Από τότε που η Σέλεϊ άφησε το τέρας να περιδιαβαίνει αβίαστα ανάμεσα στο γένος των ανθρώπων, επιβεβαιώνοντας πως το πιο ευαίσθητο κομμάτι μας είναι αυτό που ποτέ δεν θα μας μοιάσει, είναι άπειρη η πινακοθήκη των τεράτων που αμφισβήτησαν τον άνθρωπο. «Φύγε, φύγε και άσε με στο σκοτάδι» φωνάζει το τέρας στον αλλόκοτο δημιουργό που θεωρούσε πως η πιο φυσική κατάσταση είναι η δική του. Ωστόσο το τέρας που έμεινε στις μνήμες όλων ως Φρανκενστάιν ξεπέρασε –και εδώ είναι η μεγάλη ειρωνεία– τον δημιουργό του, αποδεικνύοντας πως κανείς πραγματικός αμφισβητίας δεν θέλησε να μείνει κοντά στον άνθρωπο. Ο Κάφκα κρύφτηκε στο λαγούμι του γράφοντας ιστορίες για τα ζώα, ο Κόνραντ αναζήτησε διακαώς τα σκοτάδια και ο Μέλβιλ αφοσιώθηκε, μέσα από τη γραφή, στο δικό του κήτος. Μακριά από τις χαρές της λογοτεχνίας και φτιάχνοντας μια θραυσματική θεωρία με την τεχνική του κολάζ, ένας άλλος συγγραφέας αναζητά τη δική του γραμμή διαφυγής από τα ανθρώπινα: χιουμορίστας, ειρωνικός, συνεπής στο καυστικό μένος ευτυχώς, ο διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών και συγγραφέας Θωμάς Τσακαλάκης δεν κάνει καμία προσπάθεια να είναι αρεστός. Δεν θα μπορούσε άλλωστε ένας dilettante να προσφέρει άλλο ένα θεωρητικό ανάγνωσμα –κάτι που αυτομάτως θα συνιστούσε πράξη ψευτο-ανθρωπισμού–, προτιμώντας, αντ' αυτού, την υπονομευτική χρήση της «τελευταίας μεγάλης αφήγησης» που «προσομοιώνει τις αξιογέλαστες Μεγάλες Αφηγήσεις του παρελθόντος δίχως να (παριστάνει ότι) αναπαράγει την εσχατολογία».

 

Παγιδευμένος σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο, ο αποσυνάγωγος, όσο ευνοϊκά προσκείμενος και αν είναι προς την αλλαγή, αδυνατεί να καταργήσει την τάση για εξομοίωση και τον νεκροθάφτη που απειλεί να μετατρέψει τις αμφιβολίες σε οριοθετημένες ιδέες, θάβοντας τελικά τις ουσιαστικές γνώσεις.

 

Η ξεχωριστή Μισανθρωπία του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη, δίνει, ως εκ τούτου, το στίγμα μιας μετα-αφήγησης για όλα όσα δεν θα μπορούσε ή δεν οφείλει να είναι η μισανθρωπία και όλα όσα μας κρατούν μακριά από την προβλέψιμη ανθρώπινη κάστα, πνευματική, λογοτεχνική, τεχνοκρατική, μιντιακή. Ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι δεν θέλει να συγγράψει ένα σχοινοτενές έργο περί μισανθρωπίας, ο Τσακαλάκης αναζητά σε μια «γκονζοντολογική», όπως την αποκαλεί, τυχαία διαδρομή τις ατραπούς της εκάστοτε αυταπάτης και τους δαίμονες των αποτροπιαστικών κλισέ που βαραίνουν τον ανθρώπινο λόγο. Χαρακτηριστικό είναι ότι η φιλοσοφία, την οποία φαίνεται να διακονεί, έχει ξεχάσει προ πολλού πως βασίζεται στην αμφισβήτηση, στην αναρχική διαφωνία και στο πολιτικό πανκ που καταργεί τη μονότονη μουσική των βεβαιοτήτων. Παρ' ότι ο ίδιος, ως φιλόσοφος, δείχνει να διατηρεί μια ηθική στάση απέναντι στη μισανθρωπία, στον βαθμό που καταδεικνύει μια στάση και μια κατάσταση πραγμάτων, δεν παρασύρεται από τις σειρήνες της κανονιστικότητας ούτε υποδεικνύει τρόπους. Μένει κοντά στους νιτσεϊκούς, στον Ζιλ Ντελέζ και στον Σάιμον Κρίτσλεϊ και, ακολουθώντας υπόγεια το παράδειγμά τους, αποπειράται να εντοπίσει τις δικές του εγγενείς καταστάσεις μέσα από θαρραλέους νεολογισμούς, παράδοξα σχήματα, δυσνόητα επίθετα και μια υψιπετή θεώρηση που μόνο μια πλεονεκτική μισανθρωπική θέση στο σύμπαν μπορεί να διαμορφώσει. Από 'κει, δηλαδή από την ειρωνική αποστασιοποίηση που αποκρυπτογραφεί τις κακότροπες συνθήκες της ανθρώπινης τάξης, ξεκινά να φτιάξει τη δική του ελεγεία της μισανθρωπίας, αυτό το ακατάσχετο ρητορικό ποίημα που αφήνει έξω οτιδήποτε ποταπό και εύκολο. Ως εκ τούτου, μισάνθρωπος δεν είναι αυτός που μισεί τον άνθρωπο ή που θέλει να εκδικηθεί το γένος των ανθρώπων, αλλά ούτε ο νιχιλιστής – γιατί αυτό θα προϋπέθετε την αισιοδοξία, έστω ως το αντίθετό της. Είναι μάλλον ένας εκλεπτυσμένος μισανθρωπικός πεσιμιστής, όπως τον περιγράφει ο ίδιος, που απεχθάνεται τις αυθαίρετες γενικεύσεις, τα εύκολα συμπεράσματα, τη λογική της αγέλης, τη νοσηρότητα του πνεύματος, τον φιλισταϊσμό του ανθρωπισμού, την έλλειψη δημιουργικότητας και ευαισθησίας.

 

Καμία εποχή δεν υπήρξε καλύτερη από την άλλη όσον αφορά την αβελτηρία του ανθρώπινου είδους. Ειδικά η σημερινή έχει αποκαλύψει σε όλο της το φάσμα, κυρίως μέσω του Διαδικτύου, τη συμπλεγματική οίηση και τη βαθιά απέχθεια προς την ενδελεχή γνώση που επιδεικνύουν οι «κυνικοί και ληθαργικοί όναγροι» όπως τους αποκαλεί ο συγγραφέας: «Το μακροϊστορικό εσωτερικό ρολόι του μυσαρού είδους μας ήταν, τρόπον τινά, συγχρονισμένο στην εντέλεια ούτως ώστε να εμφανίσουμε το πλέον φρικώδες πρόσωπό μας σε μια εποχή η οποία ευνοεί το συναισθηματικό νεύμα αλλά όχι το ευρηματικό πνεύμα, και που προκρίνει τον φανατισμό, τα soundbites, την παρά- και υπερ-πληροφόρηση, τη δογματική ομοιογένεια, την απαρασάλευτη πίστη, τις αναμασημένες αδολεσχίες, τη φάρσα και την καθαγιασμένη ασυγκινησία έναντι της σύνεσης, της συλλογιστικής, της τεκμηριωμένης υποστήριξης ρηξικέλευθων στοχασμών, του δηκτικού wit και της ενσυναίσθησης: κατ' αυτό τον τρόπο, η μετάβασή μας στον ανώτερο αναβαθμό αποκτήνωσης πραγματώνεται άνευ δισταγμών (εκ μέρους των πολλών) ή μεγάλης αντίστασης (από τους λίγους). Αφ' ης στιγμής στον "ανεπτυγμένο" κόσμο εξιδανικεύεται συστηματικώς η υπερταχεία της άκοπης και άμεσης ικανοποίησης των επιθυμιών, όποιος επιλέγει να περπατήσει στο χορταριασμένο και δύσβατο μονοπάτι της εσωτερικής ανάγκης για την απόκτηση γνώσεων, ακόμη και ο άριστος (ή μάλλον ιδίως αυτός) λογίζεται ως αλλοπρόσαλλος ή επικίνδυνος, και καταλήγει αποσυνάγωγος». Παγιδευμένος σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο, ο αποσυνάγωγος, όσο ευνοϊκά προσκείμενος και αν είναι προς την αλλαγή, αδυνατεί να καταργήσει την τάση για εξομοίωση και τον νεκροθάφτη που απειλεί να μετατρέψει τις αμφιβολίες σε οριοθετημένες ιδέες, θάβοντας τελικά τις ουσιαστικές γνώσεις. Ο αποσυνάγωγος Φρανκενστάιν-Προμηθέας μένει έτσι για πάντα κρεμασμένος από τον βράχο με το γένος των βροτών να του τρώει τα σωθικά και με τις παράδοξες σκέψεις θαμμένες βαθιά στο ανάλαφρο χώμα της ανθρώπινης άγνοιας. Ωστόσο δεν εγκαταλείπει αλλά αρθρώνει διαρκώς μια κραυγή αγωνίας γεμάτη ποίηση και ευφάνταστες σκέψεις, όπως το βιβλίο που μας προσφέρει αβίαστα ο ευγενής μισάνθρωπος –οποίος τίτλος τιμής!– Θωμάς Τσακαλάκης.

 

 

 

Περίοπτοι μισάνθρωποι που παρατίθενται στο βιβλίο

Νικολά Σαμφόρ: Ο πιο διαβόητος ίσως Γάλλος γνωμικογράφος του 18ου αιώνα δεν θα μπορούσε παρά να κατέχει ξεχωριστή θέση σε ένα τέτοιο βιβλίο, τόσο μέσα από διαρκείς αναφορές όσο και μέσα από παραθέσεις σε τεράστια υπερκείμενα. Είναι, άλλωστε, εκείνος που διατύπωσε τη διάσημη ρήση «Όποιος δεν έχει γίνει μισάνθρωπος έως τα σαράντα του, ποτέ του δεν αγάπησε το ανθρώπινο είδος» και που ενέπνευσε πλείστους μισάνθρωπους όπως ο Σιοράν, ο οποίος, αποτίνοντας φόρο τιμής στον μεγάλο δάσκαλο, είπε πως «το να γίνεις εχθρός του ανθρώπινου γένους ήταν σαν να φτάνεις στην όσο το δυνατόν υψηλότερη αξιοπρέπεια».


Σάμιουελ Μπέκετ: Ο υπαρξιακός προασπιστής του παραλόγου επανέρχεται διαρκώς στις σελίδες του Τσακαλάκη ως ένας σοφός μισάνθρωπος που στο Τέλος του παιχνιδιού επιμένει πως «δεν υπάρχει αστειότερο πράγμα από τη δυστυχία», κόντρα στην «ανθρωποκεντρική θεώρηση της ζωής».


Νίτσε: Παρά τις διαφωνίες του όσον αφορά τη θεωρία της βούλησης, ο συγγραφέας της Μισανθρωπίας επικαλείται συχνά-πυκνά τον φιλόσοφο και την κριτική του στον δυτικό ανθρωπισμό. «Πόση αλήθεια αντέχει ένα πνεύμα, πόση αλήθεια τολμά; Αυτό γινόταν για μένα ολοένα και περισσότερο ένα κριτήριο αξιών. Η πλάνη (η πίστη στο ιδεώδες) δεν είναι τυφλότητα, η πλάνη είναι δειλία...». Ο συγγραφέας μας θυμίζει επίσης πως ο Νίτσε είναι αυτός που αναγνώρισε ότι «ειδικώς οι εκλεκτοί άνθρωποι με υψηλό γούστο τείνουν να αποφεύγουν τη συναναστροφή τους με το άθλιο πλήθος, μολοντούτο σπεύδει να συμπληρώσει ότι οι φιλόσοφοι που είναι όντως προορισμένοι για γνώση οφείλουν να καταπιαστούν με την εκ του σύνεγγυς μελέτη του μέσου ανθρώπου, όσο απογοητευτικό και σκληρό και αν είναι ένα τέτοιο έργο».


Ανατόλ Φρανς: Καθώς ο διάσημος αποσυνάγωγος συγγραφέας δεν συμπεριλήφθηκε τυχαία στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων του Βατικανού (Index Librorum Prohibitorum), δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα βιβλίο περί μισανθρωπίας. Είχε μάθει από νωρίς πόσο μικρόνοες είναι οι άνθρωποι επιμένοντας πως «Είναι ανώφελο να απευθύνεσαι στη νόησή τους: οφείλεις να αγγίξεις τα συμφέροντα και τα πάθη τους».


Μαλντορόρ: Ξεχωριστή θέση στον γοητευτικό κύκλο της μισανθρωπίας δίνει ο Τσακαλάκης στην ποιητική περσόνα του κόμη Λοτρεαμόν: «Στα κύκνεια, κυνικά και κύκλια Άσματά του, ο Maldoror Lautréamont Isidore-Lucien Ducasse (όπως ήταν το "κανονικό" του όνομα), αυτός ο υμνητής του Κακού και της μελαγχολίας, ουδέποτε ανακρούει πρύμναν: όλοι οι άνθρωποι είναι μοχθηροί και ανάξιοι για έρωτα ή φιλία, αλλά ευτυχώς κάποτε πεθαίνουν: η φιλανθρωπία και η ευσπλαχνία είναι κίβδηλες: η ανθρωπότητα είναι "τίγρισσα μητριά", και τα παιδιά της γαλουχούνται στο άδικο και τη βλαστήμια».


Γκράουτσο Μαρξ: Ο διάσημος κωμικός ήταν ένας ευφάνταστος και ακριβής μισάνθρωπος, όπως καταδεικνύει και η περίφημη φράση του από το Duck Soup –και όχι μόνο– πως οι "άνθρωποι μπορεί να δείχνουν ηλίθιοι και να μιλούν σαν ηλίθιοι, αλλά μη σας ξεγελούν: είναι όντως ηλίθιοι"»

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO