Το κρύο άρχισε να μεταφέρεται και στο υπόλοιπο πρόσωπό της. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι θα λερώσει το φόρεμά της. Το κρύο έγινε παγωνιά και μεταδόθηκε παντού στο σώμα της. Κι έπειτα, ο κόσμος σαν να έγινε θολός, κι άλλο, κι άλλο. Μέχρι που έσβησε τελείως απ' τα μάτια της.
Το κρύο άρχισε να μεταφέρεται και στο υπόλοιπο πρόσωπό της. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι θα λερώσει το φόρεμά της. Το κρύο έγινε παγωνιά και μεταδόθηκε παντού στο σώμα της. Κι έπειτα, ο κόσμος σαν να έγινε θολός, κι άλλο, κι άλλο. Μέχρι που έσβησε τελείως απ' τα μάτια της.

 

Τα σερβίτσια είναι Rosenthal. Τα μαχαιροπίρουνα Christofle. Τα ποτήρια από κρύσταλλο Βοημίας... Ένα απαλό αεράκι ανασηκώνει ελαφρά τις άκρες απ' τα ιβουάρ τραπεζομάντιλα.


Στον κήπο, δεκαπέντε ροτόντες των δέκα ατόμων φιλοξενούν την αφρόκρεμα του πολιτικού, πνευματικού κι επιχειρηματικού κόσμου. Σε κάθε προσκεκλημένο αντιστοιχούν άλλοι δέκα που δεν έλαβαν πρόσκληση για το κοσμικό γεγονός της χρονιάς: την επέτειο γάμων του Αντώνη και της Ρεγγίνας Σκιαδά – το γένος Θεοτόκη.


O παραγκωνισμός αυτός θα αποτελέσει ψυχικό τραύμα για την εγχώρια ελίτ. Την επόμενη εβδομάδα, πολλά ψυχιατρικά ανάκλιντρα θα μούσκευαν απ' τα δάκρυα όσων επώδυνα βίωσαν το «εκτός των τειχών» στίγμα. O εκάστοτε καθηγητής, παύλα ψυχίατρος, έναντι του συμβολικού ποσού των 180 ευρώ για 43 λεπτά της ώρας, θα συνταγογραφήσει αγχολυτικά δισκία σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων.


Ωστόσο εντός των τειχών επικρατεί ευφορία. Οι εκλεκτοί καλεσμένοι απολαμβάνουν τη δροσιά του τεράστιου κήπου, τη γεύση του αστακού με σταμναγκάθι συνοδευμένου από φίνο Sauvignon Blanc και τη θεσπέσια μουσική του Χατζιδάκι που βάζει ένας νεαρός DJ με πουά παπιγιόν, κρυμμένος στα πυκνά φυλλώματα των θάμνων. Τώρα τα κομψά θροΐσματα συνοδεύει ο «Εφιάλτης της Περσεφόνης», σε στίχους Νίκου Γκάτσου.

Εκεί που φύτρωνε φλησκούνι κι άγρια μέντα
Κι έβγαζ' η γης το πρώτο της κυκλάμινο...

 

Η επιβλητική πέτρινη έπαυλη στην Κηφισιά, οδός Ναρκίσσων 22, περιβάλλεται από ψηλό φράχτη που μόνιμα κέντριζε την περιέργεια των περαστικών, μια που δεν μπορούσες να δεις τίποτα μέσα. Το αρχοντικό Θεοτόκη –της γνωστής οικογένειας– ήταν χτισμένο το σωτήριον έτος 1906 και άνοιγε τις πύλες του μόνο σε λίγους κι εκλεκτούς. Η σημερινή δεξίωση ήταν εξαίρεση και ίσως το ξεκίνημα μιας νέας εποχής.


Πίσω από το εγκάρδιο χαμόγελο, η οικοδέσποινα Ρεγγίνα Σκιαδά, το γένος Θεοτόκη, επέβλεπε με μάτι γερακιού τους πάντες και τα πάντα: καλεσμένους και σερβιτόρους, την ομαλή ροή του δείπνου, τις θερμοκρασίες κρασιών, τη μουσική, τη χαριτωμένη δίμετρη μπαργούμαν με τις ψηλοτάκουνες γόβες που έκρυβαν ματωμένα δάχτυλα. [...]

 

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
Ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο...

 

Το βλέμμα της Ρεγγίνας πλανήθηκε στον χώρο και έμεινε για λίγο στον άντρα της. Ψηλός, γοητευτικός, με χαμηλούς και μειλίχιους τόνους, ο Αντώνης Σκιαδάς ήταν αγαπητός σε πάρα πολλούς: κομματικούς συμμάχους, πολιτικούς αντίπαλους, πρωθυπουργούς, καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφους, αλλά και απλούς ανθρώπους, που τον σταματούσαν στον δρόμο για να του σφίξουν το χέρι. [...]


Ό Αντώνης Σκιαδάς ανέλυε, σε μια μικρή ομάδα καλεσμένων που είχε συγκεντρωθεί γύρω του, τις ευκαιρίες που έδιναν οι νέες τεχνολογίες στη χώρα. Τεχνολογίες των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε παντελώς, πριν η επικοινωνιολόγος από το Χάρβαρντ τον αναγκάσει να τις παπαγαλίσει μερικές ώρες νωρίτερα. «Να πάμε, βρε παιδιά, τη χώρα μπροστά», κατέληγε σε φιλικό τόνο καθώς, ως καλός οικοδεσπότης, απομακρυνόταν για να τσεκάρει όλα τα πηγαδάκια του κήπου.

 

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
Κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα...

 

Σε μια γωνία του κήπου, μακριά από το μπαρ, τον DJ και τα λογύδρια του Σκιαδά, μια γοητευτική τριαντάχρονη κοπέλα με μοβ μάτια και καστανά μαλλιά με πράσινες ανταύγειες διάβαζε πολύ προσεκτικά τα ξεθωριασμένα γράμματα στη μαρμάρινη στήλη που βρισκόταν στη βορειοανατολική πτέρυγα της βίλας: Η έπαυλις Νάρκισσος εθεμελιώθη υπό τον Κόμη Θεοτόκη, το έτος 1906. Η πάνω αριστερά γωνία της στήλης ήταν ραγισμένη και οι φλέβες από το σπάσιμο άγγιζαν ελάχιστα το γράμμα θήτα από το «Θεοτόκη».
Ο προσεκτικός παρατηρητής σύντομα θα συμπέραινε πως –αφού δεν γίνεται να προσηλώνεσαι επί πέντε ολόκληρα λεπτά στην ανάγνωση μίας και μόνης χαραγμένης φράσης– λογικά προσπαθείς να αποφύγεις κάτι... ή κάποιον.


Στην προκειμένη περίπτωση, ο «κάποιος» ήταν ένας φορτικός πενηντάρης που της είχε γίνει χαλκομανία και της τόνιζε κάθε τρεις και λίγο ότι είναι σε διάσταση με τη γυναίκα του. Σε διάσταση. Σε διάσταση. Σε διά-στα-ση. Κι ότι τη διάβαζε ανελλιπώς. Και τα κείμενά της στην εφημερίδα ήταν διαμάντια. Διαμάντια. Δια-μά-ντια. Κι ότι τα μάτια της είναι τα ωραιότερα που έχει δει ποτέ. Έβερ. Έ-βερ.

 

«Συγγνώμη, χτυπάει το κινητό», είπε η κοπέλα.

«Μα, αφού δεν άκουσα ήχο!» απόρησε ο πενηντάχρονος.

«Το έχω στη δόνηση», απάντησε γρήγορα η κοπέλα, ενώ το έβγαζε απ' την τσέπη της. «Έλα, Γεράσιμε, έχουμε είδηση; Τι μου λες; Πόσο επείγον είναι δηλαδή; Α, τόσο επείγον. Δεν σ' ακούω καθαρά, κάτσε να μετακινηθώ γιατί εδώ δεν έχω καλό σήμα», είπε στην κλειστή συσκευή της, άφησε σύξυλο τον τύπο σε διάσταση κι έφυγε βολίδα προς την αντίθετη πλευρά, παριστάνοντας πως μιλάει στο τηλέφωνο. Κουνούσε ανά διαστήματα και το κεφάλι πάνω-κάτω.


Α, όλα κι όλα. Η Ελσινόρη Χατζή ήταν μανούλα στο να αποφεύγει άρτι διαζευγμένους πενηντάρηδες που έβρισκαν τα κείμενά της θεσπέσια και τα μάτια της καλογραμμένα. Ή το ανάποδο.


Αν κοιτάζαμε τώρα από ψηλά, η Ελσινόρη, ο Αντώνης και η Ρεγγίνα σχημάτιζαν από σύμπτωση ένα τέλειο ισοσκελές τρίγωνο. Ακριβώς στη μέση του νοητού τριγώνου ήταν μια νέα γυναίκα, λίγο πριν λίγο μετά τα 40, ψηλή, σχεδόν αέρινη. Φορούσε ολομέταξη τουαλέτα στο χρώμα του πάγου και ένα μόνο κόσμημα στον λαιμό, ένα περιδέραιο με μάτι της τίγρης. Η Πέρσα, μοναδική κόρη του Αντώνη και της Ρεγγίνας, κρατούσε στα χέρια της ένα ποτήρι σαμπάνια και είχε βρεθεί για λίγο μόνη, στο κέντρο αυτής της μεγαλειώδους δεξίωσης. Παρά τη βαβούρα, εκείνη είχε απομονωθεί σαν να μην άκουγε τίποτα, σαν να είχε κλειστεί στον εαυτό της.


Η Πέρσα, αφού έψαξε λίγο τον χώρο, κοίταξε προς το μέρος της Ελσινόρης, που έμοιαζε να μιλάει στο κινητό της. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν για μερικά δέκατα. Έστω και από μακριά η μία χαμογέλασε στην άλλη. Η Πέρσα έφερε αργά το ποτήρι στα χείλη της, αλλά δεν ήπιε. Αναρωτήθηκε αν η Ελσινόρη της είχε αποκαλύψει όλη την αλήθεια ή αν της είχε κρύψει πράγματα από την ιστορία.
Κι αν όλο αυτό ήταν μια ενορχηστρωμένη απάτη;


Η ματιά της έπεσε ασυναίσθητα σε μία από τις κάμερες του κήπου. Ήταν όλες απενεργοποιημένες, για να αισθάνονται πιο άνετα οι καλεσμένοι. Η Πέρσα κοίταξε προς τον πατέρα της, που τριγύριζε ανάμεσα στους καλεσμένους χτυπώντας τους φιλικά στον ώμο, τύπου «περνάμε καλά;» και με ασορτί χαμόγελο οικοδεσπότη. Σε κάθε του φράση κουνούσε και τα χέρια του για να δώσει έμφαση. Έστρεψε το βλέμμα προς τη μητέρα της. Η τέλεια οδοντοστοιχία και τα ρουμπίνια της άστραφταν καθώς ο ήλιος έπεφτε και οι σκιές μεγάλωναν. Κανονικά θα έπρεπε ήδη να έχουν ανάψει τα μεγάλα φώτα του κήπου.

 
Ανατρίχιασε. Χωρίς λόγο. Σαν να πέρασε ένας βαρύς ίσκιος από πάνω της...


Αφηρημένα κοίταξε γύρω της κι ήπιε μια γουλιά απ' το ποτήρι της. Πρόλαβε να δει μια κόκκινη σταγόνα να διαλύεται μες στη σαμπάνια κι ένιωσε ένα κρύο υγρό να κυλάει στο χείλος της. Άγγιξε με τα δάχτυλά της και τα κοίταξε. Κόκκινο. «Αίμα;» απόρησε.


Το κρύο άρχισε να μεταφέρεται και στο υπόλοιπο πρόσωπό της. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι θα λερώσει το φόρεμά της. Το κρύο έγινε παγωνιά και μεταδόθηκε παντού στο σώμα της. Κι έπειτα, ο κόσμος σαν να έγινε θολός, κι άλλο, κι άλλο. Μέχρι που έσβησε τελείως απ' τα μάτια της.


Η Ρεγγίνα –αν και δεν είχε άμεση οπτική επαφή με την Πέρσα– λες κι ένιωσε τι είχε συμβεί. Για δύο δευτερόλεπτα η καρδιά της σταμάτησε. Στράφηκε πανικόβλητη προς το μέρος της και έβγαλε ένα ουρλιαχτό. Πρόλαβε να δει τη μοναδική κόρη της, το παιδί της, την πανέμορφη Πέρσα της να σωριάζεται στο γρασίδι.

 

Νεκρή.


Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.

 

Info:

Το «Mυστικό της μπλε πολυκατοικίας» της Έλενας Ακρίτα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Διόπτρα στις 10 Μαΐου.