Μέχρι στιγμής, μερικές πόλεις δείχνουν να έχουν πάρει πιο ζεστά την υποψηφιότητα, καθώς έχουν ξεκινήσει ήδη δυναμικά την προετοιμασία για την πρόταση που θα υποβάλουν... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LΙFO
Μέχρι στιγμής, μερικές πόλεις δείχνουν να έχουν πάρει πιο ζεστά την υποψηφιότητα, καθώς έχουν ξεκινήσει ήδη δυναμικά την προετοιμασία για την πρόταση που θα υποβάλουν... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LΙFO

 

Το 2021, έτος-ορόσημο για την Ελλάδα, καθώς σηματοδοτεί 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης, ο θεσμός των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ξεκίνησε από την Αθήνα το 1985 χάρη στη Μελίνα Μερκούρη, επιστρέφει για μια ακόμα φορά, μετά τη Θεσσαλονίκη το 1997 και την Πάτρα το 2006, στη χώρα μας, όπου μια πόλη θα μοιραστεί το χρίσμα μαζί με μια πόλη της Ρουμανίας. Με το που κοινοποιήθηκε η απόφαση αυτή, μεγάλος αριθμός δήμων της ελληνικής περιφέρειας έδειξε σφοδρό ενδιαφέρον για τον τίτλο «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2021», μια όχι και τόσο εύκολη υπόθεση, που απαιτεί σοβαρή προετοιμασία ως την τελική επιλογή. Μέχρι σήμερα, περισσότεροι από δεκαπέντε δήμοι είναι έτοιμοι να κονταροχτυπηθούν, από την Κρήτη –ως δίκτυο των τριών μεγαλύτερων πόλεων (Χανιά-Ρέθυμνο-Ηράκλειο)–, μέχρι τη Δράμα, την Καβάλα και την Ξάνθη στον Βορρά αλλά και τους δήμους Αμαρουσίου, Πειραιά-Σαλαμίνας, Ιωαννίνων, Βόλου, Ρόδου, Κω, Ναυπλίου, Σπάρτης, Μεσολογγίου, Χαλκίδας, Τρίπολης, Καλαμάτας, Σύρου-Κυκλάδων και Ελευσίνας.

 

Πέρα από τη χρηματοδότηση (1,5 εκατ. ευρώ θα λάβει ο δήμος από την Ε.Ε.), η διεθνής προβολή, οι υποδομές και ο κύκλος εργασιών που θα δημιουργηθούν είναι μεγάλης σημασίας, τόσο για την πόλη όσο και για ολόκληρη την περιοχή γύρω από αυτή.


Βέβαια, μέχρι τις 23 Οκτωβρίου του 2015, που είναι η ημερομηνίας λήξης καταβολής του σχετικού φακέλου-αιτήματος, δεν ξέρουμε ποιοι και πόσοι απ' όλους αυτούς θα είναι έτοιμοι να καταθέσουν την πρότασή τους, αλλά η ευκαιρία είναι πολύ δελεαστική για να αγνοηθεί. Πέρα από τη χρηματοδότηση (1,5 εκατ. ευρώ θα λάβει ο δήμος από την Ε.Ε.), η διεθνής προβολή, οι υποδομές και ο κύκλος εργασιών που θα δημιουργηθούν είναι μεγάλης σημασίας, τόσο για την πόλη όσο και για ολόκληρη την περιοχή γύρω από αυτή.


Μέχρι στιγμής, μερικές πόλεις δείχνουν να έχουν πάρει πιο ζεστά την υποψηφιότητα, καθώς έχουν ξεκινήσει ήδη δυναμικά την προετοιμασία για την πρόταση που θα υποβάλουν. Επιλέξαμε τρεις από αυτές, την Ελευσίνα, την Καλαμάτα και τη Σύρο-Κυκλάδες και μιλήσαμε με τους διοργανωτές, οι οποίοι μας εκμυστηρεύτηκαν τα πλεονεκτήματα και τους στόχους τους, εν όψει της διεκδίκησής τους.

 

H Καλαμάτα είναι έτοιμη από καιρό
Ξεκινώντας από την Καλαμάτα, που είναι ιστορική πόλη και μεγάλο λιμάνι, με έντονη πολιτιστική δραστηριότητα, και ευελπιστεί, αν και εφόσον αναλάβει τη διοργάνωση, να ωφελήσει ολόκληρη τη Μεσσηνία, η καλλιτεχνική διευθύντρια τoυ Γραφείου Υποψηφιότητας της πόλης και θεατρική συγγραφέας Έλενα Πέγκα μας είπε: «Η Καλαμάτα έχει το υπόβαθρο να υποστηρίξει ένα μεγάλο έργο και βρίσκεται σε τέτοια καμπή, που έχει την ανάγκη ενός αντίστοιχου θεσμού. Τόσο στην ίδια την Καλαμάτα, όσο και σε ολόκληρη τη Μεσσηνία, παρατηρείται τρομερή τουριστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια –με τον νέο αυτοκινητόδρομο και το διεθνές αεροδρόμιο–, πράγμα που σημαίνει ότι, αν γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα, θα προστατευτεί από τα αρνητικά συνεπακόλουθα του μαζικού τουρισμού. Μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1986 παρατηρήθηκε μια αναγέννηση που δεν ήταν μόνο αρχιτεκτονική αλλά και πολιτιστική, χάρη στον εμπνευσμένο και αφοσιωμένο δήμαρχο Σταύρο Μπένο, ο οποίος ίδρυσε πάρα πολλούς φορείς πολιτισμού, τρεις εκ των οποίων –η σχολή χορού, το ωδείο και η σχολή εικαστικών– εξακολουθούν να είναι δραστήριοι. Π.χ. μέσα από την ομάδα χορού ξεπετάχτηκε και το Φεστιβάλ Χορού που η Βίκυ Μαραγκοπούλου δημιούργησε και το οποίο η πόλη στηρίζει 20 χρόνια τώρα. Όσον αφορά το επετειακό έτος 2021, ας μην ξεχνάμε ότι η Καλαμάτα έχει έναν ακόμα λόγο να διεκδικεί τον τίτλο, καθώς εκεί συντάχθηκε η προκήρυξη της μεσσηνιακής Γερουσίας προς τις ευρωπαϊκές αυλές, που αποτέλεσε και την ανακοίνωση της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα. Αλλά και εν γένει πρόκειται για μια πόλη που βρίσκεται μέσα στη φύση, στοιχείο που παίζει πολύ έντονο ρόλο κι έχει δημιουργήσει στους ντόπιους μια έγνοια για το φυσικό περιβάλλον, την εξέλιξη, την παραγωγή και την παράδοση. Παράλληλα, υπάρχει μια ανάγκη εναλλακτικών τρόπων επιβίωσης και εκσυγχρονισμού του περιβάλλοντος και της σχέσης του με τον πολιτισμό. Από κει και πέρα, υπάρχει ένα εξαιρετικό καινούργιο κτίριο χορού, το οποίο δεν έχει παραδοθεί ακόμα, αν και έχει ήδη λειτουργήσει δύο φορές στο πλαίσιο του φεστιβάλ – στόχος είναι να ενταχθεί στην πόλη και να χρησιμοποιείται όλο τον χρόνο. Δίπλα βρίσκεται και η Μάνη, η αρχαία Μεσσήνη με τρία αρχαία θέατρα. Είναι καθαρή πόλη, έχει βραβευτεί για την ανακύκλωση, λειτουργεί εκτεταμένο δίκτυο συνοικιακής κομποστοποίησης, ετοιμάζει πρόγραμμα για τα τοπικά προϊόντα και τη γαστρονομία, ένα πρόγραμμα ένταξης παιδιών Ρομά σε σχολεία είναι ήδη σε εφαρμογή, εκπονείται σχέδιο για μικρούς κήπους σε γειτονιές. Επίσης, δραστηριοποιούνται πολλές χορωδίες, πολιτιστικοί σύλλογοι για ενήλικες και παιδιά. Δημιουργείται έτσι η εντυπωσιακή εικόνα μιας μικρής πόλης με πολιτισμένη καθημερινότητα, που διεκδικεί αυτήν τη διεθνή πρόκληση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι το πανεπιστήμιο έχει τμήμα Πολιτιστικής Διαχείρισης».

 

Οι Κυκλάδες έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ώστε να μας πάνε παραπέρα και να αναζητήσουμε τη σύγχρονη ταυτότητα μέσα από μια νησιωτικότητα.

 

Ο κόσμος της Ελευσίνας έχει ανάγκη αυτή την ανάθεση
Η Ελευσίνα, αυτός ο αρχαίος τόπος με τη μακρόχρονη ιστορία, που τα τελευταία χρόνια έχει δείξει με τη διοργάνωση των Αισχυλείων τη δημιουργική της δεινότητα σε θέματα πολιτισμού, φιλοξενώντας διεθνώς σημαντικούς εικαστικούς αλλά και προσκαλώντας αξιόλογες θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, ήταν η πρώτη πόλη που έδειξε σθεναρό ενδιαφέρον για τον θεσμό. Επικοινωνήσαμε με την Κέλλυ Διαπούλη, θεατρολόγο και πολιτιστική διαχειρίστρια, μέλος της ομάδας που ετοιμάζει τον φάκελο της υποψηφιότητας της Ελευσίνας, η οποία μας είπε: «Νομίζω ότι είναι γενική η απαίτηση των ντόπιων να γίνει η πόλη τους πολιτιστική πρωτεύουσα. Είναι κάτι που ο κόσμος το έχει ανάγκη. Η Ελευσίνα και τα περίχωρά της είναι από τις πιο υποβαθμισμένες και παραμελημένες περιοχές της Αττικής και γενικότερα της χώρας. Παράλληλα, ωστόσο, υπάρχει ένα μεγαλείο σε αυτή την πόλη που δεν έχει να κάνει με το ένδοξο παρελθόν αλλά με την καθημερινότητα των ανθρώπων, τη βαθιά τους πίστη στην αξία της ομορφιάς και την καθημερινή, πολύ ήσυχη και αξιοπρεπή προσπάθειά τους να κάνουν τη ζωή τους πιο όμορφη. Ο θεσμός αυτός τους δίνει μια πολύ μεγάλη ευκαιρία να στείλουν αυτό το μήνυμα σε όλη την Ευρώπη. Τα τελευταία δέκα χρόνια τουλάχιστον, η Ελευσίνα έχει ξεκινήσει μια τεράστια προσπάθεια να ανακτήσει τους βιομηχανικούς χώρους, έχοντας δημιουργήσει τα Αισχύλεια, που δεν είναι απλώς ένα φεστιβάλ που προσκαλεί καλλιτέχνες αλλά δίνει χώρο και χρόνο στον καλλιτέχνη να γνωρίσει και να ζυμωθεί με την πόλη, και μέσα από αυτήν τη συνάντηση να παραγάγει καινούργιο έργο. Σε αυτήν τη βάση, η Ελευσίνα τοποθετεί σήμερα το ζήτημα τι είναι πολιτισμός και τι είναι τέχνη. Αν πολιτισμός είναι ένα εργαλείο ανάπτυξης του τουρισμού και απόκτησης χρημάτων ή δόξας, τότε η Ελευσίνα δεν μπορεί να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα. Αν είναι αυτό που έλεγε ο Αντρέ Μαλρό, δηλαδή η απάντηση που δίνει ο καθένας μας όταν κοιτάζει στον καθρέφτη και διερωτάται ποιος είναι ο ρόλος του πάνω στη Γη, δηλαδή η καθημερινή προσπάθεια για ομορφιά, αλήθεια, αξιοπρέπεια, αν είναι ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε ο ένας με τον άλλον και με τον κόσμο γύρω μας, τότε δεν μπορώ να φανταστώ πιο ιδανικό τόπο από την Ελευσίνα. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα πολυπολιτισμική πόλη, η οποία για αιώνες είχε εγκαταλειφθεί στην τύχη της, μέχρι που επανακατοικήθηκε αρχικά από τους Αρβανίτες, στη συνέχεια από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες και τέλος από νησιώτες που ήρθαν να δουλέψουν στα εργοστάσιά της. Εξού και το Λαογραφικό Φεστιβάλ του Ιουνίου που οργανώνουν οι εθνοτοπικοί σύλλογοι ως μια απόπειρα να έρθουν πιο κοντά μεταξύ τους οι διαφορετικοί πληθυσμοί.

 

Ένα νησί που έχει ο,τι χρειάζεται για να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα
Ο συντονιστής επικοινωνίας Βασίλης Καραμητσάνης, προσφέρθηκε να μας μιλήσει για την υποψηφιότητα Σύρου-Κυκλάδων, ως μέλος της ομάδας εργασίας για τη συγκρότηση της πρότασης. «Εμάς μας ενδιαφέρει η "νησιωτικότητα" και η δικτύωση, κάτι που στις Κυκλάδες υπήρχε ανέκαθεν ως έννοια. Συγκριτικά, οι Κυκλάδες συγκεντρώνουν στοιχεία ταύτισης όλων των Ευρωπαίων πολιτών με το πολιτιστικό και πολιτισμικό στοιχείο. Σκεφτείτε ότι εκεί, και συγκεκριμένα στο δίπολο Σύρου-Κέρου, αναπτύχθηκε ο πρωτοκυκλαδικός πολιτισμός, ενώ η Ερμούπολη από μόνη της είναι μια δικοινοτική πόλη –με στοιχεία ανατολικού και δυτικού πολιτισμού–, που χτίστηκε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους αρχιτέκτονες που δημιούργησαν την αρχιτεκτονική ταυτότητα του νεοκλασικισμού. Κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, φτάνοντας στη μεγάλη ακμή μεταξύ 1850 και 1870, ένα γεωπολιτικό και εμπορικό κέντρο μεγάλης σημασίας για όλη την ανατολική Μεσόγειο. Καθώς η Ευρώπη έχει την τιμή και την πολυτέλεια να έχει μία μόνο πολυνησία στη μέση του Αιγαίου, τα συμπλέγματα Κυκλάδων και Δωδεκανήσου, διαχρονικά σταυροδρόμια πολιτισμών, η υποψηφιότητα της Σύρου και των Κυκλάδων είναι μια υποψηφιότητα νησιωτική. Οι Κυκλάδες έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ώστε να μας πάνε παραπέρα και να αναζητήσουμε τη σύγχρονη ταυτότητα μέσα από μια νησιωτικότητα. Μπορούμε να στείλουμε από αυτή την ακριτική περιφέρεια της Ευρώπης το μήνυμα ότι είμαστε μαζί και ότι μας συνδέουν πάρα πολλά κοινά στοιχεία». Αλλά κατά πόσο είναι λαϊκό αίτημα αυτή η διεκδίκηση; «Η Ερμούπολη, μια πόλη που δεν ξεπερνά τους 20.000 κατοίκους, φιλοξενεί επτά διεθνή φεστιβάλ, έχει ένα από τα ωραιότερα θέατρα της Ελλάδας, το "Απόλλων", που χτίστηκε στα πρότυπα της Σκάλας του Μιλάνου και του θεάτρου του Σαν Κάρλο της Νάπολης, ενώ, παράλληλα, ολόκληρο το νησί είναι ένα ζωντανό μνημείο μεταβιομηχανικής ιστορίας. Πραγματικά, η ευρύτερη περιοχή της Σύρου υπήρξε το πρώτο βιομηχανικό κέντρο της χώρας και σήμερα είναι διάσπαρτη από αποθήκες που εξυπηρετούσαν το Νεώριο και από βιοτεχνίες – εκεί στεγάζεται το σημαντικότερο ίσως βιομηχανικό μουσείο της χώρας. Τέλος, στους δύο λόφους της, στην Ερμούπολη και στην Άνω Σύρο, συνυπάρχουν ειρηνικά εδώ και πάρα πολλά χρόνια ο καθολικός με τον ορθόδοξο κόσμο. Αποτελεί κέντρο και αφετηρία μιας υποψηφιότητας πολυνησιακής, στην οποία θα συμπράξουν και θα συμβάλουν οι δήμοι όλων των Κυκλάδων ή, τουλάχιστον, των περισσοτέρων. Αυτήν τη στιγμή έχουμε εξασφαλίσει τη σύμπραξη της πλειονότητας. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί θα μπορέσουμε να οργανώσουμε ένα απαράμιλλο δίκτυο από φάρους πολιτισμού σε σχέση με ό,τι έχει υπάρξει μέχρι σήμερα στον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών. Διαθέτουμε τρία διεθνή αεροδρόμια και κάποια άλλα μικρά, εθνικά, έχουμε διεθνή τουριστική αναγνώριση και είμαστε από τους τελευταίους αρχιτεκτονικούς παραδείσους με τις λιγότερες παραφωνίες, με τον λιγότερο βιασμό του φυσικού περιβάλλοντος».


Δυναμικά έχουν επίσης μπει στον μαραθώνιο της διεκδίκησης του τίτλου ο Πειραιάς μαζί με τη Σαλαμίνα, που θα γιορτάζει τα 2.500 χρόνια από την ιστορική μάχη, η Τριπολη με τον καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση και την οποία στηρίζουν μεγάλες προσωπικότητες του πολιτισμού, τα Γιάννενα. Ίσως κι άλλες, που ακόμα και αν δεν κερδίσουν τον τίτλο, είναι βέβαιο ότι, δίνοντας το επόμενο διάστημα στον πολιτισμό σε πρώτο ρόλο, μόνο κερδισμένες θα βγουν. Ραντεβού, λοιπόν, τον Οκτώβριο για την τελική επιλογή.