Φωτό: Nicolas Gaillard
Φωτό: Nicolas Gaillard

 

  • Στα οκτώ μου μετακομίσαμε από το κέντρο της Αθήνας στην Κάντζα. Θυμάμαι τη διαδρομή, με τον παπαγάλο του πατέρα μου στο πίσω κάθισμα και το μικρό μας καναρίνι που το έλεγαν Κόκο. Δεν υπήρχαν ασφαλτόδρομοι και στα γύρω λιβάδια έβλεπες ακόμα βοσκούς με τα κοπάδια τους. Παντού υπήρχαν πεύκα και κάμπιες. Η παρέα μου, τέσσερα κορίτσια και τέσσερα αγόρια, είχαμε οργανωθεί σε μια συμμορία, καβαλικεύαμε τα ποδήλατά μας και οργώναμε την περιοχή, κάνοντας διάφορες χαζομάρες. Η προγιαγιά της καλύτερής μου φίλης, μια πάρα πολύ αστεία γυναίκα, η Νανά, όπως τη φωνάζανε, ήταν κοντά στα εκατό και μας είχε πείσει ότι με τα γυαλιά ηλίου της μπορούσες να τους δεις όλους γυμνούς. Περνάγαμε ώρες ατελείωτες χώνοντας μικρά βατραχάκια σε τενεκεδάκια της Coca-Cola, πετώντας στον αέρα γάτες ή φτιάχνοντας κεφτεδάκια από λάσπη που τα δίναμε στις μητέρες μας να τα ψήσουν στον φούρνο. Δεν θα ξεχάσω τη φορά που πήγα στο σχολείο φορώντας το κάτω μέρος της πιτζάμας μου και όταν το συνειδητοποίησα έβαλα τα κλάματα στη μέση του μαθήματος, ζητώντας να γυρίσω σπίτι. Η Κάντζα αποτέλεσε ένα όνειρο. Ένα χωριό της αθηναϊκής περιφέρειας. Τώρα όλα έχουν αλλάξει.

 

  • Δεν έχω τίποτα να προσάψω στο περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα. Αυτό που αποτέλεσε σοβαρό πρόβλημα για μένα ήταν η παντελής έλλειψη της τέχνης στο σχολείο. Δεν υπήρχαν καθόλου καλλιτεχνικά κι έτσι άρχισα να πηγαίνω τα Σάββατα σε μαθήματα αρχιτεκτονικού και ελεύθερου σχεδίου, και φωτογραφίας. Ήξερα, βέβαια, ότι δεν ήθελα να μπω σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Μου φαινόταν στεγνό και συμβατικό. Ο αδελφός μου πήγαινε σε μια ιδιωτική σχολή σχεδίου στην Αθήνα που, δυστυχώς, αποδείχτηκε μάλλον αποτυχία κι έτσι η θεία μου, μισή Αγγλίδα, που είχε σπουδάσει στη σχολή στην οποία τελικά πήγα, με παρότρυνε να φύγω, λέγοντάς μου ιστορίες δικές της από την Αγγλία του '80. Κι έτσι έφυγα.

 

  • Για λίγο δοκίμασα τον εαυτό μου, να δω αν θα άντεχα την περίφημη βροχερή Αγγλία ή αν θα επέστρεφα πίσω στην Ελλάδα τρέχοντας μέσα σε δύο εβδομάδες. Τελικά έμεινα, σπούδασα Γραφιστική, πέρασα ένα διάστημα και από τη Νέα Υόρκη, και κατέληξα να ζω στο Λονδίνο δουλεύοντας στην εικονογράφηση, τη μεταξοτυπία και την υφαντουργία. Κάποια στιγμή γνωρίστηκα με τον Αράν, τον σύντροφό μου και τον άνθρωπο με τον οποίο είδα τον περισσότερο κινηματογράφο που έχω δει στη ζωή μου. Η ιδέα να κάνουμε μια ταινία μαζί ήταν κάτι που το θεωρούσα ανέφικτο, καθώς δεν είχα ασχοληθεί ποτέ πριν με αυτό. Προέκυψε ένα καλοκαίρι, μετά από επίσκεψή μας στο χωριό του πατέρα μου, στην ορεινή Ναυπακτία. Ήταν μια περιοχή που ήξερα καλά και είχα επισκεφτεί πολλές φορές. Είχα μιλήσει στον Αράν για το πόσο περίεργοι είναι εκεί οι άνθρωποι και για την εκπληκτική ομορφιά του τοπίου. Στριμωγμένο ανάμεσα σε βουνά και με ένα ποτάμι να το διαπερνά, σαν ξεχασμένο από τον Θεό. Τους χειμώνες τα σύννεφα εγκλωβίζονται ανάμεσα στα βουνά, ξεσπάνε βαριές βροχές, ενώ η ομίχλη δημιουργεί μαγικές εικόνες. Πέρα από την απέραντη ομορφιά, υπάρχει και η σκληρή επιβίωση. Οι ελάχιστοι κάτοικοι που έχουν απομείνει τράβηξαν το ενδιαφέρον μας. Αστείες συζητήσεις στο καφενείο του χωριού, πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι γνωστές γκρίνιες και τα παράπονα της ελληνικής καθημερινότητας με τον γνωστό κωμικό τόνο. Αποφασίσαμε με τον Αράν να κάνουμε ένα φιλμ με όλους αυτούς τους ανθρώπους. Βέβαια, αυτό που αρχικά είχαμε κατά νου στην πορεία άλλαξε. Καθώς η κρίση στην Ελλάδα πήρε δραματικές διαστάσεις, αναπόφευκτα πέρασε και στην ταινία μας. Δεν είναι δυνατόν να καταγράψεις αληθινούς ανθρώπους και να μη δείξεις τα προβλήματά τους, εφόσον η Ελλάδα αυτήν τη στιγμή είναι σε τέτοια δεινή θέση. Επιστρέψαμε τρεις φορές για να φιλμάρουμε μέσα σε διάστημα δύο ετών. Στην αρχή οι ντόπιοι είχαν τις αμφιβολίες τους, αλλά τελικά μας καλοδέχτηκαν. Τους φαινόταν πολύ παράξενο ότι δύο νέοι άνθρωποι ήθελαν να ασχοληθούν μαζί τους, αλλά για 'μας ήταν ακριβώς αυτή η αυθεντικότητά τους που τους ανήγαγε στην πιο αντιπροσωπευτική και ακατέργαστη εικόνα της Ελλάδας. Ήταν λίγο σαν να βυθιζόμαστε στο παρελθόν, αλλά συγχρόνως και σαν να βλέπουμε ένα κομμάτι απ' το μέλλον.

 

  • Ολοκληρώσαμε την ταινία με δικά μας έξοδα, κάτι που ήταν αρκετά δύσκολο, αλλά καθώς την προχωρούσαμε σε στάδια, κάπως τα καταφέραμε. Οι προθέσεις μας ήταν σαφείς. Είχαμε μεν κινηματογραφήσει αληθινά κομμάτια ζωής και αληθινούς ανθρώπους, αλλά δεν θέλαμε να θυμίζει ντοκιμαντέρ. Οπότε, έπρεπε να βρούμε τρόπους να εντάξουμε και λίγο το στοιχείο της μυθοπλασίας, ώστε να αποφύγουμε τα κλισέ μιας ταινίας τεκμηρίωσης. Αυτό το πετύχαμε κυρίως στη διαδικασία του μοντάζ. Θα έλεγα ότι σχεδόν «σκάψαμε» μέσα στο υλικό ώστε να αναπτύξουμε ένα σενάριο. Στην πορεία ήρθαμε αντιμέτωποι με πολλές δυσκολίες, αλλά τελικά τα καταφέραμε. Φυσικά και ήμασταν απολύτως συνειδητοποιημένοι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ως προς τον στόχο μας, αλλά η πραγματικότητα είναι πάντοτε απρόβλεπτη και ήταν αρκετές οι φορές που τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα σχεδιάζαμε, κάτι που μας παίδεψε πολύ. Επειδή αυτή είναι η πρώτη μου εμπειρία στον κινηματογράφο, νιώθω φοβερά ικανοποιημένη που διακρίνω ένα ξεκάθαρο, αναγνωρίσιμο στυλ και αδημονώ να το δοκιμάσω ξανά σε ένα νέο περιβάλλον, με διαφορετική κάμερα, ανθρώπους, περιεχόμενο.

 

  • Όσοι έχουν δει μέχρι τώρα την ταινία σοκάρονται με τις συνθήκες φτώχειας στις οποίες ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Επίσης εκπλήσσονται που έχει γυριστεί από συνεργείο δύο ανθρώπων και από το γεγονός ότι οι χαρακτήρες δεν επηρεάζονται από την παρουσία της κάμερας. Απέχει κατά πολύ απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει να εκπροσωπεί την Ελλάδα. Δεν υπάρχει ούτε ήλιος ούτε γαλάζιος ουρανός. Η Ελλάδα έχει πολλές πλευρές και οφείλουμε να τις κοιτάξουμε όλες.

 

  • Όσον αφορά το μέλλον, νιώθω αισιόδοξη. Ελπίζω να μπορέσει η ταινία να φτάσει σε ένα ευρύτερο κοινό και κυρίως να τη δουν στην Ελλάδα. Η Μπερλινάλε είναι ένα καλό ξεκίνημα και νομίζω ότι από εκεί θα πάει παντού. Θα ήταν εκπληκτικό να γυρίσω κάτι στην Αθήνα. Είναι υπέροχη πόλη, άσε που κυκλοφορούν διάφοροι ενδιαφέροντες τύποι στους δρόμους της. Μου αρέσει το γεγονός ότι οι  Έλληνες γελάνε με τον εαυτό τους. Αυτό δείχνει ωριμότητα και ελευθερία. Για την ώρα, νομίζω ότι θα έπρεπε να αλλάξουμε λίγο τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Να συγκεντρωθούμε στη δουλειά και τη δημιουργία. Να πάψουμε να γκρινιάζουμε για το χθες και να ψάξουμε να βρούμε τρόπους να αλλάξουμε το μέλλον. Είμαστε πλούσιοι, χάρη σε πράγματα που δεν εξισώνονται με το χρήμα και αυτό είναι κάτι που δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ταινία Στο Λύκο είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Χριστίνας Κουτσοσπύρου, που τη γύρισε σε συνεργασία με τον Αράν Χιουζ. Θα προβληθεί στο Forum του 63ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.
www.tothewolffilm.com