Ο Κ. Βήτα μεγαλώνει όμορφα. Στο καινούργιο άλμπουμ του, που ονομάζει «Χρυσαλλίδα», η φωνή του ακούγεται σαν αφράτη πουτίγκα, γλυκιά, χυμώδης και ψιθυριστή, πάντα σαν να κρύβεται πίσω από ένα μανίκι που κρέμεται μόνιμα μπροστά του.

 

Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε που ο Κ. Βήτα ξεκίνησε το σχήμα που ονομάστηκε Στέρεο Νόβα για να κάνει μια ριζοσπαστική καλλιτεχνική διαδρομή μέσα στο όχι και τόσο ανθηρό αθηναϊκό τοπίο. Μέσα σε αυτή την εικοσαετία ο Κ. Βήτα πειραματίστηκε με τα λόγια, τους ήχους, τα σχήματα και τον χορό, τη σκηνή της συναυλίας και τη σκηνή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ο ίδιος μοιάζει μέσα σε αυτόν το περίπατο μια φιγούρα απαράλλαχτη μέσα στον χρόνο, ίσως λίγο πιο μεστωμένη, αλλά στην ουσία της ανέγγιχτη από τον αχό. Η καλλιτεχνική απομόνωση του Κ. Βήτα μοιάζει ταυτόχρονα να είναι το συγκριτικό πλεονέκτημά του (για τους μαρκετίστες), η ευχή και η προίκα του (για τους φαν του) και η κατάρα του (για τους θιασώτες της εξελικτικής θεωρίας): αν ο Βήτα δεν ήταν το μόνιμα ντροπαλό, αθόρυβο πλάσμα που είναι, δεν θα είχε αφήσει το στίγμα του στο σύγχρονο πολιτισμικό πλαίσιο. Αυτή η «αδικαίωτη» τυραννία της συναισθηματικής αστάθειας που τον κυνηγάει σε κάθε έκφρασή του είναι που τον κάνει απαραίτητο σε ένα κοινό που λίγο πριν από την εμφάνιση των Στέρεο Νόβα δεν θα είχε διανοηθεί να βγει από το δωμάτιό του και ν’ αντιμετωπίσει τους φόβους του. Με τον ίδιο τρόπο που ο Morrissey έβγαλε τον εσωστρεφή, καταπιεσμένο νεαρό με τον χαοτικό, σαρωτικό ψυχισμό στον δρόμο, ο Κ. Βήτα έδωσε φωνή στους κρυμμένους πίσω από τις διπλανές πόρτες. Αν δεν είχε εμφανιστεί στο εγχώριο καλλιτεχνικό προσκήνιο, θα έπρεπε να τον είχαμε εφεύρει.

Είναι χαρακτηριστικό ένα από τα πολλά περιστατικά που καταδεικνύουν το προσωπικό στίγμα στα πράγματα τα τελευταία χρόνια: στην προπέρσινη παρουσίαση του βιβλίου-λευκώματος Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο καθόμουν δίπλα του, για να πω δυο λόγια γι’ αυτόν. Μεταξύ των προβλεπόμενων περί της ποιητικής του και της μουσικής ιδιορρυθμίας του, ένιωσα την ανάγκη να πω ότι ο Κ. Βήτα είναι ένας θαυμάσιος χορευτής. Τον γνώρισα ως κλάμπερ, πριν καν μάθω για τους Στέρεο Νόβα, να χορεύει σαν να μην υπάρχει αύριο, με Detroit techno και με acid house της γενιάς των μπάγκι παντελονιών. Του άρεσε η Mαντόνα αλλά και η Τζόνι Μίτσελ. Ήταν λιγομίλητος και αεικίνητος στην πίστα. Είχε πλήρη συναίσθηση της κοινωνικής του εικόνας, αλλά φαινόταν σαν να έχει ελάχιστο ενδιαφέρον για το εκτόπισμά της. Το να περιγράφω τον Κ. Βήτα ως έναν «είκοσι κάτι» τύπο που βγαίνει και χορεύει σαν να καίγεται στην πίστα δεν ήταν αυτό που περίμεναν οι σημερινοί φαν του να ακούσουν. Ο ίδιος ο Κ. Βήτα κοιτούσε χαμηλά, παρατηρούσε τα παπούτσια του (ένας αιρετικός shoegazer), ντρεπόταν, δεν κατένευε σε τίποτα. Είχε ανοίξει, μόνο και μόνο με το βλέμμα του, μια φαντασιακή τρύπα στο πάτωμα μπροστά του και είχε γλιστρήσει μέσα της. Φορούσε μια ευγενική έκφραση διακριτικής αμηχανίας κι έριχνε το κεφάλι στο πλάι.

Η σκηνή αυτή είναι μία προέκταση της καλλιτεχνικής μοναδικότητάς του: ο Κ. Βήτα αντιμετωπίζει τη ζωή γύρω του, ρίχνοντας το «κεφάλι στο πλάι». Αυτή η στάση είναι που έχει εναποθέσει το δικό του σημαιάκι στην καρδιά του «αδύναμου» θαυμαστή του, αυτού που είναι πεπεισμένος ότι ο Κ. Βήτα τού μιλάει κατ’ ιδίαν. Η ποιητική του ανασαίνει μόνο στον δρόμο και στα δωμάτια που έχουν συνηθίσει να κατοικούνται αυστηρά από μονάδες. Η μουσική του είναι μία μελωδική συρραφή μοτίβων που σχεδόν νευρωτικά παλεύουν μέσα τους, από τη μία ν’ αφεθούν στον ρυθμό και από την άλλη να τον ανταγωνιστούν. Αισθάνεται κανείς σχεδόν ανάγλυφα στην καλλιτεχνική δράση του Κ. Βήτα ότι τα μεγάλα, τα τυραννικά δράματά του δεν έχουν λυθεί. Και αυτό είναι ανακουφιστικό για ένα κοινό που έχει μάθει να φορτίζει τις μπαταρίες του, τρυπώνοντας στις χαραμάδες της αδυναμίας του καλλιτέχνη. Στο άλλο άκρο, απέναντι από τον κυνισμό, η ποίηση του Κ. Βήτα δεν πετάει γλαδιόλες στο κοινό του, αλλά ανοίγει εγκοπές στο εσωτερικό του παραλήπτη του για να μπει ένας διστακτικός, αλλά αναζωογονητικός αέρας. Όπως εύγλωττα λέει και ο συνθέτης Γιώργος Κουμεντάκης, «υπάρχει ταυτόχρονα στη μουσική του και μια σκοτεινή υφή με εσωστρέφεια, που μας δίνει τη δύναμη να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και ν’ ανακαλύψουμε το φως που ασφυκτιά μέσα μας. Όταν ακούω τη μουσική του με καταλαμβάνει βαθιά η επιθυμία να του το ανταποδώσω με πληθώρα ευχών, για τον ίδιο και για την τέχνη του».

Μετά τον Κ. Βήτα η καλλιτεχνική σκηνή της χώρας αυτής δεν ήταν η ίδια: οι ποιητές δεν ήταν πλέον σαλεμένοι μακρυμάλληδες, η ανεξάρτητη μουσική του do it yourself δεν σήμαινε απαραίτητα φαλλοκρατικές ροκ κιθάρες και οι στίχοι, τα λόγια, δεν έπρεπε απαραίτητα να τελεολογούνκαι να μιλούν για τη συντέλεια κάθε είδους - συναισθηματική, κοινωνική, πολιτιστική. Ο Κ. Βήτα έμαθε σε ένα κοινό που είχε ζυμωθεί με το στερεότυπο του αγνού πανκ, σε αντίθεση με το μηχανιστικό, απάνθρωπο συνθεσάιζερ, ότι μπορεί κάποιος να ψελλίζει την αλήθεια του με όποια φωνή διαθέτει. Ότι μπορεί να παίζει μελωδίες (αυτές που υπαγορεύονται εσωτερικά) με κουμπιά ή συχνότητες, ότι μπορεί να χορεύει χωρίς να είναι αναίσθητος και ότι μπορεί να πειθαρχήσει σ’ έναν ρυθμό χωρίς να νιώθει ατιμασμένος. Κυρίως έμαθε σ’ ένα κοινό, ακατέργαστο και ανδρωμένο με τη συμπλεγματική υπεροχή του ροκ, ότι μπορείς να παράγεις ποίηση χωρίς καν να ορίζεις συνειδητά τον εαυτό σου ως ποιητή. Η Δήμητρα Γαλάνη, που συνεργάστηκε μαζί του στο άλμπουμ «Μετά» συμφωνεί ότι «από τη στιγμή που ξεκίνησε με τους Στέρεο Νόβα, αλλά και μετά, στη μοναχική του πορεία, πρότεινε ένα έργο εντελώς πρωτότυπο (δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο) κι εξαιρετικά ουσιώδες, μουσικά και στιχουργικά. Το ευχάριστο είναι ότι με τα χρόνια που περνούν όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν τη “γλώσσα” του και τον ακολουθούν». Από όλες τις μουσικές και ποιητικές προσωπικότητες που ξεπήδησαν από τον εναλλακτικό καλλιτεχνικό χώρο των τελευταίων τριάντα χρόνων -ο Γιάννης Αγγελάκας από τις Τρύπες, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Θάνος Ανεστόπουλος από τα Διάφανα Κρίνα, ο Παύλος Παυλίδης από τα Ξύλινα Σπαθιά-, ο Κ. Βήτα φαίνεται να διαθέτει ιδιαίτερη θέση και αποστασιοποιημένη από το ηλεκτρικό ροκ τραγούδι.

 

Η δική του θέση βρίσκεται στην ηλεκτρονική πλευρά, στην ενοχοποιημένη, από το κατεστημένο του τέλους της δεκαετίας του ’80, για την αποπροσωποποίηση της ανθρώπινης έκφρασης. Τι ειρωνεία! Το μέσο που έγινε ο εύκολος στόχος των παραδοσιακών ρομαντικών του ηλεκτρικού ή ακουστικού τραγουδιού ξαφνικά τούμπαρε στα χέρια του Κ. Βήτα και χρησιμοποιήθηκε για τον ακριβώς αντίθετο στόχο: την έμφαση στη συναισθηματική ανάγκη και τον τονισμό μιας αισθητικής που όχι μόνο δεν είναι αποκύημα των στούντιο αλλά, ίσα-ίσα, αποκτά ζωή μόνο όταν μυρίζει τον αέρα της πόλης. «Έχει προσδώσει στο σύγχρονο ηλεκτρικό-ηλεκτρονικό τραγούδι περίσσια ευαισθησία, γούστο, ελλειπτικότητα, φινέτσα», λέει η Λένα Πλάτωνος στη LifO για τον Κ. Βήτα. «Με τις συνθέσεις του, τη στιχουργική του και ιδίως με την ερμηνευτική του ικανότητα, πιστεύω ότι έχει σφραγίσει το τραγούδι μας, ένα τραγούδι που για την Ελλάδα αποτελεί αναμφισβήτητα σημαντικό κομμάτι του πολιτισμού της. Η φωνή του Κωνσταντίνου έχει “γράψει”, που λένε». Eίναι η ίδια η Λένα Πλάτωνος που στα μέσα της δεκαετίας του ’90 δεν έδωσε τη συνέντευξη που είχε προγραμματιστεί στον Κ. Βήτα, διότι πολύ απλά εκείνος, στα μέσα της διαδρομής προς το σπίτι της, ως συντάκτης του περιοδικού «01», πέταξε την ανθοδέσμη που κρατούσε για να της την προσφέρει και γύρισε πίσω, ανήμπορος ν’ ανταποκριθεί, όχι στις ανάγκες μίας συνέντευξης αλλά μόνο ο ίδιος ξέρει σε ποια εσωτερική αδιαχείριστη ταραχή του, απέναντι στην προοπτική της αντιμετώπισης μιας μούσας του.

Τα υλικά του Κ. Βήτα δεν είναι δύσκολο να αποκαλυφθούν σε οποιονδήποτε ακροατή-αποδέκτη του, αρκεί να ενώσει δύο τυχαία, καλλιτεχνικά σημεία του μέσα στην πορεία του χρόνου: τα αστέρια και το πεζοδρόμιο. Οι κεραίες στις ταράτσες και τα άδεια γραφεία το βράδυ. Το ταξίδι (το φευγιό, η έξοδος) και ένα «μαζί», πότε συγκεκριμένο και επιτακτικό, με λαχανιασμένες ανάσες, και πότε θολό και αγωνιώδες, με δισταγμούς και δεύτερες σκέψεις. Η πόλη τη νύχτα και το travelling μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα ενός αυτοκινήτου. Οι απορίες με αυτά που νιώθει ο ίδιος και η αφήγηση μιας καθημερινότητας που φυσάει σαν αεράκι και διεγείρει ευγενικά τις αισθήσεις. Η νίκη της επιθυμίας και η ήττα της παραίτησης. Η εξομολόγηση και το ρίσκο του κενού. Ο Κ. Βήτα φωλιάζει στα δωμάτια όπου δεν γίνεται θόρυβος και «ανατρέπει και απομυθοποιεί τα στερεότυπα που μας περιτριγυρίζουν», σύμφωνα με τα λόγια του δημοσιογράφου και μόνιμου σχεδόν συνεργάτη του στις μουσικές δραστηριότητές του, Βάιου Μαχμουντέ. «Αυτή είναι η δύναμη της αλήθειας του και ο γνήσιος ρομαντισμός του. Όπως είναι η μουσική του, είναι και ο ίδιος. Διαθέτει τη σεμνότητα και την ταπεινότητα ενός σπουδαίου φίλου και καλλιτέχνη».

Σήμερα, ο Κ. Βήτα έχει έτοιμο το άλμπουμ του «Χρυσαλλίδα», ένα άλμπουμ που ακούγεται με μία ιδιαίτερη, λυτρωτική αίσθηση μετά από τους πέντε μήνες του ασήκωτου χειμώνα στην Αθήνα. Μέσα του έχει μεσόρυθμα τραγούδια που θυμούνται το μεσόμπιτα electro disco της προ-του-techno εποχής και θερμά χρώματα για μία περίοδο που οι θετικοί θέλουν ν’ αντιμετωπίζουν ως «κυοφορούσα». Η «Χρυσαλλίδα» είναι έγχρωμη, λαμπερή και με υποδόρια χαμόγελα. Είναι ποπ και τολμηρή κι έχει ένα περίεργο συνήθειο να «ρίχνει το κεφάλι στο πλάι». Ευτυχώς. Ακόμα.

 

Κ. Βήτα: Ένα ταξίδι στη Γη

  • Γεννήθηκε στη Μελβούρνη στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όπου και σπούδασε αρμονία, κλασική κιθάρα, Ιστορία της Τέχνης και ζωγραφική.
  • Στην Αθήνα ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη γραφιστική.
  • Συνεργάστηκε ως γραφίστας και δημοσιογράφος σε περιοδικά.
  • Δημιούργησε τους Στέρεο Νόβα μαζί με τον Μιχάλη Δ. και τον Αντώνη Π.
  • Το 1992 κυκλοφόρησαν το πρώτο άλμπουμ τους και το 1996 το τελευταίο τους.
  • Το 1994 άρχισε να αρθρογραφεί στο «01» του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου.
  • Το 1998 έγραψε τραγούδια για την Πόπη Αστεριάδη και το 2001 για τη Δήμητρα Γαλάνη.
  • Έγραψε μουσική για τον κινηματογράφο (την Επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά του Πάνου Κούτρα, το Ιωάννα σ’ αγαπώ του Παντελή Παγουλάτου, το βραβευμένο ντοκιμαντέρ Αγέλαστος Πέτρα του Φίλιππου Κουτσαφτή κ.λπ.).
  • Έγραψε μουσική για το θέατρο (τον Κλήρο του Μεσημεριού σε σκηνοθεσία Βαρβάρας Μαυρομάτη, το Angel Baby σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη, το Καθαροί Πια σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, τα 2 και Μέσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου κ.λπ.)
  • Από το 1999 μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει εννιά προσωπικά άλμπουμ, πέρα από special πρότζεκτ, σάουντρακ και ειδικές εκδόσεις.
  • Συμμετείχε στην καλλιτεχνική ομάδα της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων 2004.
  • Το 2009 εμφανίστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών με το σύνολο εγχόρδων Dissonart Ensemble και με τη Λένα Πλάτωνος στο Κύτταρο.
  • Το 2011 συνεργάστηκε με τις Marsheaux σε ένα τραγούδι του special πρότζεκτ του Rollascape.

 

 

Ο δικός μου Κ. Βήτα:

 

Δήμητρα Γαλάνη, ερμηνεύτρια

«Θυμάμαι έναν υπέροχο άνθρωπο, ένα παιδί με χιούμορ και πραότητα συμπεριφοράς και αισθημάτων. Την ίδια στιγμή μια βαθιά λαϊκότητα και καμία ελιτίστικη διάθεση. Συνεργαστήκαμε με μοναδικό τρόπο και το αποτέλεσμα ήταν σαν μια ταυτόχρονη εισπνοή-εκπνοή σ’ αυτό τον απέραντο βυθό της μουσικής, με ό,τι κουβαλάει ο καθένας μας ως παιδεία και γνώση. Η προσπάθεια να προσεγγίσουμε ο ένας τον άλλον είχε μια από τις μεγαλύτερες ευγένειες που έχω ποτέ μου γνωρίσει και το αποτέλεσμα (τίτλος δίσκου ΜΕΤΑ-) είναι ένα δίσκος που είμαι περήφανη να έχω στη δισκογραφία μου».

 

Σπήλιος Λαμπρόπουλος, εμπορικός διευθυντής music - movies - gaming, Public & MultiramaStores

«Προφανώς, δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που άκουσα Στέρεο Νόβα στο ραδιόφωνο - ακόμα δεν είχε βγει το πρώτο τους βινύλιο στη Wipe Out και πέτυχα τον «Εξώστη». Δεκαοκτώ ετών, πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο και θεωρώ ότι η ελληνική μουσική είναι κάτι που, απλά, δεν με αφορά, γιατί δεν έχει τίποτα να πει για τη δική μου ζωή. Πέντε λεπτά και ο στίχος «κι αναρωτιέμαι πάλι οι προσευχές μου πού πάνε / κι αν έχουν γίνει πουλιά προς τα πού πετάνε» αρκούσαν για να ανατραπούν τα πάντα. Και, φυσικά, όπως όλα τα σπουδαία τραγούδια, έτσι και αυτό δεν έχει φθαρεί καθόλου από την αλλαγή δύο δεκαετιών κι ενός αιώνα! Όταν δημοσιογραφούσα είχα την τύχη να τον γνωρίσω και πέρα από τις τυπικές συνεντεύξεις, ανταλλάξαμε και 2-3 κουβέντες παραπάνω, είχαμε στήσει και μια συναυλία στον Λυκαβηττό. Εντύπωση μου έκανε το πόσο σεμνός και προσγειωμένος άνθρωπος ήταν. Είμαι σίγουρος ότι θα μας δώσει πολλούς ακόμα λόγους να τον θυμόμαστε και στο μέλλον. Για να μην αφήσω αναπάντητη την ερώτηση, όμως, θυμάμαι πως από τον χείμαρρο των στίχων στις συναυλίες των Στέρεο Νόβα καμιά φορά ξεχνούσε μερικές λέξεις και παραδεχόταν μάλιστα από μικροφώνου πως, όταν μιλούσε για μουσική, δεν είχε πρόβλημα να αναφέρει τον Κραουνάκη, την Joni Mitchell, την Patsy Cline και τον Randy Newman δίπλα στον Alec Empire και τον Carl Craig, πως δήλωνε διακριτικά χορτοφάγος χωρίς να θεωρεί ότι αυτό τον καθιστά ανώτερο ον, πως όταν υποτίθεται ότι οι σχέσεις του με τον επίσης υπερταλαντούχο Μιχάλη Δέλτα δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, είχε παίξει ως DJ στο club 22 το “Desert Farm” του τελευταίου, πως όταν είχα ραδιοφωνική εκπομπή με τον Γιώργο Κρασσακόπουλο στον Εν Λευκώ παίζαμε κάθε Κυριακή το τραγούδι, εχμ “Κυριακή” από το ep “Θ”, πως μια φορά που είχε προκύψει μία παρεξήγηση με ένα δημοσίευμα με είχε πάρει τηλέφωνο, αναστατωμένος, και είχε απαιτήσει μια διόρθωση και λίγες ώρες μετά με ξανακάλεσε για να μου ζητήσει συγγνώμη για το απότομο ύφος του. Αυτό το τελευταίο λέει πολλά για τον χαρακτήρα του, αλλά, αν έπρεπε να κρατήσω ένα πράγμα από τον Κωνσταντίνο, αυτό θα ήταν οι στίχοι του - ακόμα και στα instrumental κομμάτια είναι φοβερά εκφραστικός!».

 

Γιώργος Κουμεντάκης, συνθέτης

«Δεν θα ξεχάσω πόσο γενναιόδωρα μας χάρισε τη φωνή του, διαβάζοντας ένα ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη σε μια πρόσφατη περφόρμανς που κάναμε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών με τον εικαστικό Πέτρο Τουλούδη. Είναι η καλύτερη συντροφιά να περπατάς μαζί με τη φωνή του. Σε προσέχει, σε φροντίζει, είναι οικείος, ίσως γιατί ανήκει στους καλλιτέχνες που γυρίζουν την πλάτη στην εγωπάθεια».

 

Βάιος Μαχμουντές, δημοσιογράφος, μουσικός στο συγκρότημα του Κ. Βήτα

«Θυμάμαι πόση αγωνία είχε όταν πήγαμε στο Άμστερνταμ το 2006 για να δούμε τη συναυλία της Μαντόνα. Προτού βγει στη σκηνή, χοροπηδούσε πάνω κάτω σαν μικρό παιδί. Από συναυλίες έχω πολλά να θυμάμαι. Το πρώτο μας support στη συναυλία του Morrissey στο Ρόδον το ’99 με κομμένη την ανάσα και τις sold out εμφανίσεις στο ICA του Λονδίνου. Αυτό, όμως, που μας έχει μείνει αξέχαστο είναι τότε που παίξαμε για πρώτη φορά τη “Σούπερ Στέλλα” σε μια αποθήκη στο Διδυμότειχο. Όσοι είχαν έρθει ήταν μόνο φαντάροι από την Αλεξανδρούπολη και λίγο πριν από τις 12 το βράδυ έφυγαν, τρέχοντας, για να επιστρέψουν στις μονάδες τους. Συνεχίζαμε να παίζουμε μόνοι με τη Στέλλα».

 

Λένα Πλάτωνος, μουσικός, τραγουδοποιός

«Το 1985 ο Κωνσταντίνος ήρθε και με βρήκε ως θιασώτης των τραγουδιών μου. Ασχολούνταν τότε με τις γραφικές τέχνες και τη ζωγραφική - βέβαια σε κάποιες συζητήσεις μου μιλούσε ντροπαλά για το ότι είχε φτιάξει μερικά τραγούδια, τα οποία παρομοίαζε με τα δικά μου. Χαθήκαμε μέσα στα χρόνια και τον άκουσα πια ως μέλος των Στέρεο Νόβα, όπου και τον εκτίμησα δεόντως. Τότε, στα μέσα του ’90, με δική του πρωτοβουλία, οργάνωσε την έκδοση του δίσκου “Το μίξερ της Λένας Πλάτωνος”, όπου ο ίδιος είχε διασκευάσει κι ερμηνεύσει δύο κομμάτια μου. Φυσικά, αξέχαστη θα μου μείνει η συμμετοχή του στη συναυλία μου στο Ηρώδειο το 2008, όπως και στις εμφανίσεις μου στο Κύτταρο, έναν χρόνο μετά. Τον αγαπώ πολύ και του εύχομαι τα καλύτερα!».