Ήταν το καλοκαίρι που πέθανε ο Κολτρέιν. Το καλοκαίρι του "Crystal Ship". Τα παιδιά των λουλουδιών σήκωναν στον αέρα τα άδεια χέρια τους και η Κίνα έκανε δοκιμές υδρογονοβόμβας. Ο Τζίμι Χέντριξ έβαζε φωτιά στην κιθάρα του στο Μοντερέι. Το ραδιόφωνο στα μεσαία έπαιζε το "Ode to Billy Joy". Ταραχές ξεσπούσαν στο Νιούαρκ, στο Μιλγουόκι και στο Ντιτρόιτ. Ήταν το καλοκαίρι της ταινίας Elvira Madigan, το καλοκαίρι της αγάπης. Και σε αυτήν τη ρευστή, αφιλόξενη ατμόσφαιρα, μια τυχαία συνάντηση άλλαξε την πορεία της ζωής μου. Εκείνο το καλοκαίρι γνώρισα τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ».


Η περιγραφή της πρώτης γνωριμίας ανήκει στην Πάτι Σμιθ, στο βιβλίο που έμελλε να καταγράψει τη σχέση της με τον γνωστό καλλιτέχνη-φωτογράφο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ αλλά και τη συναρπαστική δεκαετία του '70 στη Νέα Υόρκη, γεμάτη καλλιτεχνικά κινήματα, ζωγράφους, ποιητές – μια ατελείωτη φαντασμαγορία από ελευθεριακές ιδέες. Στη συγκλονιστική αυτοβιογραφία της, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος με τον τίτλο «Πάτι και Ρόμπερτ», και η οποία έχει ήδη έχει αποσπάσει Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου και διθυραμβικές κριτικές, η Πάτι Σμιθ ξεδιπλώνει όλη της τη διαδρομή και την είσοδό της στην καρδιά του καλλιτεχνικού κόσμου: το πώς βρέθηκε από το φτωχικό σπιτικό της, με μια βαλίτσα γεμάτη όνειρα, μια στολή σερβιτόρας, σελίδες του Ρεμπό και του Ζενέ, στην καρδιά της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ. Εκείνο το καλοκαίρι του '67 γνώρισε τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ και υπό «το φως της Νέας Υόρκης, των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού», βάλθηκαν, χωρίς μία στην τσέπη, χωρίς καμία γνωριμία και βοήθεια, να κατακτήσουν τον κόσμο της τέχνης. Τα πρώτα τους βήματα, δύσκολα: «Ο πρώτος χειμώνας που περάσαμε μαζί ήταν δύσκολος. Παρότι ο μισθός μου στο "Scribner's" ήταν καλύτερος, είχαμε ελάχιστα χρήματα. Συχνά στεκόμαστε μέσα στο κρύο, στη γωνία της Σεντ-Τζέιμς Πλέις, κοιτάζοντας το ελληνικό εστιατόριο και το κατάστημα ειδών ζωγραφικής Jake's, και μαλώναμε για το πώς θα ξοδεύαμε τα λιγοστά μας δολάρια – ρίχναμε κορόνα-γράμματα για να δούμε αν θα αγοράσουμε σάντουιτς με τυρί ή υλικά για την τέχνη μας. Μερικές φορές ήμαστε ανίκανοι να αποφασίσουμε τι λαχταρούσαμε περισσότερο και ο Ρόμπερτ φυλούσε νευρικός τσίλιες στο εστιατόριο, ενώ εγώ, πλημμυρισμένη από το πνεύμα του Ζενέ, τσέπωνα την ποθητή μπρούντζινη ξύστρα ή τις χρωματιστές ξυλομπογιές. Είχα μια πιο ρομαντική αντίληψη για τη ζωή και τις θυσίες που έπρεπε να κάνει ένας καλλιτέχνης. Κάποτε είχα διαβάσει ότι η Λι Κράσνερ σούφρωνε υλικά ζωγραφικής για τον Τζάκσον Πόλοκ. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, αλλά για μένα λειτούργησε ως έμπνευση. Ο Ρόμπερτ στενοχωριόταν που δεν μπορούσε να μας εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Του έλεγα να μην ανησυχεί, η αφοσίωση στην τέχνη είναι ανταμοιβή από μόνη της».

 

Ο Ρόμπερτ στενοχωριόταν που δεν μπορούσε να μας εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Του έλεγα να μην ανησυχεί, η αφοσίωση στην τέχνη είναι ανταμοιβή από μόνη της.


Πολύ σύντομα βρήκαν, έτσι, καταφύγιο στο μέρος όπου ανδρώθηκαν οι καλλιτεχνικές ιδέες και τα παράφορα πάθη, στο θρυλικό ξενοδοχείο Chelsea: «Το Chelsea ήταν σαν τον κουκλόσπιτο από το "Twilight Zone", είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Περιπλανιόμουν στους διαδρόμους αναζητώντας τα πνεύματά του, νεκρά ή ζωντανά. Οι περιπέτειές μου είχαν μια σκανδαλιάρικη διάθεση, όπως να ανοίγω μια μισάνοιχτη πόρτα και να ρίχνω στα κλεφτά μια ματιά στο μεγάλο πιάνο του Βέρτζιλ Τόμσον ή να χαζεύω μπροστά από την επιγραφή με το όνομα του Άρθουρ Κλαρκ, ελπίζοντας ότι μπορεί να ξεπρόβαλε ξαφνικά. Πού και πού έπεφτα πάνω στον Γκερτ Σιφ, τον Γερμανό λόγιο, που κουβαλούσε τόμους του Πικάσο, ή στη Βίβα, λουσμένη στο Eau Sauvage. Όλοι είχαν κάτι να προσφέρουν και κανείς δεν φαινόταν να διαθέτει πολλά χρήματα. Ακόμη και οι επιτυχημένοι έμοιαζε να έχουν μόνο όσα τους χρειάζονταν για να ζουν σαν εκκεντρικοί αλήτες.

Λάτρευα εκείνο το μέρος για την ετοιμόρροπη φινέτσα του και την ιστορία του, την οποία κρατούσε με τόσο πείσμα. Κυκλοφορούσαν φήμες για τα μπαούλα του Όσκαρ Ουάιλντ που μαράζωναν στα μπουντρούμια του υπογείου, το οποίο πλημμύριζε συχνά. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίες ώρες του ο Ντίλαν Τόμας, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Τόμας Γουλφ έγραψε εκατοντάδες σελίδες από το χειρόγραφο που κατέληξε να γίνει το You can't go home again. Ο Μπομπ Ντίλαν συνέθεσε το "Sad eyed lady of the Lowland" στον όροφό μας και λέγεται ότι η Ίντι Σέτζγουικ, υπό την επήρεια αμφεταμινών, έβαλε φωτιά στο δωμάτιο την ώρα που φορούσε τις μακριές, ψεύτικες βλεφαρίδες της υπό το φως των κεριών».

Άπειρες λεπτομέρειες για ανθρώπους που στιγμάτισαν την καλλιτεχνική ιστορία βρίσκει κανείς ανάμεσα σε περιγραφές για τις ένδοξες μέρες του Factory, του CBGB και, φυσικά, για την είσοδο της Πάτι στον κόσμο της διασημότητας. Η σχέση της με τον Μέιπλθορπ είχε περάσει πολλαπλές διακυμάνσεις και λόγω της συνειδητοποίησης τού ότι ήταν gay – ωστόσο, δεν μπορούσε παρά να είναι αυτός που θα φιλοτεχνούσε το εξώφυλλο στο άλμπουμ που έμελλε να γράψει ιστορία, το «Horses»: «Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1975 άνοιξα την πόρτα του στούντιο Electric Lady. Καθώς κατέβαινα τις σκάλες, δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ τη φορά που ο Τζίμι Χέντριξ σταμάτησε για μια στιγμή να μου μιλήσει, όταν ήμουν ένα ντροπαλό, μικρό κορίτσι. Μπήκα στο στούντιο Α. Ο Τζον Κέιλ, ο παραγωγός μας, είχε το γενικό πρόσταγμα πίσω από τη κονσόλα και ο Λένι, ο Ίβαν και ο Τζέι Ντι βρίσκονταν στην αίθουσα ηχογραφήσεων, όπου έστηναν τα μηχανήματά τους.

 

Δυτική Εικοστή Τρίτη Οδός, έξοδος κινδύνου
Δυτική Εικοστή Τρίτη Οδός, έξοδος κινδύνου

 

Μέσα στις επόμενες πέντε βδομάδες ηχογραφήσαμε και μιξάραμε το πρώτο μας άλμπουμ, το "Horses". O Τζίμι Χέντριξ δεν ξαναγύρισε ποτέ για να δημιουργήσει τη νέα μουσική γλώσσα που ήθελε, αλλά άφησε πίσω ένα στούντιο που απηχούσε όλες τις ελπίδες του για το μέλλον της πολιτιστικής μας φωνής. Αυτά είχα στο μυαλό μου από την πρώτη στιγμή που μπήκα στον χώρο στον οποίο ηχογραφούσαμε τις φωνές. Την ευγνωμοσύνη που ένιωθα για το ροκ εν ρολ, που με είχε βοηθήσει να τα βγάλω πέρα σε μια δύσκολη εφηβεία. Τη χαρά που με πλημμύριζε όταν χόρευα. Την ηθική δύναμη που αντλεί κάποιος όταν αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του.


Όλα αυτά ήταν κωδικοποιημένα στο "Horses", μαζί με έναν χαιρετισμό προς αυτούς που έστρωσαν τον δρόμο πριν από μας. Στο "Birdland" ξεκινήσαμε περιγράφοντας τη σκηνή όπου ο νεαρός Πέτερ Ράιχ περιμένει τον πατέρα του, τον Βίλχελμ Ράιχ, να κατέβει από τον ουρανό για να τον πάρει μαζί του. Στο "Break it up" ο Τομ Βερλέν κι εγώ γράψαμε για ένα όνειρο στο οποίο ο Τζιμ Μόρισον, δέσμιος όπως ο Προμηθέας, ξαφνικά ελευθερώνεται. Στο "Land" η εικονογραφία των Wild Boys συνδυαζόταν με τα διαδοχικά στάδια του θανάτου του Χέντριξ. Στο "Elegie" τούς θυμόμαστε όλους, από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αυτούς που είχαμε χάσει, αυτούς που χάναμε και αυτούς που έμελλε να χάσουμε ξανά.


Δεν υπήρξε ποτέ αμφιβολία ότι ο Ρόμπερτ θα αναλάμβανε το πορτρέτο για το εξώφυλλο του "Horses", ότι η φωτογραφία του θα ήταν το θηκάρι που θα κάλυπτε το αιθερικό ξίφος μου. Δεν είχα κάποια ιδέα για το πώς θα έπρεπε να είναι, ήξερα μόνο ότι θα έπρεπε να είναι αληθινό. Το μόνο πράγμα που υποσχέθηκα στον Ρόμπερτ ήταν ότι θα φορούσα ένα καθαρό πουκάμισο, χωρίς λεκέδες.

 

Ξενοδοχείο Chelsea, δωμάτιο 204, 1970
Ξενοδοχείο Chelsea, δωμάτιο 204, 1970

 

Πήγα στον Στρατό της Σωτηρίας, στο Μπάουερι, και αγόρασα μια στοίβα λευκά πουκάμισα. Μερικά ήταν πολύ μεγάλα για μένα, αλλά αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν ένα κολλαριστό πουκάμισο με μονόγραμμα κάτω από το τσεπάκι στο στήθος. Μου θύμισε μια φωτογραφία του Ζενέ που είχε τραβήξει ο Μπρασάι, στην οποία φορούσε ένα λευκό πουκάμισο με μονόγραμμα και σηκωμένα μανίκια. Στο δικό μου υπήρχαν κεντημένα τα αρχικά RV. Φαντάστηκα ότι ανήκε στο Ροζέ Βαντίμ, τον σκηνοθέτη της Barbarella. Έκοψα τις μανσέτες από τα μανίκια για να το φορέσω με το μαύρο μου σακάκι, που το είχα διακοσμήσει με την καρφίτσα με το άλογο που μου είχε χαρίσει ο Άλεν Λανίερ.

 

Ο Ρόμπερτ ήθελε να κάνει τη φωτογράφιση στο γραφείο του Σαμ Ουάγκσταφ, μια και το ατελιέ του στην Πέμπτη Λεωφόρο είχε υπερβολικό φως. Το γωνιακό παράθυρο έριχνε μια σκιά που δημιουργούσε ένα τρίγωνο φωτός και ο Ρόμπερτ ήθελε να το χρησιμοποιήσει στη φωτογραφία.


Όταν σηκώθηκα από το κρεβάτι, πρόσεξα ότι ήταν ήδη αργά. Ακολούθησα το πρωινό μου τελετουργικό πηγαίνοντας μέχρι τον μαροκινό φούρνο της γωνίας, όπου πήρα βιαστικά ένα κουλούρι, ένα ματσάκι φρέσκια μέντα και λίγες αντζούγιες. Άνοιξα το κουλούρι, το έβρεξα με λάδι, έπλυνα τις αντσούγιες και τις έβαλα μέσα, ραντίζοντας με λίγο πιπέρι καγέν. Έβαλα να πιω ένα φλιτζάνι τσάι και αποφάσισα να μη φορέσω το πουκάμισό μου, ξέροντας ότι θα το γέμιζα με λάδια.

 

Ο Ρόμπερτ ήρθε να με πάρει. Ανησυχούσε γιατί είχε συννεφιά. Ολοκλήρωσα το ντύσιμό μου: μαύρο παντελόνι με ρεβέρ, λευκές βαμβακερές κάλτσες, μαύρα παπούτσια μπαλέτου. Πρόσθεσα την αγαπημένη κορδέλα και ο Ρόμπερτ έδιωξε τα ψίχουλα από το μαύρο μου σακάκι.

 

Ξενοδοχείο Chelsea, δωμάτιο 204, 1970
Ξενοδοχείο Chelsea, δωμάτιο 204, 1970


Βγήκαμε στον δρόμο. Ο Ρόμπερτ πεινούσε, αλλά δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να δοκιμάσει το σάντουιτς με τις αντζούγιες που είχα φτιάξει, οπότε καταλήξαμε να τρώμε αυγά και τηγανίτες στο Pink Tea Cup. Ήταν λες και η μέρα είχε περάσει χωρίς να υπάρξει. Είχε συννεφιά και σκοτάδι και ο Ρόμπερτ κοίταζε με αγωνία πότε θα κάνει την εμφάνισή του ο ήλιος. Τελικά, αργά το απόγευμα, ο ουρανός άρχισε να καθαρίζει. Ο Ρόμπερτ άρχισε να ανησυχεί ότι θα χάναμε το φως, οπότε καλύψαμε τρέχοντας τον υπόλοιπο δρόμο στην Πέμπτη Λεωφόρο.


Το φως άρχισε να χάνεται. Ο Ρόμπερτ δεν είχε βοηθό για τη φωτογράφιση. Δεν είχαμε ορίσει εκ των προτέρων τι θα κάναμε, ούτε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Ξέραμε μόνο ότι εκείνος θα ήταν ο φωτογράφος κι εγώ το μοντέλο.


Είχα στο μυαλό μου την εμφάνισή μου κι εκείνος είχε στο μυαλό του το φως. Αυτό ήταν όλο».


Η φωτογράφιση έγινε και το αποτέλεσμα είναι αυτό που όλοι ξέρουμε. Μερικές μέρες σαν αυτές έχουν γράψει ιστορία – και το βιβλίο της Πάτι Σμιθ διαβάζεται ως πολύτιμο ντοκουμέντο για μια θρυλική εποχή αλλά και ως μαρτυρία ψυχής «τόσο ειλικρινή και τόσο καθάρια, που χαρίζει έκσταση και δέος», όπως είχε πει για το Πάτι και Ρόμπερτ η Τζόαν Ντίντιον. Όμορφη η απόδοση του Αλέξη Καλοφωλιά, με πλείστες και πολύτιμες παραπομπές, που ωστόσο παραλείπονται στην παραπάνω παράθεση των αποσπασμάτων.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο LIFO.gr για πρώτη φορά το 2015.