κι ο βίος ο πολυλογάς
σ' αυτές τις δύο λέξεις αρκείται
εν τέλει, μνήμη και λήθη

 

ψάλλει/προσεύχεται η Δημουλά στο τελευταίο της έργο με τίτλο Άνω τελεία (εκδ. Ίκαρος). Και είναι ψαλμωδία, είναι προσευχή, αυτή η επανάληψη του «πάλι». Και αλλού, πάντα επιμένοντας στον χρόνο και στις λέξεις, στοχάζεται η ποιήτρια για το Άλλοτε και το Τότε, για τα δύο βήματα που χωρίζουν το «έχω» από το «έχασα», για τη διαρκή διελκυστίνδα ανάμεσα στην Αλήθεια και το Ψέμα, στην αγάπη και στην απώλεια, στο νόημα των λέξεων και στη συντριβή αυτού του νοήματος – μια συντριβή που το αντίδοτό της αποτελεί η ποίηση.

 

2.

Σχολαστικότητες

Άλλοτε και Τότε.
Και τα δύο χρόνος
μια αλήθεια σαν ψέμα.

Κανένα ελαφρυντικό
πολύ γοργά μας απομάκρυναν
από το μόλις πριν λίγο.

Ωστόσο βρίσκω πιο ένοχο το Άλλοτε.
Μας οδήγησε
σε πιο χαώδη ακόμα μακρινή αοριστία
τόσο που η μια ζωή στερήθηκε
ν' αγναντεύει την άλλη

άσε που απομακρύνθηκα κι εγώ
τόσο που δε βλέπω αν είμαι κανενός
ούτε καν του σώματός μου
μια ζεστή ανάμνηση.

Απαρνούμαι το Άλλοτε
στο Τότε αφοσιώνομαι γελιέμαι

πως κάθε Τότε
είναι πολύ κοντά στα τωρινά μου
σαν δυο βήματα μόνο ν' απέχει
το έχω από το έχασα.

Όμως αν είναι έτσι
εάν εφάπτονται τόσο θερμά οι διαφορές
αν αγαπιέται ακόμα το έχω με το έχασα

τότε λοιπόν εσύ
γιατί δεν μου κρατάς πια το χέρι;

Και συ Αλήθεια γιατί λες τόσα ψέματα;
Κι εσύ Ψέμα γιατί δεν αληθεύεις ποτέ;

 

(Όπου θαυμάζουμε την εσκεμμένη ανάσα ανάμεσα στο «και» και στο «συ», όταν έχουμε απεύθυνση στην Αλήθεια, ενώ ένα λαχάνιασμα φουριόζο υπάρχει στο «κι εσύ» όταν η ποιήτρια ρωτάει το Ψέμα).

 

3.

Αίνος στο ίσως. Η Δημουλά, σοφή και σαφής όσο ποτέ, ξέρει ότι δύναμή μας είναι η αδυναμία μας, ότι το ψέλλισμα είναι το ουρλιαχτό μας, ότι δίχως σιγαστήρα η κραυγή μας είναι άσφαιρο μελόδραμα, ότι υπονομεύοντας την ποιητικότητα διακονείς την Ποίηση, ότι το πνεύμα ενοικεί στην ύλη, ότι το Τίποτα εμπεριέχει το Παν, ότι αν δεν στέργεις να απουσιάζεις δεν έχεις παρουσία. Παίζει (και τι μεγαλείο είναι το παιχνίδι όταν μετράς έξι δεκαετίες στη γραφή!) με τις αντιφάσεις, δεν τις φοβάται, τις κανακεύει, μας τις προσφέρει. Αμφιθυμία, αμφισημία, αμφιβολία, ιδού τα όπλα της ποιήτριας στη μάχη κατά των δουλικών που είναι οι άκαμπτες πεποιθήσεις και υπέρ της πιο ποιητικής υλικότητας που είναι το γεγονός. Ποντάρει στο «ίσως» η Δημουλά, στη μικροκαμωμένη, στη μια σταλιά λέξη «ίσως» που είναι το όχημα του στοχασμού.

 

Δυο συλλαβές λέξη είσαι και τρέμει
η μάνα σου η γλώσσα
μη σε τσαλαπατήσουν οι πολυσύλλαβες
δυνάμεις
[...]
Τα ναι και τα όχι δειλή σε θεωρούν
πως είσαι τσιράκι της υπεκφυγής.

 

Ξέρει καλά η Δημουλά να ανθίσταται στην παντογνωσία, να εμμένει στο διαζευκτικό, να ελίσσεται ανάμεσα στα πολύβουα στερεότυπα, να προκρίνει το έμμεσο. Μέσευση, μεσολάβηση, ένας go-between, ένας ενδιάμεσος είναι η ποίηση ανάμεσα στην αμετάκλητη φθορά και στη σοφία, ανάμεσα στο αγχώδες αίτημα και στη μαγεία της μη διεκδίκησης, όπως θύμιζε και ένας άλλος ποιητής. Η Δημουλά ανήκει στον χώρο του «αλλιώς», στον χώρο όπου τα πράγματα και τα συναισθήματα συντίθενται, σμίγουν ξανά, αποκτούν την όντως διάστασή τους, αν και πάντα μένει μια ανησυχητική απορία, ένα ακόμα ερωτηματικό. Σε ένα από τα πιο συγκινητικά ποιήματα του βιβλίου Άνω τελεία επιμένει:

 

Θα ήθελα
κάπως αλλιώς ν' αγαπιούνται τα πράγματα

στριμωγμένα
σ' ένα μικρό δωμάτιο που να είναι
μπάνιο κουζίνα μαζί κι υπνοδωμάτιο
εντός και το καθιστικό
η μία χρήση να νίβει την άλλη

χώρισμα να μην υπάρχει
ούτε χώρος – σπιθαμή
για τον χωρισμό.

Θα ήθελα;
Και πού θα κοιμάται η προσποίηση;
αγκαλιά με την αγάπη;

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO