Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
20.02.2018
Στέλιος Ελληνιάδης: ο ακτιβιστής της ελληνικής μουσικής
ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στέλιος Ελληνιάδης: ο ακτιβιστής της ελληνικής μουσικής

Ο Κωνσταντινουπολίτης μουσικός παραγωγός, μάνατζερ, συγγραφέας, κινηματογραφιστής και δημοσιογράφος αφηγείται τη ζωή του και μαζί τη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού τραγουδιού στο LIFO.gr

Νιώθω ευλογημένος γιατί γνώρισα πολλούς ανθρώπους, που με βοήθησαν στη ζωή μου. Δεν βλέπαμε το τραγούδι με τη στενή έννοια, το θεωρούσαμε ζωντανό στοιχείο της κοινωνίας και του πολιτισμού, έναν φορέα τάσεων και ιδεών.
Νιώθω ευλογημένος γιατί γνώρισα πολλούς ανθρώπους, που με βοήθησαν στη ζωή μου. Δεν βλέπαμε το τραγούδι με τη στενή έννοια, το θεωρούσαμε ζωντανό στοιχείο της κοινωνίας και του πολιτισμού, έναν φορέα τάσεων και ιδεών.

Γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη το καλοκαίρι του 1950, στα Ταταύλα. Η μητέρα μου ήταν μοδίστρα εξαιρετικής δεξιοτεχνίας και ποιότητας, ενώ ο πατέρας μου ήταν ζαχαροπλάστης. Καταγόταν από τη Σινασό της Καππαδοκίας και ο προπάππους μου, ο παππούς του πατέρα μου, είχε ένα μεγάλο κατάστημα στο Φανάρι.

 

Έχω βρει, μάλιστα, επιστολόχαρτα του προπάππου μου του Πρόδρομου από το 1870! Δεν πήρα, βέβαια, το όνομά του, γιατί η μητέρα μου είχε δυσκολία με τις γέννες και με είχε τάξει στον Άγιο Στυλιανό, τον προστάτη των βρεφών.

 

Μαζί με την αδερφή μου, τη Βασιλική, που πήρε το όνομα της γιαγιάς και που ήρθε λίγο μετά στον κόσμο, ζούσαμε όλοι μαζί στην Κωνσταντινούπολη σε μια εποχή που από πολλούς έχει χαρακτηριστεί «χρυσή». Ο ελληνισμός είχε ανασυγκροτηθεί και οι κοινότητές του ήταν εξαιρετικά ανθηρές.

 

Οι δραστηριότητες βασίζονταν κατά πολύ στην Εκκλησία, όχι με τη θρησκευτική αλλά με την κοινοτική έννοια, κάτι πολύ σημαντικό! Υπήρχε μια συνεχής ροή καλλιτεχνών από την Ελλάδα, αφού το ελληνικό τραγούδι ήταν πολύ δημοφιλές, όχι μόνο στους Τούρκους αλλά και στους Αρμένιους, στους Κούρδους κ.λπ. Μιλάω κυρίως για το λαϊκό και το ελαφρό τραγούδι.

 

• Θυμάμαι την αρμονική συνύπαρξη μεταξύ των μειονοτήτων και του πλειοψηφούντος τμήματος των Τούρκων. Τίποτα δεν έδειχνε ότι τα πράγματα θα έπαιρναν δραματική τροπή! Να σκεφτείς ότι στα Ταταύλα, μια τεράστια περιοχή, υπήρχαν τέσσερις ελληνορθόδοξες εκκλησίες και κανένα τζαμί.

 

Οι γονείς μου μας έπαιρναν μαζί τους στα κέντρα διασκέδασης ή τις ταβέρνες κι εκεί άκουσα και είδα από τη Ζωζώ Σαπουντζάκη και τον Τσιτσάνη μέχρι τον Καζαντζίδη και τον Μητσάκη. Σχεδόν όλοι έρχονταν εκείνα τα χρόνια.

 

Λόγω της καταγωγής μου έχω μεγάλη αγάπη για τους Έλληνες ανά τον κόσμο. Ποτέ δεν θεώρησα τον ελληνικό πολιτισμό εγκλωβισμένο σε σύνορα, αντιθέτως πίστευα πως ο αποκλεισμός του εντός συγκεκριμένου γεωγραφικού πλαισίου υπονόμευε και κουτσούρευε την οικουμενικότητά του. Δεν είναι ένα μαγαζάκι για εδώ ο ελληνικός πολιτισμός.

 

• 6 προς 7 Σεπτεμβρίου του 1955 ανατρέπονται τα πάντα μέσα στις λίγες ώρες μιας νύχτας! Επρόκειτο για ένα πογκρόμ οργανωμένο από το τουρκικό παρακράτος, στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν μάζες προωθημένες από την τουρκική ενδοχώρα προς την Κωνσταντινούπολη. Το πρόσχημα ήταν το Κυπριακό, μια και οι Άγγλοι είναι ικανότατοι στο να διαιρούν τους λαούς και να τους βάζουν να συγκρούονται μεταξύ τους. Εκείνοι μετέτρεψαν τον αντιαποικιακό αγώνα των Κυπρίων σε ελληνοτουρκική διένεξη.

 

Ακόμη είναι ανοιχτή η πληγή αυτή, παρόλο που έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας! Εκεί, λοιπόν, το ελληνικό στοιχείο ήταν ισχυρότατο, όχι από αριθμητική άποψη αλλά απ' αυτήν της πολιτισμικής παρουσίας.

 

Ύστερα οι Έλληνες φοβόντουσαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μέσα σ' ένα περιβάλλον εχθρικό ‒ εχθρικός δεν ήταν ο τουρκικός λαός αλλά οι εθνικιστές, που τους δόθηκε το πράσινο φως και ξεθάρρεψαν. Φαντάσου πόσο φυσιολογική κατάσταση ήταν να μην έρχονται στις ελληνικές συνοικίες οι Τούρκοι, οι Εβραίοι ή οι Αρμένηδες αν δεν μιλούσαν ελληνικά!

 

Ο παππούς μου με το κατάστημα στο Φανάρι δεν μιλούσε καθόλου τουρκικά, δεν χρειαζόταν καν, εφόσον όλοι οι άλλοι μιλούσαν ελληνικά! Μετά, όμως, δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις στον δρόμο ή με το τραμ. Ο εθνικιστής είχε κάθε δικαίωμα να σε χαστουκίσει και να σου πει «μίλα τουρκικά, τι γλώσσα είν' αυτή που μιλάς;».

 

Λόγω της καταγωγής μου έχω μεγάλη αγάπη για τους Έλληνες ανά τον κόσμο. Ποτέ δεν θεώρησα τον ελληνικό πολιτισμό εγκλωβισμένο σε σύνορα, αντιθέτως πίστευα πως ο αποκλεισμός του εντός συγκεκριμένου γεωγραφικού πλαισίου υπονόμευε και κουτσούρευε την οικουμενικότητά του. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Λόγω της καταγωγής μου έχω μεγάλη αγάπη για τους Έλληνες ανά τον κόσμο. Ποτέ δεν θεώρησα τον ελληνικό πολιτισμό εγκλωβισμένο σε σύνορα, αντιθέτως πίστευα πως ο αποκλεισμός του εντός συγκεκριμένου γεωγραφικού πλαισίου υπονόμευε και κουτσούρευε την οικουμενικότητά του. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Τρία χρόνια μάζευε λεφτά ο πατέρας μου και το 1958 οργανώθηκε η εγκατάλειψη της πατρίδας μας, της Κωνσταντινούπολης. Το '56 μας είχε στείλει εδώ ο πατέρας μου με τη μητέρα μου και την αδερφούλα μου διερευνητικά, για διακοπές, για να δούμε πώς ήταν τα πράγματα.

 

Τελικά, μείναμε στο φτωχικό σπίτι της αδερφής της μάνας μου, που είχαν χαθεί μεταξύ τους το '22 στη Μικρασιατική Καταστροφή. Στην Κοκκινιά ήταν το σπιτάκι αυτό και για δύο χρόνια πήγαμε σχολείο στη Νίκαια. Προσπαθώντας να στήσει μια δουλειά ο πατέρας μου, μετακομίσαμε στην πλατεία Καλλιγά, κοντά στην πλατεία Αμερικής.

 

Εν τω μεταξύ, όμως, όταν κατάφερε ν' ανοίξει ένα εργαστήρι ζαχαροπλαστικής, έπεσε σε έναν Έλληνα απατεώνα συνεργάτη που του έφαγε τα χρήματα... Στην Κωνσταντινούπολη, βλέπεις, όλα γίνονταν με τον λόγο, ακόμα και στο δικαστήριο η μπέσα έπαιζε ρόλο, όχι τα χαρτιά.

 

Πού να ήξερε ο πατέρας μου ότι εδώ, αν δεν ήσουν κατοχυρωμένος από εκατό μεριές, τα λαμόγια καιροφυλακτούσαν. Κι έτσι βρεθήκαμε μια ολόκληρη οικογένεια να ζει από ένα τεράστιο σπίτι στην Κωνσταντινούπολη σε ένα υπόγειο διαμέρισμα 49 τετραγωνικών.


• Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ ευτυχισμένα. Είχαμε τέτοια λατρεία για την Ελλάδα, που μας αρκούσε το ότι ήμασταν εδώ. Όταν ήρθαμε το '56 έκλαιγα γιατί ήθελα να περάσω από το τουρκικό τελωνείο ένα τσολιαδάκι και η μητέρα μου φοβόταν πως αν μας έψαχναν και το έβρισκαν θα μας πήγαιναν φυλακή. Ήμουν τόσο αδιάλλακτος, που σκέφτηκε τελικά να το κρύψω μες στο μανίκι του σακακιού μου κι έτσι το έφερα μαζί μου.

 

• Τελείωσα το Γυμνάσιο στην Κολιάτσου και ανέπτυξα πολλές δραστηριότητες. Με πολύ καμάρι λέω ότι οι γονείς μου, ως Κωνσταντινουπολίτες, έδιναν μεγάλη σημασία στην κουλτούρα και στην ανατροφή των παιδιών τους.

 

Ενώ δηλαδή ήμασταν πάμφτωχοι, έκανα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά με δασκάλες. Εκτός από τα παιδιά των μεγάλων οικογενειών, που ήταν ένας άλλος κόσμος, ελάχιστα παιδιά τότε μάθαιναν γλώσσες. Το δικό μου κίνητρο, βέβαια, ήταν η αγάπη για την ποπ μουσική, να μαθαίνω τα λόγια των ξένων τραγουδιών.


• Μαθαίναμε τη μουσική από τις διαφημιστικές εκπομπές των εταιρειών, «Η Ελλαδίσκ παρουσιάζει», «η Κολούμπια» κ.λπ. Έβγαζαν τα 45άρια του Πρίσλεϊ αλλά και πολύ ιταλικό τραγούδι, Σέρτζιο Εντρίγκο κ.ά. Υπήρχε πλουραλισμός στο τραγούδι, ακόμη δεν είχε κυριαρχήσει το αγγλοαμερικάνικο.

 

Κάπου εκεί, στις αρχές του '60, έσκασε το κύμα των ελληνικών ποπ συγκροτημάτων και οι γειτονιές έπαιξαν μεγάλο ρόλο σ' αυτό. Ήταν τα κέντρα από τα οποία ξεκινούσαν τα πάντα. Εμείς ήμασταν οι Καλλιγάδες, κωλοπετσωμένα παιδιά στην πρώιμη εφηβεία μας, και είχαμε φτιάξει σπαθιά, βέλη και ακόντια. Συνηθίζαμε να κάνουμε επιδρομές σε άλλες γειτονιές και το ίδιο γινόταν σε μας. Μη φανταστείτε τίποτα τρομερά πράγματα, όπως τα μαχαιρώματα στην Αγγλία, εμείς παιχνίδι το είχαμε.

 

Έφτιαξα την Αθλητική Ένωση Καλλιγά με τα αρχικά της ΑΕΚ, έχοντας μανία με το ποδόσφαιρο. Θυμάμαι ότι με κάποια λεφτά που βγάλαμε είχαμε πάει στην Ομόνοια και αγοράσαμε εμφανίσεις, φανέλες, κάλτσες κ.λπ. Έχει σημασία το ότι η παρέα μας είχε και κορίτσια, ήταν μεικτή, κάτι σχετικά σπάνιο για τα δεδομένα της εποχής.

 

Οι αντιλήψεις μου άλλαξαν στην κατάληψη της Νομικής, όταν αρχίσαμε πολιτικά να προσγειωνόμαστε στην ελληνική πραγματικότητα. Τα διεθνιστικά μπήκαν στην άκρη, αφού εδώ ζούσαμε. Να φανταστείς ότι κάθισα και με κούρεψαν, όχι με το ζόρι, αλλά στο πλαίσιο της αλλαγής. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Οι αντιλήψεις μου άλλαξαν στην κατάληψη της Νομικής, όταν αρχίσαμε πολιτικά να προσγειωνόμαστε στην ελληνική πραγματικότητα. Τα διεθνιστικά μπήκαν στην άκρη, αφού εδώ ζούσαμε. Να φανταστείς ότι κάθισα και με κούρεψαν, όχι με το ζόρι, αλλά στο πλαίσιο της αλλαγής. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Στην πλατεία Καλλιγά έμεναν η Κατερίνα Γώγου με τον Παύλο Τάσιο, ο Γιώργος Σαμπάνης από το Ελεύθερο Θέατρο, η Μάριον Σίβα, ο κονφερασιέ Γιώργος Οικονομίδης, ο Βουτσάς, ο Λαζάνης του Θεάτρου Τέχνης, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας που δεν τον άφηνε η μαμά του να παίζει μαζί μας ως μικρότερος, ο Δημήτρης ο Ψαριανός. Σε ακτίνα 300 μέτρων σκέψου ότι υπήρχαν 25 κινηματογράφοι, που τους έχω καταγράψει έναν προς έναν!

 

Εκεί ήταν επίσης τα καλύτερα κλαμπάκια, το Whiskey A Go Go, που σήμερα είναι εγκαταλελειμμένο στο Πεδίον του Άρεως, το Hobby, που εμφανίζεται σε πολλές ελληνικές ταινίες, αλλά και το Village (Βιλάζ), όπου πηγαίναμε μικροί και πολλοί, ακόμα και σήμερα, δεν το ξέρουν. Στο Βιλάζ πηγαίναμε τα κυριακάτικα πρωινά να δούμε τα συγκροτήματα, καθόμασταν και παίρναμε ένα βερμουτάκι, το οποίο δεν το πίναμε κιόλας τέτοια ώρα.

 

Για να είμαστε ακριβείς, την ποπ μουσική δεν την άκουγε όλος ο κόσμος. Είχαν βγει ο Τζορντανέλι, που ήταν κι αυτός Κωνσταντινουπολίτης, οι Charms, οι Idols, η Ζωίτσα η Κουρούκλη, όλοι αυτοί. Ήμασταν λίγοι, αλλά αγαπούσαμε πολύ ενεργά την ποπ και μετά το ερμήνευσα ως εξής: εκπροσωπούσαμε το καινούργιο, αυτό που ερχόταν!

 

Προσωπικά, γνωρίζοντας ξένες γλώσσες, προμηθευόμουν από δυο-τρία σημεία στην Αθήνα τον ξένο Τύπο. Όλες μου οι οικονομίες πήγαιναν στο «Ρεφραίν» της Πατησίων, σε 45άρια δισκάκια. Έμπαινα μέσα και ρώταγα «ήρθε το νέο δισκάκι του Κλιφ Ρίτσαρντ;» κι αν είχε έρθει, το έπαιρνα και η συγκίνηση έφτανε στο απόγειό της μέχρι να γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι. Το παίζαμε το δισκάκι μέχρι καταστροφής του!

 

Σήμερα θα έχω γύρω στα 10.000 βινύλια, δουλεύοντας για χρόνια και στις δισκογραφικές εταιρείες. Το 1967, λοιπόν, είχα πάρει το πρώτο τεύχος του ξένου «Rolling Stone» που είχε μορφή εφημερίδας, αλλά αγόραζα και περιοδικά από Γαλλία και Γερμανία.

 

• Μαγική εποχή, αλλά η δημοκρατία δεν ήταν στα καλύτερά της. Οι δικοί μου, πάλι, ερχόμενοι από την Πόλη, αγαπούσαν καθετί ελληνικό, δεν κάνανε διακρίσεις. Όλα ήταν καλά, ακομμάτιστα και αχρωμάτιστα. Από τον Ζαχαριάδη ως τον βασιλιά, όλοι ήταν Έλληνες.

 

Μετά, όταν ήρθαμε εδώ, αρχίσαμε να ξεχωρίζουμε την ήρα απ' το στάρι. Ζήσαμε τον φόβο των καλλιτεχνών που διώκονταν από το καθεστώς.

 

Θυμάμαι τον ηθοποιό Γιώργο Βρασιβανόπουλο, που ήταν τροτσκιστής και δεν έβρισκε δουλειά γιατί δεν έκανε πίσω στις ιδέες του. Σε μια ταινία είχε υποδυθεί έναν γκέι χαρακτήρα, κάτι πολύ τολμηρό για τα χρόνια εκείνα, κι εμείς, ως παιδιά, πειράζαμε την κόρη του και φίλη μας.

 

Μεγαλώνοντας, αρχίσαμε να παρακολουθούμε τα απελευθερωτικά κινήματα σε Ευρώπη, Ασία και Λατινική Αμερική που συνδέονταν με τη ροκ μουσική, τον Ντίλαν και το Γούντστοκ. Να πω ακόμη ότι στη γειτονιά μας, στη Μιχαήλ Νομικού, έμενε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Έκανε πρόβα με τους Forminx στη σαλοτραπεζαρία κι εμείς καθόμασταν απ' έξω, στο παράθυρο, και τους ακούγαμε. Έτσι γνώρισα τον Βαγγέλη, τον Παπασταμάτη, τον Ντέμη Ρούσσο.

 

Ένα καλοκαίρι γύρισα με οτοστόπ όλη την Ευρώπη. Συνάντησα μεγάλους DJs του εξωτερικού που τους άκουγα στο Radio One από ένα μεγάλο ραδιόφωνο στα βραχέα με μια κεραία που έφτανε ως την ταράτσα. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ένα καλοκαίρι γύρισα με οτοστόπ όλη την Ευρώπη. Συνάντησα μεγάλους DJs του εξωτερικού που τους άκουγα στο Radio One από ένα μεγάλο ραδιόφωνο στα βραχέα με μια κεραία που έφτανε ως την ταράτσα. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Τελειώνοντας το Γυμνάσιο μες στη δικτατορία, έχω μακριά μαλλιά, φοράω καμπάνες, ασπάζομαι τον χιπισμό. Χίπης αλλά και αριστερός, ένα κουρκούτι όλα μαζί (γέλια). Όλα ήταν δημιουργικά, ενδιαφέροντα και μας έδιναν ένα καταπληκτικό υλικό.

 

Ακούγαμε Άρλο Γκάθρι, Ντόνοβαν, Quicksilver Messenger Service, Grateful Dead ‒ από ένα σημείο και μετά σκοτωνόμασταν οι ποπάδες με τους ροκάδες για το δίπολο Beatles - Rolling Stones. Το ίδιο και λίγο πιο πριν, με τη διαφορά μεταξύ Κλιφ Ρίτσαρντ και Έλβις Πρίσλεϊ.

 

Ύστερα ήρθαν οι άνθρωποι οι μεγαλύτεροι από μας, που είχαν μια ευρύτερη κουλτούρα ‒ ο σημαντικότερος για μένα ήταν ο Τάσος Φαληρέας. Ο Πουλικάκος, επίσης. Αυτοί ήρθαν μαζί από το Λονδίνο και μιλούσαν καλά αγγλικά. Ποιος άλλος ταξίδευε τότε; Κανείς. Βγήκα στο εξωτερικό πρώτη φορά το '72 και ήμουν δαχτυλοδεικτούμενος. Έξω πήγαιναν μόνο οι μετανάστες και γύριζαν μετά από είκοσι χρόνια.

 

• Μαζί με τον Γιάννη Πετρίδη πιάνω δουλειά ως DJ σε μία απ' τις πρώτες ντισκοτέκ στην Ελλάδα. Είχε έρθει ένα ζευγάρι Ελλήνων από την Αμερική που πήραν ένα διώροφο κτίριο απέναντι από τον Ιππόδρομο και το έκαναν ντίσκο.

 

Δούλεψα εκεί για τρία χρόνια, από το 1969 ως το '72, παράλληλα με τις σπουδές μου. Έβγαζα καλά χρήματα, αφού δούλευα εφτά μέρες την εβδομάδα και είχα την απόλαυση να παίζω όλα τα ψαγμένα ροκ κομμάτια από την ησυχία του σπιτιού μου στα μεγάλα ηχεία μιας ντισκοτέκ.

 

Λίγο πριν, με θυμάμαι να μοιράζω φέιγ βολάν για τη συναυλία των Stones, Απρίλιο του '67. Πήγαινα στις εκπομπές του Μαστοράκη, κέρδιζα δισκάκια και μου έδινε να μοιράζω διαφημιστικά της συναυλίας. Έτσι άρχισε η εμπλοκή μου με τη διοργάνωση συναυλιών.

 

Ο Στέλιος Ελληνιάδης παρουσιάζει τους Socrates Drank the Conium  (φαίνονται πίσω οι Γιάννης Σπάθας και Αντώνης Τουρκογιώργης) στο Σπόρτινγκ, 1971.
Ο Στέλιος Ελληνιάδης παρουσιάζει τους Socrates Drank the Conium (φαίνονται πίσω οι Γιάννης Σπάθας και Αντώνης Τουρκογιώργης) στο Σπόρτινγκ, 1971.

 

• Παρουσίασα για πρώτη φορά το 1971 τους Socrates drank the conium στην Τερψιθέα του Πειραιά μαζί με τους Εξαδάκτυλος του Πουλικάκου. Δούλεψα πολύ με τη Μαρίζα Κωχ, της οποίας αργότερα ήμουν παραγωγός στη «Φάτα Μοργκάνα» και σε άλλους δίσκους της.

 

Στη Νομική, όπου σπούδαζα, αρχίζω να μπλέκομαι με το φοιτητικό κίνημα, δειλά-δειλά στην αρχή με κάποιους ευρωπαϊστές, μετέπειτα πολιτικούς του ΠΑΣΟΚ. Μαζευόμασταν στην καφετέρια της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και κουβεντιάζαμε.

 

Οι αντιλήψεις μου άλλαξαν στην κατάληψη της Νομικής, όταν αρχίσαμε πολιτικά να προσγειωνόμαστε στην ελληνική πραγματικότητα. Τα διεθνιστικά μπήκαν στην άκρη, αφού εδώ ζούσαμε. Να φανταστείς ότι κάθισα και με κούρεψαν, όχι με το ζόρι, αλλά στο πλαίσιο της αλλαγής.

 

• Ένα καλοκαίρι γύρισα με οτοστόπ όλη την Ευρώπη και γνώρισα καλλιτέχνες σαν τον Έντγκαρ Γουίντερ, σε ένα φεστιβάλ στο Crystal Palace. Συνάντησα μεγάλους DJs του εξωτερικού που τους άκουγα στο Radio One από ένα μεγάλο ραδιόφωνο στα βραχέα με μια κεραία που έφτανε ως την ταράτσα.

 

Άκουγα πολύ επίσης έναν καταπληκτικό σταθμό, το Radio Carolina, που εξέπεμπε κάπου απ' τα νερά της Μάγχης. Και, βέβαια, τον σταθμό της Αμερικανικής Βάσης, που ήταν πολύ ενημερωμένος στα μουσικά.

 

• Στη Lyra μπήκα το φθινόπωρο του '72. Προηγουμένως ο Φαληρέας μου έδινε τα promo δισκάκια της εταιρείας και με είχε βάλει σε μια μεγάλη παρέα με τον Δενέγρη τον ποιητή, τον Μοροζίνη, τη συγγραφέα Μαρία Μήτσορα και τον Κώστα Θεοφιλόπουλο, τον Πουλικάκο, τον Κουτρουμπούση. Πιο μικρός εγώ, καθόμουν και άκουγα, τι άλλο να 'κανα;

 

Βγάλαμε τη «Μουσική Γενιά», την πρώτη και μοναδική μουσική εφημερίδα. Στο πρώτο εξώφυλλο είχαμε τον διωκόμενο τότε Διονύση Σαββόπουλο και μέσα μια συνέντευξη που είχε δώσει σ' εμένα. Την πηγαίναμε εμείς στα περίπτερα για διανομή και την πουλάγαμε στις συναυλίες. Κάθε δεκαπέντε μέρες έβγαινε.

 

Πωλητές και συντάκτες στη «Μουσική Γενιά» ήταν ο Αντώνης Καφετζόπουλος, ο Μίλτος Καρατζάς κ.ά. Κράτησε μόλις τέσσερις μήνες, αλλά έχει μείνει μέχρι σήμερα, καθώς κάναμε πολλά: δημοσιεύαμε δισκοκριτικές και ιδιαίτερα άρθρα, όπως εκείνο του Πουλικάκου όπου έγραφε: «Beatles ακούν οι νοικοκυρές όταν πλένουν τα πιάτα»...

 

Είχαμε μέχρι και ανταποκριτή στο Λονδίνο, τον Χιου, ο οποίος μετά, μαζί με έναν Δημήτρη, άνοιξε το κλαμπ «Folk 17» στην Πλάκα. Από κει περνούσε όλο το χιπαριό που ερχόταν απ' έξω με τις κιθάρες και τις φυσαρμόνικές τους ‒ έπαιζαν κιόλας κι έτσι εμείς ακούγαμε κατευθείαν τα νέα κομμάτια του Νιλ Γιανγκ ή του Μπομπ Ντίλαν.

 

Με τέτοιες παρέες φεύγαμε για την Ίο και μετά για τα Μάταλα ‒ ένας χίπικος τρόπος ζωής με λίγα λόγια. Με τα ναρκωτικά δεν είχα ποτέ σχέση. Όχι ότι σε υποχρέωνε κανείς να πάρεις κιόλας, απλώς είχα τόση ενέργεια που δεν τα χρειάστηκα. Έβλεπα και τα παιδιά που κάπνιζαν μαύρο και που δεν ήταν φρικιά, κανονικοί άνθρωποι ήταν. Η πρέζα ακόμη δεν είχε σκάσει. Λίγοι ήταν αυτοί που είχαν μπλέξει μαζί της, όπως και παλιά, στο ρεμπέτικο, ήταν ο Ανέστος Δελιάς.

 

Υπήρχε, βέβαια, το LSD που ερχόταν απ' έξω πάντα, σε χαπάκια, και δημιουργούσε παραισθήσεις. Ήταν επικίνδυνο, εμάς όμως δεν μας «έπιασε» γιατί είχαμε πολλή ζωή μέσα μας και καθόλου το στοιχείο της παρακμής. Δεν είχαμε ανάγκη να καταστρέφουμε τον εαυτό μας για να περνάμε καλά.

 

Έτσι χάσαμε ένα απ' τα καλύτερα παιδιά που ήταν κολλητός φίλος μου, ο Παύλος ο Σιδηρόπουλος. Και ο Παύλος και ο Πουλίκας μπήκαν σ' αυτή την ιστορία, ενστερνιζόμενοι εκείνο το κομμάτι της ροκ κουλτούρας, αν θες.

 

• Στη Lyra δούλεψα με τον Φαληρέα και άλλους συνεργάτες υπό τη σκέπη, εννοείται, του Αλέκου Πατσιφά. Ο Πατσιφάς, αν και ανήκε στη φωτισμένη δεξιά, δούλευε με αριστερούς ανθρώπους. Οι φίλοι του ήταν ο ένας καλύτερος απ' τον άλλο: ο Καρύδης του Ίκαρου, ο Χατζιδάκις, ο Ελύτης, μεγάλοι ζωγράφοι. Με ένα απλό τηλεφώνημα παίρναμε τους πίνακες του Μόραλη για τα εξώφυλλα των δίσκων!

 

Υπήρχε τότε ένα κοινό όραμα αριστερών και δεξιών για μια Ελλάδα πολιτισμού, το οποίο τσαλακώθηκε μέσα στα χρόνια, αλλά δεν είναι η ώρα να το αναλύσουμε. Νιώθω τυχερός που έζησα μέσα σ' αυτό τον παραδεισένιο κήπο της δημιουργίας.

 

Θυμάμαι ότι με το που μπήκα στη Lyra, βγάλαμε, τέλη του '72, τον «Μεγάλο Ερωτικό» και αρχές του '73 το «Βρώμικο Ψωμί». Το '75 βγάλαμε και το πρώτο δισκάκι του Άσιμου με τον «Ρωμιό» και τον «Μηχανισμό» σε ενορχήστρωση του Γιώργου Στεφανάκη των Πελόμα Μποκιού. Μέχρι και πνευστά βάλαμε μέσα, τότε που ήταν παγκοσμίως άγνωστος ο Νικόλας.

 

Ο Άσιμος ήταν ευθύς τύπος, λογικότατος, μας έφερνε τα κομμάτια του σε κασέτες κι εγώ τον θεωρούσα επιρροή μου από τα χρόνια του ΕΚΚΕ. Ελπίζαμε με τον Φαληρέα ότι θα τσίμπαγε ο κόσμος από το δισκάκι του κι αργότερα θα του κάναμε έναν μεγάλο δίσκο. Πήγε άπατο, ωστόσο, οπότε δεν έγινε τίποτα.

 

Έφυγα από τη Lyra το '76 γιατί μου μίλησε μια φορά απότομα ο Πατσιφάς, που ήταν πολύ φωνακλάς. Του είχα πει την πρώτη μέρα που τον συνάντησα: «Κύριε Πατσιφά, δεν με ενδιαφέρει τόσο ο μισθός όσο το να μη μου μιλήσετε ποτέ άσχημα. Ξέρετε, άσχημα δεν μου έχουν μιλήσει ποτέ, ούτε ο πατέρας μου ούτε η μητέρα μου. Σας παρακαλώ να το σεβαστείτε».

 

Το σεβάστηκε, μα μια μέρα που τυπώναμε εξώφυλλα, μου ύψωσε τη φωνή. Έφυγα, μάζεψα τα πράγματά μου απ' την Κριεζώτου, και τον ειδοποιούν: «Φεύγει ο Ελληνιάδης». Τους βάζει να με πείσουν, τίποτα εγώ, αδιάλλακτος, αλλά τον βλέπω να έρχεται σαν βουρκωμένος και μου κάνει: «Η πόρτα θα 'ναι πάντα ανοιχτή για σένα».

 

Πρώτη φορά που μου έδωσε αποζημίωση σαν να με είχε απολύσει, ενώ είχα φύγει από μόνος μου! Έτσι αγόρασα την πρώτη μου μοτοσικλέτα, μια Honda 200.

 

Στέλιος Ελληνιάδης και Νίκος Παπάζογλου, σε στιγμές αγάπης, στη Σκόπελο.
Στέλιος Ελληνιάδης και Νίκος Παπάζογλου, σε στιγμές αγάπης, στη Σκόπελο.

 

• Μένω χωρίς δουλειά και δεν ξέρω τι θα κάνω. Είμαι μέσα στο Πολυτεχνείο στα γεγονότα, συμμετέχω στην εξέγερση, χρωστάω δύο μαθήματα στη Νομική. Τότε εμφανίζονται δύο Αμερικανοί, οι οποίοι σκοπεύουν να ανοίξουν παράρτημα της δισκογραφικής CBS στην Ελλάδα. Είχαν νοικιάσει ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι κι εκεί έκαναν τα interviews με τα μελλοντικά στελέχη ‒ εμένα με έστειλε ο Φαληρέας πάλι σ' αυτούς.

 

Την επομένη κιόλας με προσέλαβαν με τα διπλά λεφτά απ' ό,τι στη Lyra, ζητώντας μου βοήθεια για να στήσουν την εταιρεία. Πήρα μαζί μου όλο τον καλό κόσμο που ήξερα: τον Καφετζόπουλο, τον Καρατζά, τον Γιώργο Κυβέλο. Φτιάχτηκε μια νέα δημιουργική παρέα και σύντομα στήθηκε κατάσταση στη CBS.

 

Φώναξα τον Τσιτσάνη και κάναμε δύο δίσκους, τον Άκη Πάνου, τη Μαρίζα Κωχ, που είχε φύγει από τη ΜΙΝΟΣ, τον Νίκο Μαμαγκάκη, τον Κώστα Βίρβο, τον Κώστα Καράλη, την ανακάλυψή μου, τη Ζανέτ Καπούγια. Ήταν τρομερά ανθηρή η βιομηχανία του δίσκου στην Ελλάδα τότε, αν και είχαμε την ψευδαίσθηση ότι μια αμερικανική εταιρεία θα δούλευε υπέρ του ελληνικού ρεπερτορίου.

 

Έφυγα στα τέλη του 1979 από τη CBS, κάνοντάς τους μία αναφορά οκτώ σελίδων κατόπιν διένεξης που είχαμε. Με την ίδια αναφορά, τη δική μου, η Κωχ τους πήγε στα δικαστήρια, ζητώντας να σπάσει το συμβόλαιό της.

 

• Λόγω της καταγωγής μου έχω μεγάλη αγάπη για τους Έλληνες ανά τον κόσμο. Ποτέ δεν θεώρησα τον ελληνικό πολιτισμό εγκλωβισμένο σε σύνορα, αντιθέτως πίστευα πως ο αποκλεισμός του εντός συγκεκριμένου γεωγραφικού πλαισίου υπονόμευε και κουτσούρευε την οικουμενικότητά του.

 

Δεν είναι ένα μαγαζάκι για εδώ ο ελληνικός πολιτισμός. Η Φιλική Εταιρεία, ο Κοραής, ο Καποδίστριας, αυτοί έφεραν τα φώτα, τι ήταν εδώ πριν; Ένα αρβανίτικο χωριό ήταν η Αθήνα συγκριτικά με την Κωνσταντινούπολη, το Παρίσι της Ανατολής!

 

Σκηνοθέτησα είκοσι ντοκιμαντέρ για την ΕΡΤ ξεκινώντας από Κάτω Ιταλία και βόρειο Ήπειρο, ασχολήθηκα με τον ελληνισμό της Βουλγαρίας, με τους πολιτικούς πρόσφυγες της Πολωνίας, έφτασα Φινλανδία και από κει Ουκρανία, Κριμαία κ.λπ. Ταυτόχρονα είχαμε και μια εκπομπή στην τηλεόραση με τον Καφετζόπουλο και τον Κοντογιάννη, το 1995, που λεγόταν «Άσμα ελληνικό» και φιλοξένησε εξαιρετικές συνεντεύξεις.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Τα χρόνια μετά τη CBS φτιάξαμε το περιοδικό «Ντέφι». Ασχολήθηκα λίγο σαν δικηγόρος για να πάρω το πτυχίο μου στα 30 μου και αμέσως μετά βγάλαμε το 1982 το πρώτο τεύχος του.

 

Άλλη φοβερή ομάδα: Φαληρέας, Γιώργος Κοντογιάννης, Ντόρα Ρίζου, ο σκιτσογράφος ο Καλαϊτζής, Γιώργος Παπαδάκης, Άκης Πάνου, Σαββόπουλος, Δημήτρης Αρβανίτης, Χρήστος Βακαλόπουλος, Μανώλης Ρασούλης, Νίκος Ξυδάκης, Θοδωρής Μανίκας, τι να σου λέω. Συνεργάτες μας ήταν από τον Νίκο Παπάζογλου ως τον Μάρκο Δραγούμη! Είχαμε το όραμα της διεθνιστικής Νέας Ελληνικότητας που είχε μείνει ημιτελές απ' τη δεκαετία του 1960 και θα περιείχε όλους τους διεθνείς πολιτισμούς.

 

Από τη μια είχαμε αφιερώματα στον Βαμβακάρη και απ' την άλλη στον Άρτσι Σεπ και στον Άλβιν Τζόουνς, τον ντράμερ του Κολτρέιν. Ήταν μια πρόταση και γι' αυτό το «Ντέφι» έκανε μεγάλη αίσθηση. Πολύς κόσμος ψαχνόταν μετά τη φθορά της Μεταπολίτευσης με το πολιτικό επαναστατικό τραγούδι, τα αντάρτικα και τις οργανώσεις.

 

• Νιώθαμε ακτιβιστές της ελληνικής μουσικής. Ανοίξαμε τον Λυκαβηττό για τις λαϊκές συναυλίες με Πάνο Γαβαλά, Ρία Κούρτη, Γλυκερία, Παπάζογλου, Γκολέ, Κοντογιάννη, με τρομερές ορχήστρες παραδοσιακών μουσικών.

 

Το '83, μια χρονιά μετά, κάνουμε Λυκαβηττό με Χαρούλα Αλεξίου. Χαμός! Ανεβάζουμε στον Λυκαβηττό τον Μανώλη Αγγελόπουλο και μας την πέφτουν όλοι. «Ο γύφτος στον Λυκαβηττό» έγραψαν οι εφημερίδες και μας χαρακτήρισαν «γύφτους» ή και «εθνικιστές», ό,τι μπορείς να φανταστείς!

 

Το υβρεολόγιο αυτό, βέβαια, δεν μας έκανε κακό, μάλλον μας ενίσχυσε, δεδομένης και της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ που είχε δημιουργήσει ένα κλίμα αισιοδοξίας στην κοινωνία.

 

• Τη δεκαετία του '80 οργανώσαμε τις πρώτες μεγάλες περιοδείες Ελλήνων καλλιτεχνών. Έφερα τα Παιδιά από την Πάτρα, κάναμε εκατό συναυλίες με τη Γλυκερία, φτιάξαμε το κέντρο «Ντέφι» βασισμένο στην ανανέωση του ελληνικού τραγουδιού με την «Εκδίκηση της γυφτιάς» των Ξυδάκη/Ρασούλη. Συμμετείχαμε στην αναβίωση του ρεμπέτικου με τις κομπανίες και οι περιοδείες συνεχίζονταν.

 

Με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου κάναμε περίπου εκατόν πενήντα συναυλίες, όπως και τη μεγάλη περιοδεία του Σαββόπουλου. Κι ακόμη, Βιτάλη, Αρβανιτάκη, Κατσιμιχαίοι, Γερμανός, πολλοί, πάρα πολλοί. Το 1988 στήσαμε την πρώτη συναυλία βάζοντας το θέμα του AIDS, όταν κανείς δεν ήξερε σε βάθος και δεν μιλούσε γι' αυτή την ατομική βόμβα. Η συναυλία έγινε στο Καλλιμάρμαρο και μοιράσαμε ένα εκατομμύριο φυλλάδια με ένα πολύ καλό κείμενο που είχε γράψει ο Γρηγόρης ο Βαλλιανάτος. Τραγούδησαν ο Ran D MC, η Τζόαν Τζετ κ.ά.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Το 1997 έφτιαξα μια ορχήστρα που τη βάφτισα «Ελλήνων Ορχήστρα». Αποτελούνταν από εξήντα άτομα με όλα τα όργανα: σαντούρια, κλαρίνα, κανονάκια, μπουζούκια, τα πάντα. Παρουσιάζαμε τα βασικά είδη του ελληνικού τραγουδιού με εκπροσώπους τον Ψαραντώνη στα κρητικά, τον Αηδονίδη στα θρακιώτικα, τη Μαριώ στα ρεμπέτικα, τον Νίκο Οικονομίδη στα νησιώτικα και τον Μιχάλη Καλιοντζίδη στα ποντιακά.

 

Είχαμε μαζί μας ένα χορευτικό συγκρότημα από τη Χίο αλλά και ένα συγκρότημα πνευστών από τη Γουμένισσα. Κοντά μας ήταν ακόμη ο Αργύρης Μπακιρτζής με καταγωγή από την Ανατολική Ρωμυλία. Μια σούπερ ορχήστρα με μια περιοδεία σε πολλές χώρες, από Μαύρη Θάλασσα μέχρι Βαλκάνια.

 

• Δεν παντρεύτηκα ποτέ, αλλά είμαι με την ίδια συμβία τα τελευταία τριάντα χρόνια, την Ιωάννα Κλειάσιου, που είναι εξαιρετική. Μάλιστα έχει κάνει τα δύο βιβλία για τον Γιώργο Ζαμπέτα, ενώ του έδωσε και στίχους για τραγούδια του, μεταξύ αυτών τα «Χίλια περιστέρια» του. Με βοήθησε πολύ η Ιωάννα στη ζωή μου και μένα, δεν μπορώ να πω.

 

• Νιώθω ευλογημένος γιατί γνώρισα πολλούς ανθρώπους, που επίσης με βοήθησαν στη ζωή μου. Δεν βλέπαμε το τραγούδι με τη στενή έννοια, το θεωρούσαμε ζωντανό στοιχείο της κοινωνίας και του πολιτισμού, έναν φορέα τάσεων και ιδεών.

 

Τα ταξίδια μου για τον ελληνισμό ανά τον κόσμο συνεχίζονται ως τις μέρες μας και τώρα ολοκληρώνω ένα δίωρο ντοκιμαντέρ για ένα ελληνικό χωριό στην Κριμαία. Πέρσι έφτασα μέχρι τη Σιβηρία και τα Ουράλια Όρη με αφορμή το ντοκιμαντέρ αυτό.

 

Στις εκδόσεις Ντέφι βγήκε το βιβλίο μου Μικρά νυχτερινά με την καλλιτεχνική επιμέλεια του Δημήτρη Αρβανίτη. Περιλαμβάνει 27 διηγήματα βιωματικά ‒αφηγήματα θα τα χαρακτήριζα‒ με εμπειρίες από τα ταξίδια μου και την κοινωνική ζωή μου. Το επόμενο βιβλίο μου θα είναι για την Κωνσταντινούπολη, το νιώθω χρέος μου και ήδη το 'χω ξεκινήσει.

 

Στέλιος Ελληνιάδης και Γιώργος Ζαμπέτας κατά την περίοδο συνεργασίας τους, 1990.
Στέλιος Ελληνιάδης και Γιώργος Ζαμπέτας κατά την περίοδο συνεργασίας τους, 1990.

 

• Είμαι στη συντακτική επιτροπή της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς» από την αρχή της. Έχω δύο σελίδες, το «Περίπτερο Ιδεών», με θέματα πολιτικής και πολιτισμού. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 900 άρθρα τα τελευταία χρόνια, καθώς έγραφα και στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας». Κάνω ακόμη ραδιόφωνο στο Κόκκινο 105.5, έχοντας περάσει από πολλούς σταθμούς. Ανήκω στα ιδρυτικά στελέχη του Κόκκινου εδώ και 12 χρόνια.

 

Στις 25 Ιουνίου ετοιμάζουμε στο Ηρώδειο ένα αφιέρωμα στον Λευτέρη Παπαδόπουλο με τη συμμετοχή του Νταλάρα, της Βιτάλη και του Μητσιά ‒ ακόμα δεν έχουν κλείσει τα ονόματα όλων των ερμηνευτών. Τίποτα δεν θα είχε γίνει αν δεν υπήρχε η συνδρομή των σπουδαίων ανθρώπων που σου είπα ότι γνώρισα. Μ' αυτό ας κλείσουμε κιόλας.

 
Info: Στις εκδόσεις Ντέφι κυκλοφορεί το βιβλίο του Στέλιου Ελληνιάδη Μικρά Νυχτερινά με την καλλιτεχνική επιμέλεια του Δημήτρη Αρβανίτη. Ο Στέλιος Ελληνιάδης ανήκει στη συντακτική επιτροπή της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς» και έχει δημοσιεύσει πάνω από 900 άρθρα τα τελευταία χρόνια. Διατηρεί ραδιοφωνική εκπομπή στο Κόκκινο 105.5. Στις 25 Ιουνίου ετοιμάζει στο Ηρώδειο ένα αφιέρωμα στον Λευτέρη Παπαδόπουλο με τη συμμετοχή, εκτός άλλων, του Γιώργου Νταλάρα, της Ελένης Βιτάλη και του Μανώλη Μητσιά.

 

Σπούδασε κινηματογράφο και δημοσιογραφία στην Αθήνα. Από το 1999 κείμενα του δημοσιεύονται στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Περισσότερες από 300 συνεντεύξεις με καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ραδιοφωνικός παραγωγός στο διαδικτυακό ΜεταΔεύτερο. Επιμελείται δισκογραφικές παραγωγές. Σκηνοθέτης των βραβευμένων ντοκιμαντέρ ''Φλέρυ - Τρελή του φεγγαριού'' (2002), ''Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ'' (2006) και ''Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου'' (2012)
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Θαυμάσια συνέντευξη και πάλι, με έναν πολύ αξιόλογο άνθρωπο.
Μαζί με την συνέντευξη του κ. Θέμη Πάνου και την ταινία "1968" του κ. Μπουλμέτη, μας υπενθυμίζει το πολιτιστικό επίπεδο των Ελλήνων εκτός Ελλάδος ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη.
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ