«Οι εικόνες μου μοιάζουν με ένα πανόραμα μιας ολόκληρης ζωής που βλέπει ο άνθρωπος να περνάει από μπροστά του σε κλάσμα δευτερολέπτου πριν πεθάνει. Συντονίζονται με την αποδόμηση. Εικόνες σιωπηλές. Δεν υπάρχει χώρος για περιττά αισθήματα. Το κρύο με έχει περικυκλώσει».

Με αυτό τον τρόπο συστήνει η εικαστικός Λυδία Δαμπασίνα την έκθεσή της με τίτλο «Party’s over - Starts over» (To γλέντι τελείωσε - Το γλέντι ξαναρχίζει) που φιλοξενείται αυτή την εποχή στο Μουσείο Άλεξ Μυλωνά-Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Μοναστηράκι.

Σε μια στιγμή που η χώρα βρίσκεται σε μεγάλη αναστάτωση, με τον συναισθηματισμό, την υπερβολή, τους φασιστικούς δεκάρικους και την απειλή της λογοκρισίας να διαχέονται σαν αρρώστιες πάνω από την πόλη, η έκθεσή της μοιάζει με καταφύγιο και φέρνει στο μυαλό μια άλλη, πιο ψύχραιμη εποχή, όχι απαραιτήτως μακρινή. Τότε που είχαμε τη νηφαλιότητα να σταθούμε, για παράδειγμα, μπροστά από τις φωτογραφίες ενός μαχαιριού καρφωμένου σε ένα κόκαλο ή μιας διπλωμένης ελληνικής σημαίας πάνω σε ένα άδειο τραπέζι και να διαβάσουμε ασφαλείς τη φράση: « Όλοι οι δρόμοι είναι κλεισμένοι».

Η έκθεσή της αποτελείται από ένα σύνολο σκηνοθετημένων φωτογραφικών εικόνων μεγάλων διαστάσεων, οι οποίες συνοδεύονται από σύντομες φράσεις προερχόμενες, κυρίως, από τον ημερήσιο Τύπο: η άδεια, καθαρή επιφάνεια ενός παλιού ξύλινου τραπεζιού με κομψό σκάλισμα συνοδεύεται από τη φράση: «Το γλέντι τελείωσε». Η νεκρή φύση ενός λευκού ανθοδοχείου με κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα, με τα πέταλά τους πεσμένα στο τραπέζι, μας υπενθυμίζει ότι «η Pina Bausch πέθανε», ενώ μια ακρωτηριασμένη γουρουνοκεφαλή σε ένα πιάτο φέρει τον επίκαιρο τίτλο P.I.G.S, τα αρχικά των προβληματικών χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.

Μαύρα σταφύλια, φτερά παγωνιών, αιχμηρά μαχαίρια, ένα ποτήρι νερό, ένα καρβέλι ψωμί, η φράση «Liberta ο morte», ένας ανθρώπινος εγκέφαλος από πολυεστέρα που μοιάζει να αναπνέει βυθισμένος σε ένα δοχείο με νερό (μικρή εγκατάσταση), αποτυπώνουν την υπαρξιακή, ημιτελή προσπάθεια της εικαστικού να προσεγγίσει

ελλειπτικά την κατακερματισμένη εποχή.

Όση ώρα περπατάς στον χώρο του μουσείου σε ακολουθεί η ήρεμη φωνή ενός ανθρώπου να επαναλαμβάνει σε βίντεο: «Η μεγαλύτερη επιθυμία μου είναι να δω αυτό τον πολιτισμό ξυραφισμένο από πάνω μέχρι κάτω», ενώ μια εικόνα εξαιρετικής δύναμης, η σκοτεινή φωτογραφική αποτύπωση του γνώριμου τραπεζιού στο άδειο δωμάτιο, ανακαλεί την πνευματικότητα των έργων του Μαλέβιτς δίπλα στη φράση: «Πένθος είναι όταν απαγορεύεις την είσοδο στο φως».

Στα πρώτα λεπτά της κουβέντας μας η Λυδία Δαμπασίνα λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής στο Παρίσι ότι ξεκίνησε αυτή την ενότητα το 2008, όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση με την υπόθεση Lehman Brothers. «Τότε είχα μια χαρά, ελπίζοντας ότι ήταν μια ευκαιρία ν’ αλλάξουν κάποια πράγματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, χωρίς να ξέρω τι θα ακολουθούσε. Το 2011 που τελείωσε η έκθεση συμπληρώθηκε ο τίτλος “... Starts over”, δηλαδή το πάρτι ξανάρχισε, όχι όμως για την Ελλάδα, που το πάρτι τελείωσε και δεν αρχίζει ξανά. Δεν πραγματεύομαι, όμως, μόνο την οικονομική κρίση αλλά και την κρίση την ηθική».

Αν και έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στη Γαλλία, η σχέση της με την Ελλάδα παραμένει ζωντανή. Γνωρίζει την έκταση της διαφθοράς που έχει κατακλύσει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, αλλά και τον αισχρό ρόλο που έπαιξαν οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης στον κατήφορο που πήρε η χώρα με το να εκδίδουν διαταγές και να θέτουν σε κίνδυνο την ίδια τη δημοκρατία της Ευρώπης. «Είναι η πρώτη φορά στα σαράντα χρόνια που βρίσκομαι στη Γαλλία που νιώθω πιο πολύ Ελληνίδα από ποτέ και θίγομαι όταν μιλούν απαξιωτικά ή ειρωνικά για την Ελλάδα».

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1951. Στα δεκαπέντε της χρόνια βρέθηκε στη Λυών, όπου και τέλειωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Γκρενόμπλ και Ψυχοπαθολογία στο Παρίσι και στη Γκρενόμπλ. Εργάστηκε ένα μεγάλο διάστημα ως ερευνήτρια στην Ψυχιατρική Επιδημιολογία και ως καλλιτεχνική διευθύντρια στην παραγωγή ταινιών. Το πιο έντονο στοιχείο του χαρακτήρα της θα λέγαμε ότι είναι εκείνο της περιπλάνησης και του αναχωρητισμού. Για να ετοιμάσει αυτή την έκθεση έζησε κάποιους μήνες ολομόναχη σε ένα εξοχικό σπίτι στην Τζια.

«Είμαι άνθρωπος της εξοχής», λέει. Και υπενθυμίζει ότι όταν ήταν νεαρή μητέρα έμεινε με τον σύντροφό της και τα μικρά παιδιά της στα βουνά της Γαλλίας, σε μια φάρμα χωρίς τηλέφωνο, που βρισκόταν σε υψόμετρο 900 μέτρων κοντά στην Γκρενόμπλ. «Για να φτιάξουμε το εργαστήριό μας βγάλαμε από τον στάβλο πέντε

τόνους κοπριά, ενώ για να πάνε τα παιδιά στο σχολείο κάναμε μια επικίνδυνη διαδρομή πάνω από γκρεμούς, μέσα στα χιόνια και με αλυσίδες στο αυτοκίνητο.

Μας οδήγησε εκεί ο απόηχος του Baba cool, των χίπις, δηλαδή, που εγώ ποτέ δεν τους μπόρεσα, γιατί δεν μπόρεσα τη μαλακία τους. Δεν διαβάζανε κανένα βιβλίο και παρατηρούσαν απλώς τα στοιχεία και τα ρεύματα της φύσης, τέτοιες μπούρδες. Εμείς κατεβαίναμε μια φορά τη βδομάδα στην Γκρενόμπλ, διαβάζαμε εφημερίδες και βιβλία. Είχαμε και τηλεόραση, αλλά δεν προλαβαίναμε να την παρακολουθήσουμε, επειδή ακούγαμε μουσική, γράφαμε, διαβάζαμε, δημιουργούσαμε».

Ο περιπετειώδης βίος αλλά και οι σπουδές της έχουν αποτυπωθεί με διάφορους τρόπους στο έργο της. Η δύναμη και η ελευθερία να αναμειγνύει στην τέχνη της ετερόκλητα υλικά και μέσα ανάγεται στα χρόνια της περιπλάνησης, ενώ η αυστηρότητα και η ακρίβεια που χαρακτηρίζει το έργο της συνδέονται, μάλλον, με τις σπουδές της στην Ψυχιατρική. «Συμφιλίωσα τα δύο στοιχεία της προσωπικότητάς μου, αυτά της ερευνήτριας και του καλλιτέχνη, την εικόνα με τον λόγο», προσθέτει. Και παραδέχεται ότι δεν είναι συναισθηματική ούτε και νοστάλγησε ποτέ την Ελλάδα: «Είμαι οπαδός της συγκρατημένης συγκίνησης. Ο συναισθηματισμός σε εγκλωβίζει».

Αν και ζει αρκετό καιρό μόνη, μιλά με παιδικό ενθουσιασμό για τους ανθρώπους: « Έχω πολλούς φίλους, τους αγαπάω τους ανθρώπους. Δεν είμαι, όμως, στο facebook και σε όλα αυτά. Δεν τα μπορώ, φοβάμαι ότι ο Χίτλερ θα ξανάρθει και θα μας πιάσει όλους...».