Το βιβλίο αυτό αποτελεί συνέχεια εκείνου με τον τίτλο «1915: Ο Εθνικός Διχασμός» και καλύπτει την περίοδο του Μεσοπολέμου, μέχρι το 1940.


Παρά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Διχασμός δεν ξεπεράστηκε. Συνεχίστηκε προπαντός ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης, μέσα πλέον στα όρια του κράτους, με τρία μέτωπα σύγκρουσης: μεταξύ προσφύγων και γηγενών, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων και εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων, μεταξύ Νέων Χωρών και Παλαιάς Ελλάδας. Συνεχίστηκε επίσης ως οιονεί θρησκευτικό σχίσμα μεταξύ των πιστών του Βενιζέλου και εκείνων του νεκρού βασιλέα Κωνσταντίνου. Εξακολούθησε να έχει και ταξικές διαστάσεις, αλλά με σημαντικές ανακατατάξεις. Τέλος, ο Εθνικός Διχασμός ως εμφύλιος πόλεμος αναζωπυρώθηκε από την εκτέλεση των Έξι και υποτροπίασε με το Κίνημα του 1935.


Το βιβλίο διαψεύδει την εικόνα της στασιμότητας που καλλιεργείται σήμερα. Δεν ήσαν «πάντα έτσι» οι Νεοέλληνες και το κράτος τους, όπως λέγεται συχνά. Υπήρξαν στιγμές και εκτός πολέμων που στάθηκαν ικανοί για μεγάλα έργα, που αξιοποίησαν στο έπακρο εξωτερικά δάνεια και ξένη βοήθεια. Το βιβλίο διαψεύδει επίσης την εντύπωση της «κυκλικότητας» που καλλιεργείται σήμερα. Επίκαιρη είναι και η ανάδειξη των αδιεξόδων που συνεπάγεται στη δύση της η χαρισματική ηγεσία, μετά τα «θαύματα» που κατόρθωσε στην ακμή της.

 

Η ώρα του Μεταξά ως εθνικού ηγέτη σήμανε όταν τον ξύπνησε ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. "Σαν έτοιμος από καιρό" ο Μεταξάς επωμίστηκε ανενδοίαστα την ιστορική ευθύνη του ΟΧΙ. Εκείνη τη νύχτα, υπήρξε ο κατάλληλος άνθρωπος –αν όχι ο μόνος κατάλληλος– να απαντήσει στο ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο.


Αν στη θέση του Μεταξά είχε βρεθεί ως δικτάτορας ο Πλαστήρας, αν δηλαδή είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1935, είναι βέβαιο ότι η απάντησή του θα ήταν διαφορετική. Δεν είναι μόνο ότι ο Πλαστήρας είχε γίνει από αρκετά χρόνια άκριτος θαυμαστής του Μουσολίνι, όπως δήλωνε ήδη το 1933, ούτε ότι φιλοδοξούσε να μιμηθεί αυτόν περισσότερο από κάθε άλλον δικτάτορα. (1) Το 1941, από τη Γαλλία όπου παρέμενε εξόριστος, κατηγορούσε τον Μεταξά και τον Γεώργιο Β' ότι οδήγησαν την Ελλάδα σε άνισο πόλεμο με την Ιταλία και τη Γερμανία, που μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Πρώτα "η αδεξιότης της εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ωδήγησε τον Ελληνικόν Λαόν εις ένα άνισον πόλεμον με μίαν μεγάλην δύναμιν, ως η Ιταλία". (2) Ύστερα δεν αξιοποιήθηκε η προτεινόμενη από τη Γερμανία "διευθέτηση" της ιταλοελληνικής σύρραξης, στην οποία ("διευθέτηση") μπορούσε να είχε συμβάλει και ο ίδιος.

 

Και το μοιραίον επήλθεν. Η Ελλάς ήχθη προς αυτοκτονίαν παρά μιας Βασιλικής Κυβερνήσεως δεχθείσης μετ' απεριγράπτου αφελείας ν' αντιμετωπίση τας δύο μεγαλυτέρας στρατιωτικάς δυνάμεις της Ευρώπης, καίτοι της υπεδείχθη υπό της συμμάχου της Αγγλίας ότι η βοήθεια θα είναι αυστηρώς περιωρισμένη. Η ανήκουστος κουφότης της Βασιλικής Κυβερνήσεως υπήρξεν η αφορμή μιας τραγικής καταστροφής της Χώρας εντός ολίγων ημερών και, ως να μη ήρκει τούτο,... παρέτεινεν ασκόπως τον πόλεμον, διά να συντελεσθή η πράξις η τελευταία του δράματος, διά της μετατροπής εις ερείπια της ωραίας, αλλ' ατυχούς νήσου Κρήτης... (3)

 

Αυτά έγραφε ασυλλόγιστα στον Έλληνα πρεσβευτή στο Βισύ, στις 16 Ιουλίου 1941, σε ένα γράμμα που έγινε γνωστό το 1945. Κατά λογική συνέπεια, ο Πλαστήρας δεν θα είχε απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο ή μάλλον θα είχε φροντίσει να μην υπάρξει καν ανάγκη τελεσιγράφου. Άλλωστε, ήταν έτοιμος να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Άξονα. Βαυκαλιζόταν, όπως φαίνεται, με την ελπίδα ότι αυτές θα τον εγκαθιστούσαν δικτάτορα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Στο ίδιο γράμμα, που αφορούσε το διαβατήριό του, έγραφε χαρακτηριστικά: "δεν είναι μακράν η ημέρα, που θα απασχοληθώ ο ίδιος διά τα διαβατήρια όλων..." (4).

 

Με το ΟΧΙ, ο Μεταξάς δεν μίλησε μόνο εξ ονόματος και για λογαριασμό του ελληνικού λαού, που τον ακολούθησε σύσσωμος, αλλά και εφάρμοσε συνειδητά την πολιτική που είχε προ πολλού αποφασίσει – τη μόνη που υπηρετούσε μακροπρόθεσμα τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας.


Είναι επίσης εξαιρετικά αμφίβολο αν μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση, συγκροτημένη από τους ηγέτες του Βενιζελισμού και του Αντιβενιζελισμού που είχαν απομείνει, θα μπορούσε να αποκτήσει την ενιαία και χαλύβδινη θέληση που απαιτούσε η προετοιμασία για πόλεμο και, στο τέλος, η αποδοχή του ως αναγκαίου. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ανάμεσά τους επικρατούσε η ηττοπάθεια. (5)


Όσοι επιμένουν μέχρι σήμερα να αρνούνται στον Μεταξά τη δόξα του ΟΧΙ ισχυρίζονται ότι δεν είχε τάχα άλλη επιλογή, επειδή διαφορετικά θα τον έπαυε ο Γεώργιος Β'. Πρόκειται για έναν ακόμη ανόητο, αλλά ανθεκτικό μύθο. Αν ήθελε πράγματι ο Μεταξάς να παραδώσει αμαχητί τη χώρα στον Άξονα, δεν χρειαζόταν καν να αποδεχθεί το τελεσίγραφο, βάζοντας σε κίνδυνο τη θέση του και την ίδια τη ζωή του. Μπορούσε κάλλιστα να παραιτηθεί, προκαλώντας χάος και εμποδίζοντας έτσι την αποτελεσματική απόκρουση της ιταλικής εισβολής. Ύστερα, θα μπορούσε να επανέλθει ως κατοχικός δικτάτορας – αυτό δηλαδή που ονειρεύτηκε ο Πλαστήρας.


Με το ΟΧΙ, ο Μεταξάς δεν μίλησε μόνο εξ ονόματος και για λογαριασμό του ελληνικού λαού, που τον ακολούθησε σύσσωμος, αλλά και εφάρμοσε συνειδητά την πολιτική που είχε προ πολλού αποφασίσει – τη μόνη που υπηρετούσε μακροπρόθεσμα τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Όπως εξήγησε ο ίδιος στις 30 Οκτωβρίου, μιλώντας εμπιστευτικά στους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού Τύπου, (6) ο Μεταξάς προέβλεπε με βεβαιότητα την τελική νίκη του "Αγγλοσαξονικού κόσμου", απαλλαγμένος πλέον από τις γερμανόφιλες παρωπίδες που τον εμπόδιζαν να κάνει παρόμοια πρόβλεψη το 1915. Είχε έτσι την πεποίθηση ότι η Ελλάδα, ακόμα και "δουλωμένη προσωρινώς" στη διάρκεια του πολέμου, θα βρισκόταν τελικά στο στρατόπεδο των νικητών και μάλιστα μεγαλωμένη, τουλάχιστον κατά τα Δωδεκάνησα (όπως ακριβώς έγινε).


Η Ελλάδα μπορούσε να αποφύγει την άμεση εμπλοκή της σε πόλεμο μόνο με την εκούσια προσχώρησή της στη "Νέα Τάξη" του Άξονα, και μάλιστα με τον οικειοθελή ακρωτηριασμό της σε όφελος της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Αυτό είχε διαμηνύσει στον Μεταξά η Γερμανία.

 

Δηλαδή θα έπρεπε διά ν' αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν, και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. (7)

 

Στην περίπτωση όμως αυτή, ο Μεταξάς προέβλεπε διάσπαση του κράτους, όπως το 1916. Με την υποστήριξη της Μεγάλης Βρετανίας και την κάλυψη του στόλου της θα προέκυπτε μια νέα "Προσωρινή Κυβέρνηση" στη νησιωτική τουλάχιστον Ελλάδα, για να πολεμήσει ξανά εξ ονόματος του προδομένου έθνους.


Σημαδεμένος από τον Εθνικό Διχασμό, o Μεταξάς είχε πια πλήρη επίγνωση των δικών του τότε ευθυνών. Λίγο πριν πεθάνει, έγραφε στις 5 Ιανουαρίου 1941: "Θα μας συγχωρήση ο Θεός το [δύο λέξεις σβησμένες] 1915; Φταίμε όλοι! Και ο Βενιζέλος ακόμα! Τώρα αισθάνομαι πόσο έφταιξα!". (8)

 

Δήλωνε, λοιπόν, αποφασισμένος να αποτρέψει την επανάληψη του Διχασμού και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσα είπε στις 30 Οκτωβρίου μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστική κήρυξη της λήξης του Εθνικού Διχασμού από τον τελευταίο επιζώντα πρωταγωνιστή του. Ρώτησε κάποια στιγμή: "Δεν ξέρω αν κανείς Αντιβενιζελικός από σας είναι πάντοτε και αδιάλλακτος". "Είμαι εγώ, κύριε Πρόεδρε" απάντησε ο Νικ. Κρανιωτάκης. Είπε τότε ο Μεταξάς:

 

Λοιπόν, ακούστε για να συνεννοηθούμε. Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, ετήρησα μέχρι σήμερον την πολιτικήν του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτικήν της αυστηράς ουδετερότητος. Έκανα το παν διά να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της συγκρούσεως των μεγάλων κολοσσών.

Ήδη, μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική του συνταυτισμού της Ελλάδος με την τύχην της Δυνάμεως, διά την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν, όπως είναι και διά την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει αλλά η υγρά λεωφόρος που συνδέει... Διά την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια. (9)

 

«Θα μας συγχωρήση ο Θεός το [έγκλημα του] 1915; Φταίμε όλοι! Και ο Βενιζέλος ακόμα! Τώρα αισθάνομαι πόσο έφταιξα!»  Από το Ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά, 5 Ιανουαρίου 1941 (ΓΑΚ).
«Θα μας συγχωρήση ο Θεός το [έγκλημα του] 1915; Φταίμε όλοι! Και ο Βενιζέλος ακόμα! Τώρα αισθάνομαι πόσο έφταιξα!» Από το Ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά, 5 Ιανουαρίου 1941 (ΓΑΚ).

 

Ωστόσο, ούτε το μεγαλείο της απόφασής του ούτε η όψιμη λαϊκή υποστήριξη στο πρόσωπό του κατάφεραν να λυτρώσουν τον Μεταξά από την ψυχοπαθολογία του και προπαντός από την αβυσσαλέα ανασφάλειά του. Συχνά έχει απομονωθεί από το Ημερολόγιο η φράση "Είμαι και κοντός", σαν κωμικό στοιχείο. Πρόκειται όμως για τραγική φράση στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, δηλαδή στις 30 Νοεμβρίου 1940: "Απόψε τσάι Άγγλων. Είμεθα όλοι. Με προσέχουν πολύ ολίγον. Δεν ξέρω Αγγλικά. Είμαι και κοντός". (10) Έτσι –μειονεκτικά και κομπλεξικά– αισθανόταν (ακόμη) ο άνθρωπος που εκείνη τη στιγμή αποτελούσε τον αδιαμφισβήτητο εθνικό ηγέτη της Ελλάδας και τον μοναδικό εμπόλεμο σύμμαχο της Μεγάλης Βρετανίας.


Το ότι υπήρξε μέχρι τέλους δέσμιος της ψυχοπαθολογίας του εμπόδισε τον Μεταξά να προετοιμάσει τη χώρα – όχι στρατιωτικά, όπως φαντάζονται μερικοί, αλλά προπαντός πολιτικά. Δεν προετοίμασε πολιτικά τη χώρα ιδίως για την περίπτωση που θα βρισκόταν υπό εχθρική κατοχή, όπως προέβλεπε και ο ίδιος. Είχε προηγηθεί προ πολλού η κατάληψη και κατοχή άλλων μικρών χωρών από τους Γερμανούς, προσφέροντας ποικιλία διδακτικών παραδειγμάτων. Αντίθετα, όμως, με άλλα βασίλεια, η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο με βασιλιά αμφισβητούμενο ακόμη και από βασιλόφρονες και με ένα καθεστώς όχι μόνο δικτατορικό αλλά και τόσο προσωποπαγές, ώστε ήταν καταδικασμένο να εξαφανιστεί με τον θάνατο του δικτάτορα, όπως προαισθανόταν και ο ίδιος και όπως πράγματι συνέβη.


Μοναχικός όσο ποτέ άλλοτε, ο Μεταξάς στάθηκε ανίκανος να ξεπεράσει μια αντίληψη της εξουσίας που είχε διατυπώσει από το 1920 και ήταν όχι μόνο κυνική, αλλά και καθαρά ψυχοπαθολογική, αντανακλώντας τη δική του τραγική ανασφάλεια: "Σκοπός... της αποκτήσεως της εξουσίας είναι η ικανοποίησις του εγωκεντρισμού εκάστου ανθρώπου... και ίσως-ίσως, κατά βάθος, η απαλλαγή από του φόβου τον οποίον εμπνέουσιν οι άλλοι, η δυσπιστία προς πάντα άλλον πλην εαυτού". (11) Αυτό τον απύθμενο φόβο των "άλλων" έμελλε να πληρώσει πανάκριβα η χώρα. Ακόμη και την ύστατη στιγμή, ο Μεταξάς δεν έκανε το παραμικρό για να διευρύνει, έστω, την κυβέρνησή του. Δεν διανοήθηκε καν να προνοήσει για τη διαδοχή του, μολονότι προαισθανόταν ότι το τέλος του ήταν κοντά.
Έτσι, με τον θάνατο του Μεταξά στις 29 Ιανουαρίου 1941 και με την παντελή έλλειψη πραγματικού αντικαταστάτη του, άρχισε μια ραγδαία και ακατάσχετη αποσύνθεση που επιταχύνθηκε μετά τη γερμανική εισβολή. Στην Ελλάδα, η Κατοχή δεν συνεπαγόταν απλώς ένα κενό εξουσίας, όπως σε άλλες χώρες. Επανενεργοποίησε μια απείρως νοσηρότερη και γενικότερη κρίση νομιμότητας που σοβούσε από το 1935. Άνοιξε έτσι ο ασκός του Αιόλου για εμφύλιες συγκρούσεις πολύ διαφορετικές από εκείνες που φανταζόταν και ήθελε να αποτρέψει ο Μεταξάς».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. ιδίως το άρθρο του «Κοινοβουλευτισμός ή δικτατορία;», εφ. Δημοκρατικός Αγών, 28 Απριλίου 1934.

2. Ιωάννης Αναστ. Πεπονής, Νικόλαος Πλαστήρας στα γεγονότα 1909-1945 (Αθήνα, 1948), τ. 2, σσ. 641-642.

3. Στο ίδιο, σ. 644.

4. Στο ίδιο, σ. 641. Πρβλ. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα: Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944 (Αθήνα: Παπαζήσης, χ.χ.), τ. 1, σ. 153, για τις επαφές του Πλαστήρα με τους Γερμανούς.

5. Ο Καφαντάρης, για παράδειγμα, είχε τις ίδιες απόψεις με τον Πλαστήρα: ότι δηλαδή μπορούσε και έπρεπε να αποφευχθεί ο πόλεμος με την Ιταλία και οπωσδήποτε με τη Γερμανία. Βλ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου 1939-1944: Ιστορική αναδρομή και κείμενα (Αθήνα, 1964), σσ. 20-21 (υποσ.).

6. Βλ. Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. 4 (Αθήνα: Ίκαρος, 1960), σσ. 520-526. Με την εμπιστευτική ομιλία του θέλησε να εξασφαλίσει την ολόψυχη συμμετοχή τους στην πολεμική προσπάθεια.

7. Στο ίδιο, σ. 523.

8. Στο ίδιο, σ. 556. Η αυτοψία, στα ΓΑΚ, δεν επέτρεψε να διαπιστωθεί με απόλυτη βεβαιότητα τι ακριβώς είχε διαγράψει ο Μεταξάς. Περισσότερο πιθανή φαίνεται η εξής αποκατάσταση: «Θα μας συγχωρήση ο Θεός το έγκλημα του 1915;». Θέλω να ευχαριστήσω εδώ την Κατερίνα Ζωγράφου, που εργάζεται στα ΓΑΚ, για την πολύτιμη βοήθειά της στην εξιχνίαση του αινίγματος.

9. Στο ίδιο, σσ. 524-525.

10. Στο ίδιο, σ. 540.

11. Στο ίδιο, τ. 2 (Αθήνα: Κολλάρος, 1951), σ. 634.