Υπάρχουν κάποιοι που μπαίνουν στα κλουβιά με τα άγρια θηρία και βγαίνουν ζωντανοί, που κάνουν παρέα με τον Άμλετ, τον Σταυρόγκιν και τον Δον Κιχώτη, ακούνε τις βαριές ανάσες τους, νιώθουν πάνω τους τα νύχια της έντασης, τους κοιτάνε κατάματα και καταλαβαίνουν. Τι ακριβώς; Ότι όλοι αυτοί οι ήρωες που επινόησαν οι συγγραφείς, απόλυτα πραγματικοί, αν και φτιαγμένοι από φανταστικά υλικά, δεν χρειάζονται τις επιστημονικές διεργασίες ή τις διαπιστεύσεις της επάρκειας για να ενσαρκωθούν. Έρχονται επαναστατικά να επιβεβαιώσουν ότι η φιλοσοφική ενατένιση δεν αρκεί για να τους εξηγήσει, ούτε καν οι λέξεις που θα σπεύσουν κάπως άγαρμπα και εντελώς ακανόνιστα να καλύψουν την άβυσσο των ατελείωτων νοημάτων που εκείνοι μας κληροδότησαν. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πέρα αυτήν τη σκέψη, ο συγγραφέας Φιλήμονας Πατσάκης ακούει με προσοχή τα θλιβερά τραγούδια, αλλά και τις παροτρύνσεις –μπαίνοντας τελικά μέσα στο κλουβί– των τροβαδούρων του Μεσαίωνα, καθώς αυτά αντηχούν ηχηρά στους στίχους του Φάουστ, κατεβαίνει στα υπόγεια του Ντοστογιέφσκι και τον βλέπει να συνομιλεί με τους μύστες της Ορθοδοξίας ή στροβιλίζεται πνευματικά, ακολουθώντας τα χνάρια του Δον Κιχώτη και του Μπωντλέρ. Δεν τρομάζει από τον σαιξπηρικό Ριχάρδο και δεν ζαλίζεται από το «Μεθυσμένο Καράβι» του Ρεμπώ. Γιατί, όμως, όλα αυτά και γιατί με αυτούς; Γιατί τους εκλαμβάνει ως τους ήρωες που βοήθησαν να ακουστεί στεντόρεια όχι μόνο η ελεύθερη φωνή της βούλησης αλλά και η ανάγκη της δημιουργίας. Ο συγγραφέας μιλάει μεν για αυτεξούσιο, αλλά αφήνεται να παρασυρθεί από τα μυστήρια της σιωπής – διεκδικεί την αυτάρκεια στην έκφραση, αλλά δεν μένει μόνο εκεί. Αν κάτι είναι τόσο ουσιαστικό σε αυτήν τη μελέτη σε σχέση με τις υπόλοιπες, είναι ότι αυτή αγωνιά - γιατί αυτή είναι η ακριβής λέξη αναφορικά με τη δυνατότητα που έχουν η λογοτεχνία και η ποίηση περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να μας βοηθήσουν να ξαναορίσουμε τον κόσμο σε μια εποχή απώλειας του νοήματος. Χρησιμοποιώντας, δηλαδή, κατεξοχήν απαισιόδοξους ήρωες, ο Φιλήμονας Πατσάκης καταθέτει το πιο ανθρώπινο και αισιόδοξο ανάγνωσμα σε καιρούς χαλεπούς, το Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους - Λογοτεχνία και αυτεξούσιο / Δον Κιχώτης, Άμλετ, Φάουστ, Ρεμπώ, Ντοστογιέσφκι, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάρχεια και εκπληρώνει αυτό που ευαγγελίζεται με την αγαπησιάρικη ανοιχτή προτροπή προς τους αναγνώστες να ακολουθήσουν τους «ανεπίσημους νομοθέτες του κόσμου» που είναι οι ποιητές –η φράση είναι από τον Σέλεϊ– και να ξαναδούν τους λογοτέχνες και τα μεγάλα έργα από την αρχή. Από εκεί, δηλαδή, όπου «η γραφή στέκεται αποσβολωμένη μπροστά στα αδιέξοδα της ύπαρξης και πραγματώνει μια σχέση με τους αναγνώστες, μια σχέση με την άβυσσο». Μόνο έτσι θα δουν τι σημαίνει ένα μεγάλο έργο που διαμορφώνει έναν χώρο «βίαιης αμφισβήτησης, αυτής δηλαδή που προκαλείται τόσο στη γραφή όσο και στην κατανόηση. Ο λόγος δεν υλοποιεί την αλήθεια, η σαγήνη του βρίσκεται στη συγκέντρωση και στην αναμόχλευση των ερωτημάτων» και όχι των βέβαιων απαντήσεων.

 

Ο συγγραφέας φροντίζει στο βιβλίο του να καταστήσει τους λογοτεχνικούς ήρωες ιδανικούς συνομιλητές για όλους εμάς, να τους μεταθέσει στο παρόν, να τους βάλει στα χέρια φωτιά και να τους αφήσει ελεύθερους στις σελίδες.


Γι' αυτό και από την εισαγωγή ακόμα ο Πατσάκης διαχωρίζει τη θέση του από άλλες επιστημολογικές προσεγγίσεις, από τους ιδεολογικούς κανόνες της ανάγνωσης, σαν αυτούς που ενδεχομένως θέτουν με αυστηρά κριτήρια μελετητές όπως ο Χάρολντ Μπλουμ, ή από τις μεθοδολογικές ή θετικιστικές κατηγοριοποιήσεις που το μόνο που κάνουν είναι να δημιουργούν μια νέα δυστοπία. Αντιθέτως, προτιμά τα ανοιχτά ενδεχόμενα που προτάσσει η ποιητική μεταφορά ή τη δύναμη του μηδενός που ενσταλάζει στο μαύρο της ύπαρξης η δημιουργική αμφιβολία. Σάρκα, αίμα και συνειδησιακές ροές λειτουργούν ακατάπαυστα με μοναδικό σκοπό το άνοιγμα νέων δρόμων κόντρα στην πειθαρχία της αποτελεσματικότητας και του χρήσιμου. Αρκεί να αναθεωρηθούν οι όροι και οι συνθήκες όχι προς την κατεύθυνση της εξέλιξης, αλλά της ανατροπής, όπως αυτή που επέφερε ο «κομήτης Ρεμπώ», ο ερωτευμένος Βέρθερος ή ο τραγικός Άμλετ, ο οποίος θρυμματίζει το πραγματικό σε χιλιάδες κομμάτια. Από τις ρωγμές του ανακύπτουν οι μετέωρες αποφάσεις, τα δημιουργικά διλήμματα, η επαναξιολόγηση των αξιών, αφού «καμία αρετή δεν είναι ικανή να μπολιάσει τη γέρικη γενιά μας». Καθώς η φωνή του Μάρκελλου ακούγεται παντού και όχι μόνο στη σάπια Δανιμαρκία, φαίνεται πια πως για τον Άμλετ «ο κόσμος όλος είναι ένα κάτεργο. Η γη δεν είναι πια γι' αυτόν παρά ένα άγονο ακρωτήρι, ο ουρανός μια βρομερή και μολυσμένη μάζα από ατμούς και ανθρώπους, μια πεμπτουσία σκόνης. Ο Άμλετ νιώθει κυριολεκτικά εγκάθειρκτος μέσα σε αυτό τον κόσμο και την απάνθρωπη ανθρωπότητα που κάνουν τον βίο αβίωτο και ανύπαρκτη την ύπαρξη».


Ωστόσο, ένας τέτοιος σαιξπηρικός ήρωας δεν ματαιοπονεί, αλλά εξακολουθεί να ελπίζει, καθώς το πένθος του ορθώνεται και ρίχνει τα τείχη της παντοδύναμης σιγουριάς: της εξουσίας, της οριοθετημένης σκέψης, ακόμα και του χωροχρόνου. Τα πάντα πραγματώνονται πλέον σε παρόντα χρόνο και γίνονται ορατά σαν αποκάλυψη, κάτι που μόνο ο Σαίξπηρ κατάφερε με τόσο τολμηρή ικανότητα να δει. Στα χνάρια του βαδίζει ο Βέρθερος του Γκαίτε, τον οποίο διαβάζει με μανία ο Ντοστογιέφσκι, τονίζοντας τη σπουδαιότητα των φτωχών και των κατατρεγμένων και αποκαλύπτοντας ένα δράμα που ερμηνεύει τον κόσμο σήμερα, όχι ως κάτι νοσταλγικό ούτε ως κάτι που αναμένεται να συμβεί στο μέλλον. Σε αυτήν τη γραμμή των συγχρονικών εκτιμήσεων που αναδεικνύουν το τώρα μαζί με το αύριο εντάσσεται και η προσέγγιση του Ρεμπώ για την ύπαρξη, την οποία ο ίδιος βλέπει ως μια παράλογη επανάληψη. Με τον Ρεμπώ, και λίγο αργότερα με τον Νίτσε, η ανθρωπότητα εναντιώνεται στην έννοια της προόδου και στην ντετερμινιστική θεώρηση της Ιστορίας. Όλα γίνονται στο τώρα, γι' αυτό οι ανάσες μετράνε περισσότερο από τις ιαχές της νίκης, με την αγωνία να σφραγίζει την ανθρώπινη ύπαρξη περισσότερο από την ενοχή. Αφού, λοιπόν, ο συγγραφέας μάς εξηγήσει ακριβώς τι αλλαγές επέφεραν στην ανθρώπινη ηθική στάση οι επαναστάσεις και τα μεγάλα γεγονότα που επηρέασαν τους διάφορους ποιητές και συγγραφείς, περνάει στη σημασία του έργου τους σήμερα, όπως, μεταξύ άλλων, στην ποίηση του ανεμοστρόβιλου που λέγεται Ρεμπώ, αφού ίσως ποτέ κανείς άλλος δεν κατάφερε να είναι ταυτόχρονα τόσο μοντέρνος και τόσο κλασικός Εκεί στήριξαν οι σημερινοί τις ελπίδες τους, σε αυτή την εποχή των ιδανικών αυτουργών και των δολοφόνων, όπως την αποκάλεσε ο Χένρι Μίλερ μιλώντας για τον Ρεμπώ και όπως τη δόξασαν η Πάτι Σμιθ, οι μετέπειτα ποιητές και οι ανέστιοι καλλιτέχνες. Ο συγγραφέας φροντίζει στο βιβλίο του –με ένα κατατοπιστικό επίμετρο από τον Στέφανο Ροζάνη– να καταστήσει τους λογοτεχνικούς ήρωες ιδανικούς συνομιλητές για όλους εμάς, να τους μεταθέσει στο παρόν, να τους βάλει στα χέρια φωτιά και να τους αφήσει ελεύθερους στις σελίδες – τι άλλο καλύτερο να ζητήσει κανείς από έναν συγγραφέα και αναγνώστη;

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO