Οι Έλληνες είναι οι καλύτεροι μπον βιβέρ που ξέρω. Υπάρχει και αρκετό ταλέντο. Αυτό που σταματάει τους πιο πολλούς είναι ότι δεν είναι τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που κάνουν. Δεν μπορεί όλη την ώρα να κάνεις δημόσιες σχέσεις, πρέπει να τις ξεχάσεις για να δουλέψεις. Υπάρχει το σχετικό βόλεμα. Όχι σε όλους.

Γεννήθηκα μια καυτή μέρα του Αυγούστου στη Λευκωσία. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά κι έχω πολλές ωραίες αναμνήσεις από μυρωδιές. Κυρίως πορτοκαλιές. Η Κύπρος σε όλη την απλότητά της, πριν γνωρίσει οποιαδήποτε ανάπτυξη. Την τραγωδία της Κύπρου προσπάθησα να την αποφύγω. Ήταν ένα βάρος για μένα. Για όλους είναι ένα βάρος. Η ανασφάλεια σε συνδυασμό με την ιστορική μνήμη προσδιορίζουν αρκετά τις ζωές των ανθρώπων. Ήθελα να ξεφύγω από αυτό το πράγμα, για να δω αν υπάρχει πέρα από αυτό μια διαφορετική συλλογική συνείδηση. Δεν είναι ότι δεν μ’ ενδιαφέρει η Κύπρος, αλλά νομίζω ότι είναι σημαντικό να φεύγεις μακριά από τον πυρήνα, γα να καταφέρεις να κάνεις τη δική σου προσέγγιση πάνω σ’ ένα σοβαρό ζήτημα.

 

Διάλεξα μια πορεία που είχε πολλές θυσίες. Πρέπει ν’ αφήνεις καμιά φορά το σπίτι σου για να γνωρίσεις τον κόσμο και αυτό που θέλεις να γίνεις τελικά. Είχα έναν χαρακτήρα πολύ ανεξάρτητο. Από έφηβη την είχα αυτή την ευκολία. Μετά την Αγγλία έκατσε και με παρέσυρε το ρεύμα και βρέθηκα στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Δεν κερδίζεις τίποτα, αν δεν χάσεις κάτι άλλο. Δεν θέλω ν’ ακούγεται τόσο εύκολο. Έχω περάσει μια περίοδο στη Νέα Υόρκη που κοιμόμουν σ’ ένα τραπέζι για τρεις μήνες.

 

Η ζωή μου στην Αγγλία σε λίγες λέξεις: ρέιβ πάρτι, τέχνη σε καραβάνια στην Ουαλία. Και πολλή μουσική και Φράνσις Μπέικον. Πήγα εκεί πανεπιστήμιο, στο St Martin’s, που ήταν τρομακτική εμπειρία, όχι μόνο όσον αφορά το διδακτικό προσωπικό αλλά και την επαφή που είχα με τους συμμαθητές μου. Το Παρίσι στη συνέχεια για μένα ήταν μια βάση. Είναι μια πόλη σχεδόν μουσειακή, που σε πνίγει. Πήρα μια υποτροφία από τους Γάλλους και πήγα στη Νέα Υόρκη. Αυτό που έκανα εκεί επί δύο χρόνια το περιγράφει μια ημέρα μου: έφευγα από την Tribeca όπου έμενα, πήγαινα στο στούντιο στο οποίο δούλευα, μετά στις εκθέσεις και μετά για μπίρες.

 

Στο St Martin’s ερχόταν συχνά ο Τζάρβις Κόκερ των Pulp. Περάσαμε ένα βράδυ μαζί, πίνοντας και συζητώντας. Ήταν καταπληκτικά και, ξαφνικά, μέσα στην κουβέντα του είπα «I wanna live like common people» και αυτό πήρε διαστάσεις μεγαλύτερες απ’ ό,τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ. Μετά, το τραγούδι έγινε ο εθνικός ύμνος μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Πήγα και στη συναυλία τον Σεπτέμβριο. Πήγα να μπω στo backstage, αλλά δεν μας άφησαν.

 

Βρέθηκα στο Παρίσι κι έκανα την πρώτη μου έκθεση σε πάρα πολύ μικρή ηλικία. Το έκανα αυτό για δέκα χρόνια και όταν ήμουν στη Νέα Υόρκη κάτι μου έλεγε να τ’ αφήσω όλα και να σηκωθώ να φύγω. Αυτό ήταν! Μάζεψα τα πράγματά μου, τα άφησα εκεί κι έφυγα. Πήγα στο Λονδίνο, διάβασα και έκανα τέχνη με άλλους ρυθμούς. Υπάρχουν διάφορα θετικά στην Ελλάδα: μπορείς να φας καλαμαράκι, να πιεις ουζάκι, να είσαι με τους φίλους σου καθημερινά μέχρι τις επτά το πρωί. Ήθελα να είμαι λίγο μακριά από τα εικαστικά κέντρα. Όταν ήρθα στο Μεταξουργείο, δεν ήταν. Αμέσως μετά έγινε. Έπειτα ξεκίνησε το Remap, άνοιξαν οι γκαλερί και βρέθηκα πάλι μέσα στην καρδιά ενός εικαστικού κέντρου.

 

Είμαι όλη την ώρα στο Μεταξουργείο. Σπάνια βγαίνω. Ε, κάνω και τη βόλτα μου προς το Σύνταγμα. Ιδιαίτερα όταν οι ατμοσφαιρικές συνθήκες γίνονται ενδιαφέρουσες. Το Μεταξουργείο είναι το μοναδικό σημείο αναφοράς σχετικά με ό,τι έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα αυτήν τη στιγμή στην Αθήνα. Είναι μεν κάθε καλλιτέχνης μόνος του, αλλά υπάρχει ένας κύκλος. Είναι καλό που υπάρχει αυτή η γειτονιά. Είναι η Ρεβέκκα Καμχή, που έκανε host το σχέδιό μου και βοήθησε να δημιουργηθεί κάτι. Εκτός από τη συγκέντρωση, στο έργο μας παίζει ρόλο και η συναναστροφή.

 

Προσπαθώ κι εγώ να εξηγήσω γιατί γύρισα στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό όλη αυτή η εξέλιξη στην τέχνη, τα πανεπιστήμια, η οργάνωση, με έκαναν ν’ ασφυκτιώ. Εκεί οι καλλιτέχνες είναι υπάλληλοι, εγώ δεν θέλω να είμαι υπάλληλος. Γι’ αυτόν το λόγο έχει παραπάνω ενδιαφέρον για μένα η Ελλάδα. Βρίσκονται στην αρχή τα πράγματα και δεν υπάρχει ένα ήδη κατασκευασμένο σύστημα. Αυτό είναι πολύ καλό για εμάς, καθώς μπορούμε να χτίσουμε τις βάσεις γι’ αυτά που ονειρευόμαστε, αν και υπάρχει πάντα ένα μαύρο σύννεφο από πάνω μας.

 

Δεν παίρνω πληροφορίες από άλλους καλλιτέχνες. Διαβάζω πολύ για αριθμούς και συχνότητες. Οι αριθμοί βοηθάνε γιατί στα κολάζ υπάρχουν πρότυπα τα οποία ενεργοποιούνται μ’ έναν υποσυνείδητο τρόπο. Αυτό το υποσυνείδητο είναι που με ενδιαφέρει. Από μικρή θυμάμαι ότι κοίταζα ένα κλαδί και αναρωτιόμουν: «αυτό γιατί μεγαλώνει έτσι;». Αργότερα έμαθα ότι υπάρχει μια ακολουθία μέσα στους αριθμούς που σου δείχνει τη δομή τους και γιατί, ας πούμε, μεγαλώνει έτσι. Αυτή η πληροφορία μου αρέσει. Έτσι προτιμώ τους conseptual καλλιτέχνες, όπως ο Marcel Duchamp, που χρησιμοποίησαν την τέχνη ως στάση ζωής όχι μόνο ως τεχνική. Έκανα ένα βίντεο που παίζουν διάφοροι ήχου σε συχνότητα 528 hz κι έχω κάνει μια σύνθεση με διαφόρων μορφών εξισώσεις για να παρουσιάσω το εικαστικό κομμάτι. Από ένα σημείο και μετά, όμως, δεν είσαι επιστήμονας.

 

Η τέχνη δεν είναι επιστήμη. Συνήθως είναι ανυπόφορα τα ωραία έργα. Η τέχνη δεν είναι επίσης κάποιο κοινωνικό έργο. Αντιλαμβάνομαι τους καλλιτέχνες που κάνουν επικοινωνιακά πράγματα, απλώς παραδέχομαι ότι δεν είμαι σε αυτή την κατηγορία. Φυσικά και η τέχνη είναι για τον άνθρωπο. Η τέχνη υπάρχει επειδή είναι μια επινόηση του ανθρώπου. Όσο πιο πολύ την επεξεργαστεί, τόσο πιο ενδιαφέρουσα την κάνει.

 

Αν είχα μερικές βόμβες και μπορούσα να καταστρέψω ορισμένα πράγματα στην Αθήνα, αυτά θα ήταν κυρίως τα αγάλματα στις πλατείες: στην Καραϊσκάκη, στην Κλαυθμώνος. Η Μελίνα Μερκούρη στη Δ. Αρεοπαγίτου. Στην Ελλάδα υπάρχει γούστο μόνο σε κάποιους κύκλους. Έχει κυριαρχήσει η κουλτούρα της τηλεόρασης.  Έμπνευση υπάρχει, όμως, και στους δρόμους. Έχω δει άστεγους, όχι τους καινούργιους, που ντύνονται σαν την κολεξιόν της Βίβιαν Γουέστγουντ το ’70. Το γούστο έχει να κάνει με την οικονομική κατάσταση. Αυτό έχει δημιουργήσει μια πόλη με πολλά κτίρια-τέρατα, που έχει, όμως, ένα ενδιαφέρον. Το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα. Δεν έχει χαθεί ακόμα το παιχνίδι. Υπάρχει και χώρος και χρόνος.

 

Οι Έλληνες είναι οι καλύτεροι μπον-βιβέρ που ξέρω. Υπάρχει και αρκετό ταλέντο. Αυτό που σταματάει τους πιο πολλούς είναι ότι δεν είναι τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που κάνουν. Δεν μπορεί όλη την ώρα να κάνεις δημόσιες σχέσεις, πρέπει να τις ξεχάσει για να δουλέψεις. Υπάρχει το σχετικό βόλεμα. Όχι σε όλους. Ευτυχώς, βέβαια, που δεν είναι όλοι καλλιτέχνες, με την κανονική έννοια της λέξης όμως, γιατί αλλιώς όλα θα ήταν ένα χάος. Πρέπει να υπάρχουν και οι τετριμμένοι άνθρωποι για να διατηρείται ο κόσμος μας. Βρίσκω πάντα κάτι σε αυτούς. Δεν είναι ανάγκη να είναι υποδείγματα ομορφιάς ή τέλειοι σε αυτό που κάνουν για να πάρω την πληροφορία που χρειάζομαι.

 

Πάντα έχω μια κουβέντα να πω για την πολιτική. Δεν είναι κάτι βαρετό για τους καλλιτέχνες. Αποτελεί το βασικό συστατικό για τη σκέψη τους. Είναι η βιταμίνη που τους ξυπνάει. Οι άνθρωποι αγριεύουν σε κατάσταση οικονομικής ύφεσης. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν είναι οι σωστοί άνθρωποι στις σωστές θέσεις. Αυτοί που κυβερνούν δεν το κάνουν σωστά, οπότε δεν μπορώ να καταλάβω πώς θα κάνουν τη διαφορά οι εκείνοι που τόσα χρόνια κατέστρεφαν τη χώρα. Φυσικά και έχουμε ευθύνες, αλλά σε κάθε σώμα υπάρχει ένα κεφάλι που αποφασίζει.

 

Θέλω πολύ να πάω να περπατήσω στο Θιβέτ και να τραγουδάω τοπικούς ύμνους. Αυτό είναι το όνειρό μου. Στην Κύπρο δεν θέλω να γυρίσω τώρα. Όταν γεράσω, θέλω να πάω στο βουνό στις Πλάτρες και να καλλιεργήσω τριαντάφυλλα. Γενικά, η ζωή μου είναι πολύ πιο πληκτική απ’ όσο ακούγεται.