ΧΑΝΣ ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΓΚΡΙΜ

Σλουμπ

Μτφρ. Κατερίνα Τζιναβά, Κέδρος

Σπαρακτικό, καταιγιστικό και αθεόφοβο είναι το αντιπολεμικό βιβλίο που έγραψε ο καθηγητής Χανς Χέρμπερτ Γκριμ – όχι μόνο επειδή θέλησε να διατρανώσει το αντιπολεμικό του μένος αλλά και γιατί έζησε ο ίδιος από κοντά τη φρίκη των χαρακωμάτων και της καμένης σάρκας. Χωρίς να γίνεται παράφορος, αλλά με μια γλυκύτητα που καταυγάζει φως και ανθρωπιά, προσπαθεί, γράφοντας, να ανακαλύψει τι είναι αυτό που μπορεί να μεταμορφώσει έναν φιλήσυχο πολίτη σε φιλοπόλεμο ον. Κατ' ουσίαν, τίποτα εκτός από τον ίδιο τον πόλεμο και εδώ ακριβώς έγκειται ο ύψιστος παραλογισμός του. Αυτό συνέβη και στον ήρωα του βιβλίου, έναν αγαθιάρη έφηβο που βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη στο μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο συγγραφέας. Στην αρχή, τα πάντα του φαίνονταν συναρπαστικά, καθώς είχε οριστεί διοικητής σε τρία γαλλικά χωριά, έχοντας στα χέρια του αδιανόητη εξουσία για ένα αγόρι της ηλικίας του. Αργότερα όμως τα πράγματα ζόρισαν και έμαθε να ζει με τα τραύματα και τον πόνο. Η ζωή θα ασκήσει συντριπτική εξουσία και πάλι κάνοντας τον αφελή, αλλά καταφερτζή πιτσιρικά να μπορεί να κορτάρει, να βγάζει χρήματα ως παραχαράκτης, ακόμα και ως μουσικός, και να ανακαλύπτει τη χαρά, παρότι γνωρίζει καλά πως παραμονεύει παντού ο θάνατος. Αυτό είναι λίγο-πολύ το Σλουμπ (που μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Κατερίνα Τζιναβά για τις εκδόσεις Κέδρος), το αλλόκοτο αντιπολεμικό χρονικό εκείνων των ημερών, μια ανάμνηση ποτισμένη ταυτόχρονα στην πίκρα και το χιούμορ, που κυκλοφόρησε ανώνυμα την εποχή του Μεσοπολέμου και μισήθηκε τόσο από τους ναζί, ώστε έφτασε να συμπεριληφθεί στα «αντιγερμανικά» βιβλία. Ίσως να είναι και το πιο δημοφιλές μυθιστόρημα της γερμανικής παράδοσης, μαζί με το Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Ο λόγος της επιτυχίας προφανώς οφείλεται όχι μόνο στο αντιπολεμικό του σθένος αλλά και στην αληθοφάνεια των περιγραφών που ακροβατούν ανάμεσα στον εφιάλτη και την πραγματική ζωή, την εμπειρία και το όνειρο.

 

FORD MADOX FORD

Ο καλός στρατιώτης - Μια ιστορία πάθους

Μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Aldina/Gutenberg

To βιβλίο που πρόσφατα η «Guardian» ανέδειξε σε ένα από τα 100 καλύτερα όλων των εποχών περισσότερο βασάνισε παρά απελευθέρωσε τον συγγραφέα του: αντανακλώντας το κλίμα της εποχής των αρχών του 20ού αιώνα –εκδόθηκε μόλις το 1915– αλλά και των προσωπικών αδιεξόδων του Φορντ Μάντοξ Φορντ, προσπάθησε να φέρει νέο αέρα τόσο σε επίπεδο έκφρασης όσο και εναλλαγής των νοημάτων, συναντώντας όμως απανωτές δυσκολίες. Θαρρεί κανείς πως η πρώτη ήττα έρχεται για τον Φορντ από τον ίδιο τον τίτλο, καθώς ο Καλός Στρατιώτης δεν είναι παρά η ειρωνική πρόταση που υπέβαλε ο ίδιος όταν ο εκδότης του αρνήθηκε τον καθόλου πιασάρικο και μάλλον αποτρεπτικό τίτλο Μια θλιβερή ιστορία. Αλλά το βιβλίο ήταν ακριβώς αυτό, στον βαθμό που αντανακλά επακριβώς την εσωτερική δυσφορία που βίωνε ο χτυπημένος από την κοινωνική αβελτηρία και ερωτική απογοήτευση 40χρονος συγγραφέας του: «Δεν ξέρω τίποτα: τίποτα στον κόσμο: τίποτα στις καρδιές των ανθρώπων. Το μόνο που ξέρω είναι πως είμαι μόνος – φριχτά μόνος» διατρανώνει στις πρώτες κιόλας σελίδες ο πρωταγωνιστής του, δίνοντας το στίγμα. Όσα θα ακολουθήσουν, θα αποτελέσουν ειρωνικές διαπιστώσεις δοσμένες με φλέγοντα, παραληρηματικό τρόπο, ανάλογο της πολύ δημοφιλούς τότε stream of consciousness. Στο ακριβέστατο επίμετρό του ο μεταφραστής του Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης διαπιστώνει με ενάργεια τις αναλογίες γραφής και βιώματος στο μοντερνιστικό αυτό μεγαλούργημα: «Δεν είναι, λοιπόν, λίγα ούτε διακοσμητικά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία που θέλησε να εντάξει ο Φορντ στον Καλό Στρατιώτη, απαντώντας σε ό,τι τον ταλάνιζε και ξορκίζοντάς το. Και με τη λογοτεχνία, ιδίως με το μυθιστόρημα, ξορκίζεις, καθ' όσον αποδιαρθρώνεις τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνεσαι για να τον ανασυγκροτήσεις όπως τον φαντάζεσαι». Και ο Φορντ έκανε ακριβώς αυτό: βαδίζοντας στα χνάρια των βορτισιστών, έφτιαξε ένα υψηλό κυβιστικό κατασκεύασμα με τα πιο απλά χρώματα και τις πιο ποταπές πινελιές, αντίστοιχες της διαπιστωμένης χαμέρπειας που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις. H ιστορία ξεδιπλώνει τη σχέση ανάμεσα σε δύο ζευγάρια, δηλαδή του καλού στρατιώτη βετεράνου λοχαγού Έντουαρντ Άσμπερναμ και της γυναίκας του Λεονόρα με το ζευγάρι των Ντάουελ, του Τζον και της Φλορενς, σε ένα τουριστικό θέρετρο της Γερμανίας. Η φαινομενική τελειότητα των πετυχημένων αυτών ζευγαριών πολύ σύντομα αποδεικνύεται ότι δεν είναι παρά ένα ατελεύτητο παιχνίδι από αμοιβαίες εξαπατήσεις: τόσο της Λεονόρα προς τον καλό στρατιώτη όσο και του ίδιου αλλά και της Φλόρενς προς τον σύζυγό της, με τον έρωτά της να γνωρίζει τραγική κατάληξη, ανοίγοντας τον φαύλο κύκλο των θανάτων που επισκιάζουν το τέλος των περισσότερων κεφαλαίων. Μπορεί, λοιπόν, ο έρωτας να είναι η αγωνιώδης αναζήτηση του ανέφικτου άλλου ή και ειρωνικός υπότιτλος ενός βιβλίου που υπερασπίζεται τη θλίψη, δεν παύει όμως να γοητεύει με την αλήθεια του και την έντασή του. Σπασμένες καρδιές και ένα «βουβό ουρλιαχτό», όπως το αποκαλεί ο Μπαμπασάκης, μένουν στο διάβα μιας σαρωτικής αφήγησης που δικαίως ανέδειξε τον συγγραφέα σε έναν από τους σπουδαιότερους του 20ού αιώνα.

 

ΑΛΕΞΑΝΤΑΡ ΓΚΑΤΑΛΙΤΣΑ

Ο Μεγάλος Πόλεμος

Μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, Καστανιώτη

Αν εξαιρέσεις τον σπουδαίο Μίλοραντ Πάβιτς (το Λεξικό των Χαζάρων του κυκλοφορεί επίσης από τον Καστανιώτη), ελάχιστοι είναι οι σπουδαίοι Σέρβοι συγγραφείς που είναι γνωστοί στη χώρα μας. Ο Αλεξάνταρ Γκατάλιτσα είναι ένα τυπικό δείγμα μεγάλου συγγραφέα ο οποίος καταθέτει ένα σύνθετο μυθιστόρημα για την πολύπλοκη διάσταση του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Η λέξη «επικό» περιγράφει απόλυτα τον Μεγάλο Πόλεμο, με τις επιρροές από τον Αισχύλο και τον Θουκυδίδη να είναι παραπάνω από εμφανείς. Μόνο που ο πολυσχιδής συγγραφέας δεν μένει απλώς στην ιστορικοπολιτική διάσταση ενός πολέμου που θα μετέτρεπε τη μυθοπλασία σε αφορμή για διεξοδική εξιστόρηση. Διεισδύει βαθιά στην απεικόνιση των ετερόκλητων χαρακτήρων οι οποίοι αποτελούν τη βάση της αφήγησης. Σε ένα απέραντο σκηνικό που απλώνεται από την καρδιά των Βαλκανίων στα βάθη της Τουρκίας, στην Ελλάδα ακόμα και στην Κεντρική Ευρώπη και με διαφορετικούς τρόπους εξιστόρησης –μπορεί ακόμα και να παρομοιάζει τους εναλλάξ θανάτους στο μέτωπο με το δέσιμο των κορδονιών των άρβυλων ενός στρατιώτη(!)–, ο Γκατάλιτσα ξεδιπλώνει όλο του το αφηγηματικό εύρος: πάντα όμως πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζουν οι ανθρώπινοι χαρακτήρες, μυθικοί ή πραγματικοί. Συγκλονιστική η ιστορία του Ρώσου στρατιώτη Ριζάνοφ που ήξερε απ' έξω όλη την αρχαία τραγωδία και τον Πλάτωνα και διοργάνωσε ένα συμπόσιο για τους πεινασμένους φαντάρους, ανάλογο με το «Σατυρικόν» του Πετρώνιου, μόνο που το αντικείμενο ήταν ένα ψοφίμι αλόγου. Του απόστρατου Γκιγιόμ Απολινέρ, ο οποίος επέστρεψε από τον πόλεμο με μια τρύπα στον κρόταφο, αλλά με τον Σταυρό της Τιμής καρφιτσωμένο στο πέτο του, τον οποίο δεν αποχωριζόταν ούτε όταν πήγαινε στο Καφέ ντε Φλορ. Του Γάλλου πολεμικού ανταποκριτή Φερί Πιζανό, ο οποίος στέλνει διαρκείς ανταποκρίσεις από όλα τα μέτωπα και κάποια στιγμή από την Κέρκυρα, όπου μιλάει για την Ελλάδα και τους Έλληνες «που ζουν στις πίσω αυλές και τα παιδιά τους μένουν κολλημένα πολύ καιρό στη φούστα των μανάδων και των γιαγιάδων τους, ακόμα και όταν μεγαλώσουν, και οι ηλικιωμένοι είναι αιωνίως σιωπηλοί και απορροφημένοι στις σκέψεις τους, μ' ένα τσιγάρο από κακό καπνό ανάμεσα στα δόντια τους», μπερδεμένοι για τον ρόλο που πρέπει να παίξουν σε αυτό τον πόλεμο. Του Βιεννέζου ψυχαναλυτή Χάινριχ Αουφσνάιντερ, γιατρού του υγειονομικού σώματος του αυστρο-ουγγρικού στρατού, που έγραψε τη δική του μελέτη για τους υποψήφιους προς εκτέλεση, και γεμάτος ενοχές για μια εργασία που φτιάχτηκε από κομμάτια θανάτου άρχισε τις «τοτεμικές» ταυτίσεις, αρρωσταίνοντας πραγματικά – πρόλαβε ωστόσο, πριν πεθάνει, να αποτελέσει τον τελευταίο υποψήφιο προς θάνατο, παραδίδοντας τελικά την εργασία του στον μέντορά του Φρόιντ. Δεν υπάρχει, πραγματικά, σκηνικό που να μένει έξω από την αφήγηση, με τις εναλλαγές των αφηγηματικών τρόπων να εκτείνονται από εκτενείς περιγραφές έως επιστολές και φανταστικά μεταφορικά παιχνίδια.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO