Magnify Image
«Η Ελλάδα έπαιζε σημαντικό ρόλο, τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, ήταν η εποχή του ονείρου. Αλλά και η Ύδρα είχε τη δομή ενός πανέμορφου, αυστηρού μέρους. Το να γνωρίσεις τότε έναν διάσημο δεν ήταν κάτι σπουδαίο, πάντως»... Οι συντελεστές της ταινίας The island of love το ρίχνουν έξω στη Λαγουδέρα.

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΠΑΡΙΔΗ

 

Ήταν το 1959 που ο Χαράλαμπος Μωρές εμπνεύστηκε και καθιέρωσε στην Ύδρα ένα απ’ τα πιο θρυλικά μπαρ των ‘60s. Όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ένα μπαρ που συναγωνιζόταν εκείνα του Κάπρι, του Πόρτο Φίνο και του Σεν Τροπέ και που τελικά τα ξεπεράσε σε φήμη. Γιατί η Ύδρα υπήρξε μια εποχή ισότιμη, αν όχι και ανώτερη, των διασημότερων και πιο κοσμοπολίτικων θερέτρων της Ευρώπης πολύ πριν από τη Μύκονο. Και η ιστορία της Λαγουδέρας είναι η περίτρανη απόδειξη μιας εποχής κατά την οποία η Ελλάδα, πολύ διαφορετική από αυτό που έμελλε να εξελιχτεί, μόλις είχε βγει από έναν πόλεμο κι έβλεπε το μέλλον με αισιοδοξία, έχοντας μια αστική τάξη, κλειστή λέσχη.

 

Η Ύδρα από τον 17ο αιώνα ήταν περίτρανο λιμάνι, μ’ έναν ακόμα πιο τρανό στόλο. Σ’ αυτό το ένδοξο παρελθόν οφείλει τα εξαιρετικά αρχοντικά που είναι διάσπαρτα απ’ άκρη σ’ άκρη του νησιού. Η διεθνής επιτυχία της ταινίας Το παιδί και το δελφίνι με τη Σοφία Λόρεν το 1957 έστρεψε για λίγο το τουριστικό ενδιαφέρον των ξένων στον μικρό αυτό ελληνικό παράδεισο κι ένα ζευγάρι Ιταλών άνοιξε το πρώτο ίσως μπαρ ενός στυλ που δεν είχαν ξαναδεί οι Έλληνες, με υδραίικους καναπέδες, μεγάλα μαξιλάρια και χαλαρή ατμόσφαιρα.

 

Κράτησε ένα μόνο καλοκαίρι κι αμέσως μετά το πούλησαν. Ο Μπάμπης Μωρές του Baby’s Βar της Μεγάλης Βρετανίας, μαγεμένος απ’ το νησί, αγόρασε τον εξοπλισμό και απ’ τον επόμενο κιόλας χρόνο -συγκεκρι- μένα, άνοιξε Μεγάλο Σάββατο 2 Μαΐου 1959- γεννιέται το Λαγουδέρα Marine Club, μέσα σε μια αποθήκη όπου οι ντόπιοι ψαράδες επισκεύαζαν και προστάτευαν τις βάρκες τους τον χειμώνα. Άλλωστε, «λαγουδέρα» είναι ο ναυτικός όρος για τον μοχλό που μετακινεί το πηδάλιο των πλοίων.

 

Ο Μωρές κράτησε το στυλ της υδραίικης διακόσμησης, κρέμασε απ’ το ταβάνι βάρκες και μ’ ένα πικάπ και την αθηναϊκή του πελατεία -πολλοί απ’ αυτούς ήταν καρδιακοί του φίλοι- ξεκίνησε ένα μαγαζί που έμελλε να κάνει το νησί και το ελληνικό κέφι διάσημα παγκοσμίως. «Όποιος δεν το έζησε… έχασε!», λέει σήμερα η Ντόρα Μωρές, που πήγε πρώτη φορά στη Λαγουδέρα ως τουρίστρια το 1960 και πέντε χρόνια μετά βρέθηκε παντρεμένη με τον Μπάμπη. «Υπήρχε κέφι πραγματικό, όχι φτιαχτό. Το ρεύμα σταματούσε στη 1:00 και ανάβαμε κεράκια, βάζαμε μπρος ένα γραμμόφωνο και γλεντούσαμε μέχρι το πρωί με το τίποτα. Υπήρχε ένα κλίμα μαγικό. Ο Μπάμπης ήταν φιλόξενος, κοινωνικότατος. Με τις τεράστιες γνωριμίες που έκανε, ήταν γεννημένος γι’ αυτήν τη δουλειά».

 

«Υπήρχε κέφι πραγματικό, όχι φτιαχτό. Το ρεύμα σταματούσε στη 1:00 και ανάβαμε κεράκια, βάζαμε το γραμμόφωνο και γλεντούσαμε μέχρι το πρωί», λέει η Ντόρα Μωρές.

 

Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια η Λαγουδέρα μετατράπηκε στο ραντεβού του Σαββατοκύριακου όλης της μεγαλοαστικής Αθήνας. Όπως λέει σήμερα η κόρη του, Σοφία Μωρές: «Η Λαγουδέρα ήταν ο Μπάμπης. Δεν ήταν κέντρο, ήταν προσωποκρατούμενο μέρος. Τα κότερα, ο κόσμος, έρχονταν κατευθείαν στον Μπάμπη. Ήταν όλοι φίλοι του». Όλα τα γιοτ που περνούσαν απ’ το Αιγαίο κατέληγαν κι αυτά εκεί. Σταρ του Χόλιγουντ και της Τσινετσιτά έκαναν την εμφάνισή τους αναπάντεχα. «Η Ελλάδα έπαιζε σημαντικό ρόλο, τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, ήταν η εποχή του ονείρου. Αλλά και η Ύδρα είχε τη δομή ενός πανέμορφου, αυστηρού μέρους. Το να γνωρίσεις τότε έναν διάσημο δεν ήταν κάτι σπουδαίο, πάντως», λέει η Μαριλένα Λιακοπούλου, κόρη του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου, διευθυντή του παραρτήματος της Σχολής Καλών Τεχνών στο νησί εκείνα τα χρόνια και σταθερού θαμώνα της Λαγουδέρας, όπως και οι μαθητές του.

 

Παράλληλα, υπήρχε και μια ξεχωριστή παροικία ξένων της Ύδρας που ζούσαν εκεί, όπως ο Λέοναρντ Κόεν, επίσης τακτικός του μαγαζιού. Το 1961 ο Ντασέν γύρισε τη Φαίδρα με τη Μελίνα, τον Άντονι Πέρκινς και τον Ραφ Βαλόνε. Ο Μπάμπης, φίλος του ζεύγους, όπως άλλωστε και του Μίκη, που έγραφε τη μουσική, από τα χρόνια της Κατοχής και του ΕΑΜ, όχι μόνο είχε αναλάβει να ταΐζει το συνεργείο, αλλά άφησε και το πατάρι να μετατραπεί σε καμαρίνι. Η σκηνή που γυρίστηκε μέσα στη Λαγουδέρα δίνει μια αίσθηση από άρωμα ντόλτσε βίτα των ‘60s, μαρτυρία της λαμπερής κι ανέμελης περιόδου του ελληνικού ονείρου. Στον αντίποδα της «Όμορφης Πόλης» και της αστυ- φιλίας που έπαιρνε τότε διαστάσεις στην Αθήνα της αντιπαροχής. Στο μεγάλο πάρτι για το τέλος των γυρισμάτων η άσημη σχετικά, νεαρή τραγουδίστρια Τζόαν Μπαέζ ανέβηκε στο τραπέζι και τραγούδησε με την κιθάρα της.

 

Γυρίστηκαν πολλές ταινίες στο νησί, όπως οι Γαμπροί της Ευτυχίας, στην οποία επίσης το πατάρι έγινε καμαρίνι της Βασιλειάδου, καιτόσο το μαγαζί όσο και ο Μπάμπης φαίνονται σε κάποια σκηνή. Ακόμα και μουσικές κωμωδίες, όπως το Γοργόνες και Μάγκες. Η ΜάρθαΚαραγιάννη, μία εκ των πρωταγωνιστριών του, θυμάται ότι «η Λαγουδέρα ήταν ό,τι και η Κουίντα στη Φωκίωνος Νέγρη. Μαζευόντουσαν οι πάντες. Όλη η Ελλάδα περνούσε από εκεί. Εμείς, δυστυχώς,έπρεπε να φεύγουμε νωρίς, γιατί το πρωί είχαμε γύρισμα». Κάτι πουδεν ίσχυε για τη Ζωή Λάσκαρη, η οποία ήταν απ’ τα πιο ακούραστακορίτσια της εποχής!

 

Παρόντες, φυσικά, και άντρες, όπως ο ΣπύροςΦωκάς, ο Φοίβος Ραζής, ο Άλκης Γιαννακάς και μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που συνέδεσε το όνομά της με τη Λαγουδέρα, ο ΘόδωροςΡουμπάνης. Σπουδαστής της σχολής εμποροπλοιάρχων της Ύδρας ταπρώτα εκείνα χρόνια, έκανε κοπάνες για να μπορεί να ξενυχτά. Πρωτοστατούσε στο γλέντι, και φυσικά στο φλερτ. Λίγα χρόνια αργότερα,όταν έπαιζε στον Ναύτη του Γιβραλτάρ με πρωταγωνίστρια τη ΖανΜορό, συνέβη το εξής: «Τα γυρίσματα ήταν να γίνουν στην Ιταλία,αλλά έπεισα τον Τόνι Ρίτσαρντσον να τα κάνει στην Ύδρα. Ένα ολόκληρο συνεργείο μετακόμισε εκεί, και μαζί με τη Μορό, με την οποίαήμουν τότε αρραβωνιασμένος, ήμασταν κάθε βράδυ στου Μπάμπη».

 

Αρκετά αργότερα ήρθε με τη σύζυγό του και κόρη του Τσόρτσιλ, Σάρα. Σήμερα, υπογράφει το άλμπουμ Λαγουδέρα, η χρυσή εποχή της Ύδρας, 1959-1967 και αναφέρει: «Τα ξενύχτια μας κρατούσαν μέχρι που έβγαινε το φως του ήλιου. Χορεύαμε μέχρι να πέσουμε κάτω: τουίστ, μπλουζ, μπόσα νόβα, χάλι γκάλι, αλλά και χασάπικο και ζεϊμπέκικο.

 

Ο Μπάμπης το είχε δει πολύ καλά και ήξερε πού απευθυνόταν. Η σεζόν ξεκινούσε κάθε 25η Μαρτίου με τον πρώτο ιστιοπλοϊκό αγώνα με τελικό προορισμό τη Λαγουδέρα, όπου γινόταν και η απονομή. Μετά, ακολουθούσε τρελό γλέντι με όλα τα πληρώματα».

 

Ανάμεσα στους περίβλεπτους της εποχής κάνουν σιγά σιγά την εμφάνισή τους και οι πρώτοι τουρίστες, αλλά και μεσοαστοί που εξυπηρετούνταν απ’ τα δρομολόγια της «Νεράιδας». Ο Μπάμπης καλωσόριζε τους πάντες μ’ ένα κανατάκι κρασί και ψωμί, έβγαζε φωτογραφίες, κρατούσε ημερολόγια, φίλμαρε στιγμιότυπα, έστελνε ανταποκρίσεις σε αθηναϊκές εφημερίδες με τα κοσμικά ενσταντανέ, τύπωνε ο ίδιος σε πολύγραφο και μια καθημερινή εφημεριδούλα.

 

Εμφάνιζε τις φωτογραφίες στο σκοτεινό του θάλαμο και είτε τις έστελνε στους εικονιζόμενους ή τις έκανε κολάζ σε αναμνηστικά άλμπουμ. Ευρηματικότατος, μ’ έναν επαγγελματισμό άνευ προηγουμένου, σε συνδυασμό με μια αστείρευτη ενέργεια που τους ξεσήκωνε όλους. Το φαγητό, που εκείνα τα χρόνια δεν είχε τον χαρακτήρα εξόδου, όπως σήμερα, είχε αναλάβει η μητέρα του και ήταν προσφορά άνευ χρέωσης. Οι ταβέρνες της Ύδρας, εκτός από άφθονο ψάρι, είχαν μετριότατο φαγητό. Αντιθέτως, το παστίτσιο της κυρα-Σοφίας ήταν διάσημο. Όπως και η μαγειρίτσα της το Πάσχα.

 

Τα φλερτ έδιναν κι έπαιρναν, αλλά μέσα στο μαγαζί δεν συνέβαινε τίποτα «απρεπές». Όπως λέει ο Ρουμπάνης, «το ότι ξενυχτούσαμε και χορεύαμε ήταν ήδη σκάνδαλο για τα ήθη της εποχής. Ο μητροπολίτης είχε πλήρη έλεγχο και η αστυνομία επέπληττε όποια τουρίστρια κυκλοφορούσε στο λιμάνι με κοντό σορτσάκι, και φυσικά ποτέ ναρκωτικά!». Η Ντόρα Μωρές λέει ότι «όταν παντρευόταν ο βασιλιάς της Ισπανίας Χουάν Κάρλος την πριγκίπισσα Σοφία, ο πατέρας του βρέθηκε ινκόγκνιτο στο νησί και φυσικά κατέληξε κι εκείνος σε μας. Ήπιε, χόρεψε, φλέρταρε, έφαγε κι ένα παπούτσι κατά λάθος στο κεφάλι από έναν σύζυγο».

 

Το 1964 το μαγαζί μεταφέρθηκε από την παραλία στα παλιά σφαγεία που αγόρασε ο Ναυτικός Όμιλος Ύδρας επί προεδρίας Παύλου Κουντουριώτη, ο οποίος με τη σειρά του το υπενοικίασε στον Μωρές. Το περίφημο αυτό κτίσμα έγραψε τη δική του ιστορία. Η Σοφία Μωρές λέει: « Έβγαινε ο μπαμπάς με την ντουντούκα και μιλούσε με τα σκάφη, ο κόσμος κυκλοφορούσε όλη τη μέρα με τα μαγιό, έπεφταν κατευθείαν στη θάλασσα μεταμεσονύχτια υπό το φως μεγάλων προβολέων με τα ρούχα τους. Αργότερα, εγκατέστησε στο ταβάνι ντους, με το οποίο κάθε τόσο περιέβρεχε τον κόσμο που χόρευε, ενώ πρόβαλλε σλάιντ με παλιότερα στιγμιότυπα αυτών που βρισκόντουσαν εκείνο το βράδυ εκεί».

 

Το «πάρτι» συνεχίστηκε ακάθεκτο και τη δεκαετία του ’70, με νέα ονόματα να παρελαύνουν, τα νέα τζάκια που έτρεχαν να προλάβουν λίγο απ’ την ξεθυμασμένη αίγλη των θρυλικών ‘60s, που μόνο απ’ τις κοσμικές στήλες ήξεραν. Κι όλα αυτά μέχρι το 1989, που το ανέλαβε ο Ρουμπάνης, για να του θέσουν το 1997 θέμα «αιγιαλού» και να του το κλείσουν. Στην πραγματικότητα, ενοχλούσε κάποιους ντόπιους ότι ένας «ξένος» είχε το καλύτερο μαγαζί. Όπως ξένο θεωρούσαν τον Μπάμπη Μωρές, που τόσο τους είχε ευεργετήσει. Και μ’ αυτό το μοναδικό παράπονο έφυγε...