Αριστερά, βλέπετε τη «Μελέτη για ένα πορτρέτο του Τζον Έντουαρντς». Πίνακας του 1988. Στο γνώριμο ύφος του ζωγράφου. Το σώμα κυριαρχεί, σε ένα αυστηρό εσωτερικό που μοιάζει με ντιζάιν κελί. Η σάρκα δείχνεται άφοβα. Με το αίμα της, τις φλέβες της – αλλά συγχρόνως φλουταρισμένη. Η στάση είναι οικεία (ένας άντρας πίνει) – κι όμως, το γεγονός έχει κάτι αλλόκοτο. Το πρόσωπο έχει λιώσει από τη βιαιότητα του χρωστήρα – ωστόσο είναι λεπτομερές σαν φωτογραφία, φτάνει στην κοιμισμένη συνείδηση με δριμύτητα και προπαντός έχει μια λεπτότητα απροσδιόριστη.


Ο πίνακας (όπως και όλοι οι πίνακες του Μπέικον εκείνης της εποχής) έχει την ένταση του διφορούμενου ή, μάλλον, της ακροβασίας ανάμεσα στη λεπτομερή αναπαράσταση και στην ολοκληρωτική αφαίρεση. Είναι ένα είδος «παιχνιδιού», με το οποίο βρίσκει έκφραση κι ένα συγκεκριμένο αίσθημα του Μπέικον. Το αίσθημα ότι ο άνθρωπος είναι κάτι που όλα παίζονται πάνω του – ένα μυστήριο ύφασμα που πάνω του η Τύχη παίζει ζάρια και γελάει. Ο ίδιος έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι ένα εντελώς τυχαίο και ανάξιο ον, αλλά ακριβώς γι' αυτόν το λόγο αξίζει να δημιουργήσει ένα είδος μεγαλείου από τον εαυτό του, αρνούμενος οποιαδήποτε σύμβαση (δεν το 'λεγε έτσι ακριβώς, αλλά τέλος πάντων...).

 

Έτσι όπως ιδιαζόντως τολμηροί γίνονται κυρίως εκείνοι που δεν έχουν πια να χάσουν τίποτα, ανακαλύπτοντας πράγματα που τα δειλά παιδιά δεν διανοούνται, έτσι και η τύχη μπορεί να βάλει τις ύστατες πινελιές της αλήθειας σ' ένα ζωγραφισμένο σώμα που έχει εξαντλήσει τα όρια του αληθοφανούς.


Το ίδιο αίσθημα εκφράζει και η ελεγχόμενη παραμόρφωση των προσώπων του. Έτσι όπως ιδιαζόντως τολμηροί γίνονται κυρίως εκείνοι που δεν έχουν πια να χάσουν τίποτα, ανακαλύπτοντας πράγματα που τα δειλά παιδιά δεν διανοούνται, έτσι και η τύχη μπορεί να βάλει τις ύστατες πινελιές της αλήθειας σ' ένα ζωγραφισμένο σώμα που έχει εξαντλήσει τα όρια του αληθοφανούς. (Τι είναι ο ζωγράφος, φωτοτυπικό;) Για να προκαλέσει αυτή την Τύχη,  συχνά ο Μπέικον ζωγράφιζε μεθυσμένος- για να χάσει τον έλεγχο της συνείδησης... τρεκλίζοντας να διασχίσει το σκοτάδι.


Ακούγεται ίσως νευρωτικό, αγχώδες. Και είναι. Μοιάζει με τον εμφύλιο που έχουν κηρύξει κατά τον Κέσλερ τα εγκεφαλικά μας ημισφαίρια (σε εκείνο το καταπληκτικό βιβλίο του που ξεχάστηκε, το Ιανός). Μοιάζει με την παράλογη αρχή του χριστιανισμού, «Τόλμα να πέσεις στο κενό για να σε πάρει ο Θεός στα χέρια του». Είναι φαινομενικά ανεξήγητο πώς και γιατί πρέπει να φτάσεις στον απόλυτο έλεγχο για να τον χάσεις (έστω από κούραση).


Κι όμως. Μόνο έτσι χωνεύεται δημιουργικά η γνώση του θανάτου. Η γνώση της (απαράδεκτα!) θνητής μας φύσης. Και περιέργως αυτή η γνώση γίνεται το σκοτεινό φόντο, που πάνω του τα σώματα του Μπέικον λάμπουν σε όλο τους τον αισθησιασμό.

 

Δεξιά, βλέπετε τον ζωγράφο στην πλήρη του ακμή. Δεκαεφτά χρονών στο Βερολίνο της δεκαετίας του '20. Έχει άσθμα, έντονο αίσθημα απόρριψης, μοναξιά, προβλήματα από τα ερωτικά του γούστα και αλητεύει στην ξένη πόλη με το επίδομα των τριών λιρών την εβδομάδα από τη μητέρα του. Πίνει, ξεδίνει, κάνει βίζιτες στο ξενοδοχείο Adlon – ψάχνεται γενικώς.


Είναι μαζί αρπακτικός κι αδιάφορος. Συγκεντρωμένος κι έκδοτος. Φιλόδοξος και μελαγχολικός. Υπάρχει κάτι αμφίθυμο στο πρόσωπο του νεαρού κυρίου – διπολικό, θα λέγαμε, αν βλέπαμε και τ' άλλο μάτι (lol).


Υπάρχει η ελεγχόμενη απελπισία των προσώπων που θα ζωγραφίσει αργότερα. Το stay still που λέει στην καρδιά του ο Έλιοτ, μαζί με την κραιπάλη που σχεδόν κανείς δεν τη διαλέγει. Τον διαλέγει.


Για να μην το κάνουμε νιανιά, ας πούμε συμπερασματικά ότι υπάρχει αυτό που υπάρχει σε κάθε σοβαρό άνθρωπο όταν ξυπνάει κάθε πρωί και σηκώνεται από το κρεβάτι του, αποφασίζοντας να ζήσει. Γνωρίζοντας πού οδηγεί όλο αυτό. Και αποφασίζοντας να το ψιλοξεχάσει, κάνοντας ψιλά την αιωνιότητα με ωραίες στιγμές, άσχημες στιγμές, στιγμές βαρεμάρας. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα.


Αυτή η αγεφύρωτη διαφωνία κορμιού και χρόνου (ονείρων και πραγματικότητας) είναι εκείνη που τον οδηγεί στην τελική ακροβασία ανάμεσα στο αφαιρετικό και την αναπαράσταση. Το ελεγχόμενο και το τυχαίο. Το λεπτομερές και το παραμορφωμένο.


Είναι μια ακροβασία ψυχοβγαλτική, που υψώνει τις «ανάπηρες» μορφές του στον χώρο μιας σύγχρονης, ταπεινής και εκκεντρικής αγιογραφίας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO