ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΤΣΑΠΗ

Iστορικός, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Επιμελητής της ενότητας «Λαϊκότητα και εργατικές διεκδικήσεις».

 

Ο Μπροντέλ έλεγε ότι «ο μυστικός σκοπός της Ιστορίας, το βαθύ της κίνητρο, είναι η ερμηνεία της συγχρονικότητας». Επομένως, κάθε ψηλάφηση του ιστορικού παρελθόντος δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με ερωτήματα που θέτει το παρόν, αμφιβολίες και ανασφάλειες που πλάθονται στον παρόντα χρόνο. Η δεκαετία του '80 όχι απλώς δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά συνιστά την επιτομή της παραπάνω διαπίστωσης. Πολλώ δε μάλλον που τα '80s υποδεικνύονται στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης ως η μήτρα «του κακού» αλλά ταυτόχρονα και η τελευταία εποχή που αξίζει κάποιος να αναπολεί ως «χρόνια της αθωότητας». Η αντίφαση αυτή δεν θα πρέπει να προκαλεί απορίες, δεδομένου ότι το '80 συντίθεται έτσι κι αλλιώς από τόσο αντιφατικές εξελίξεις όσο πιθανόν καμία άλλη εποχή που προϋπήρξε ή ακολούθησε (η ίδια η πλέον χαρισματική πολιτική προσωπικότητα της περιόδου, ο κοσμοπολίτης διανοούμενος και συνάμα ανεπεξέργαστα λαϊκός Ανδρέας Παπανδρέου, υπήρξε ο Μεγάλος Αντιφατικός). Βλέπει την πολιτικοποίηση να φτάνει στο απόγειό της και την κομματική ένταξη να οργανώνει τον ατομικό βίο και τις κοινωνικές σχέσεις με εξωφρενικό για τα σημερινά δεδομένα τρόπο (βλ. λόγου χάριν την περίπτωση των «μπλε και πράσινων καφενείων»), επωάζει ωστόσο τον πλουραλισμό και την έκρηξη του ατομικισμού που θα επικρατήσει από την επόμενη δεκαετία. Δικαιώνει πολιτικούς αγώνες δεκαετιών, καθιστά επομένως κυρίαρχο, νόμιμο και νομιμοποιημένο το καταπιεσμένο αριστερό αφήγημα, πριονίζει ωστόσο την ίδια στιγμή τα θεμέλιά του, επιτρέποντας σε αποκλεισμένα έως τότε από την ευμάρεια στρώματα να μπουν μαζικά στην κατανάλωση και στον δυτικό τρόπο ζωής. Ως εκ τούτου, για τον ιστορικό η δεκαετία του '80 είναι το απόλυτο ναρκοπέδιο, γεγονός που οφείλεται όχι μόνο στις αποσπασματικές μελέτες που έως τα τώρα έχουν πραγματοποιηθεί γι' αυτήν και την καθιστούν επί της ουσίας γαία αχαρτογράφητη, αλλά και σε αυτή την περίεργη ιδιοτυπία της εποχής που επιτρέπει διαφορετικού τύπου (και συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες) προσεγγίσεις, αξιολογήσεις και (δυστυχώς) βεβαιότητες.

 

Ήδη από τη δεκαετία του '80 η έννοια της λαϊκότητας έχει αποτελέσει προνομιακό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε όσους αναπολούν ή φαντασιώνονται μια χαμένη καθαρότητά της και σε όσους βλέπουν την αυθεντικότητα της λαϊκής ψυχής σε περιθωριακές, αιρετικές, προκλητικές για τη mainstream διανόηση εκφάνσεις του λαϊκού βίου (π.χ. στα σκυλάδικα).


Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η μείζων δυσκολία που έπρεπε να ξεπεραστεί προκειμένου να στηθεί το περίπτερο της «Λαϊκότητας και (των) εργατικών διεκδικήσεων». Εν αρχή, ως είθισται, ένα ερώτημα: τι είναι λαϊκό και τι λαϊκότητα στα 80s; Η απάντηση πιθανόν φαντάζει εύκολη, τα φαινόμενα ωστόσο απατούν. Ήδη από τη δεκαετία του '80 η έννοια της λαϊκότητας έχει αποτελέσει προνομιακό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε όσους αναπολούν ή φαντασιώνονται μια χαμένη καθαρότητά της και σε όσους βλέπουν την αυθεντικότητα της λαϊκής ψυχής σε περιθωριακές, αιρετικές, προκλητικές για τη mainstream διανόηση εκφάνσεις του λαϊκού βίου (π.χ. στα σκυλάδικα). Στο πλαίσιο αυτό κρίναμε ότι το περίπτερο θα έπρεπε να λάβει υπόψη όχι μόνο τις περί λαϊκότητας προσεγγίσεις που πραγματοποιούνται στη συγχρονία και εκκινούν από ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, καλλιτέχνες ή εν γένει από τη διανόηση (π.χ. η ταινία Ρεμπέτικο ή η τηλεοπτική σειρά «Το Μινόρε της Αυγής») αλλά και εκείνη την πολλαπλώς απαξιωμένη και εξαφανισμένη από τη δημόσια συζήτηση λαϊκότητα, η οποία «ενοχλεί». Και ενοχλεί ακριβώς γιατί αποτυπώνει εν τη εξελίξει της την πορεία που πραγματοποιούν τα (έως τότε) λαϊκά στρώματα προς τον πολιτισμό της ευμάρειας, ενσωματώνοντας, ενίοτε με άκομψο στα δικά μας μάτια τρόπο, άγαρμπα ή και εμφανώς κακόγουστα, σύμβολα ενός πολιτισμού ο οποίος υπήρξε γι' αυτά μια γοητευτικά ελκυστική terra incognita. Επομένως, η αυθεντικότητα του λαϊκού πολιτισμού (αν ποτέ υπήρξε) επιχειρείται να εντοπιστεί όχι στο σύμπαν των διανοουμένων, πολλοί εκ των οποίων ουδεμία ή οριακή σχέση είχαν με τις λαϊκές γειτονιές και τις πραγματικότητές τους, αλλά ούτε και στις συχνά υπερβολικές και εξίσου κατασκευασμένες, θα έλεγα, εμμονές των εραστών της περιθωριακής κουλτούρας. Αντιθέτως, εάν υπάρχει κάποια «λαϊκότητα» ικανή να αποτελέσει ένα παραδειγματικό μοντέλο για την κατανόηση των λαϊκών ανθρώπων και του πολιτισμού τους στα '80s, αυτή πιθανόν να μπορεί να επισημανθεί εκεί όπου διαμορφώνεται μέρα με την ημέρα μια υβριδική πραγματικότητα, στην οποία συνυπάρχει το παρελθόν με το παρόν∙ εκεί όπου οι βαριές λαϊκές ταυτότητες νιώθουν αρκετά ασφαλείς για να απομακρυνθούν από τον πολιτισμό της ανάγκης και τις συχνά προνεωτερικές αξίες του και να ενσωματώσουν νέα πρότυπα κατανάλωσης, στρατηγικές επιβίωσης αλλά και συμπεριφορές. Συμπεριφορές για τις οποίες με αρκετή δόση κακεντρέχειας θα κατηγορηθούν από τους «κουλτουριάρηδες» ως όχημα επιβολής του κιτς και της κακογουστιάς με την οποία (υποτίθεται πως) είναι ταυτόσημη η δεκαετία του '80.

 

 


Για να λυθεί ο γρίφος, επιλέξαμε να εστιάσουμε, άτυπα μεν, αλλά εμφανώς, σε ένα προάστιο του οποίου η εξέλιξη αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των λαϊκών στρωμάτων προς την ευμάρεια ή, με όρους κοινωνιολογικούς, την «ανοδική κινητικότητα» που χαρακτήρισε το '80 τους, κατά την παπανδρεϊκή έκφραση, «μη προνομιούχους»: ο Γέρακας, που αποτελεί ένα είδος άρρητου case study για το περίπτερο της «Λαϊκότητας και (των) εργατικών διεκδικήσεων», την υπό εξέταση περίοδο πράγματι υπήρξε ένα προάστιο με «τίμιους βιοπαλαιστές», όπως θα έλεγαν οι αθεράπευτα ρομαντικοί, τουτέστιν πρώην εσωτερικούς μετανάστες, δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, εργάτες και αυτοαπασχολούμενους. Πολλοί εξ αυτών με συγκινητικό τρόπο διατήρησαν τεκμήρια της τότε καθημερινότητάς τους και με ακόμη πιο συγκινητικό τρόπο και περισσή ευγένεια ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του GR80s για συνεργασία. Χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσε να στηθεί το περίπτερο. Το ελάχιστο που μπορώ να κάνω είναι να ευχαριστήσω δημόσια τις κυρίες Δέσποινα Δαλιάνη και Αθηνά Μαντζάνα, καθώς και τα μέλη του συλλόγου «Η πηγή του Γέρακα» για την εμπιστοσύνη και την πολύτιμη βοήθειά τους.