Υπάρχει μια φωτογραφία μου στη Μαδουρή. Φοράω ένα άσπρο μπλουζάκι κι έρχομαι απ’ τη θάλασσα μ’ έναν κουβά γεμάτο νερό. Βρίσκομαι μέσα στο φως, ο ήλιος χτυπάει από ψηλά. Προφανώς, πηγαίνω στην τουαλέτα που ήταν εξωτερική για ν’ αφήσω τον κουβά. Καθένας μας, όταν τελείωνε, έπρεπε να κατέβει στην παραλία και να τον ξαναγεμίσει για τον επόμενο.

 

Ο φακός μάλλον με αιφνιδίασε, δεν χαμογελάω, αλλά ούτε φαίνομαι ενοχλημένη. Στο αριστερό αυτί διακρίνεται ένα μικρό σκουλαρίκι. Παρόλο που θυμάμαι το σκουλαρίκι, έναν χρυσό κρίκο, δεν αισθάνομαι καμία οικειότητα για το πρόσωπο της φωτογραφίας. Είμαι εντελώς εγώ, αλλά και δεν είμαι. Για κάποιον λόγο δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Τα χρόνια που πέρασαν έχουν σταθεί ανάμεσά μας, ένα βαρύ νεφέλωμα από φίλους που έφυγαν, ραντεβού που χάθηκαν, μικρά και μεγάλα γεγονότα. Πολλά έχουν συμβεί και το πρόσωπο της φωτογραφίας τα αγνοεί.

 

Η Μαδουρή βρίσκεται απέναντι απ’ το Νυδρί, κοντά στο Μεγανήσι. Στο παλιό σπίτι υπήρχε ακόμη το δωμάτιο όπου έγραφε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ατενίζοντας τη θάλασσα απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Έγραφε όρθιος, αυτό μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Τα παιδιά έλεγαν ότι το φάντασμά του κυκλοφορούσε τις νύχτες, ότι οι σκάλες έτριζαν, ότι ένας φωτεινός ίσκιος γλιστρούσε στους άδειους διαδρόμους. Στο ίδιο δωμάτιο είχε παιχτεί κι η τελευταία σκηνή μ’ έναν παλιό εραστή.

 

Είχε έρθει να με βρει στη Μαδουρή απροειδοποίητα, σε μια προσπάθεια επανασύνδεσης. Έκανε φρικτή ζέστη, τα τζιτζίκια τσίριζαν. Για ν’ αποφύγουμε τους υπόλοιπους και κυρίως τα παιδιά, καταφύγαμε στο δωμάτιο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα, το ξέραμε κι οι δυο. Σε μια ύστατη απόπειρα προσέγγισης, αυτός είχε κατεβάσει οργισμένος το παντελόνι του αποκαλύπτοντας μια ηρωική στύση. Η κίνησή του επιτάχυνε το τέλος, που έτσι κι αλλιώς πλησίαζε.

 

Όσο θυμάμαι, όσο προσπαθώ να θυμηθώ και τα επεισόδια ξαναγυρίζουν, τόσο μεγαλώνει η απόσταση. Μια καταιγίδα θλίψης με συνεπαίρνει καθώς βλέπω ξανά τα άγρια πρόβατα που κατέβαιναν ένα ένα στην παραλία και χυμούσαν στο νερό να ξεδιψάσουν. Μεγάλα πεύκα άπλωναν τα κλαδιά τους ως τη θάλασσα. Βλέπω τον Νάνο Βαλαωρίτη πίσω από ένα τηλεσκόπιο να προσπαθεί να μου μάθει τους αστερισμούς που δεν έμαθα ποτέ. Δεν είχα καμία έφεση. Το βράδυ τρώγαμε πατάτες βραστές περιχυμένες με γιαούρτι. Η γεννήτρια μούγκριζε στην κουζίνα. Το πέτρινο πηγάδι παραμιλούσε κάτω απ’ το βαρύ σιδερένιο σκέπαστρο. Ο γιος μου έπαιζε πινγκ-πονγκ. Ο Νάνος είχε τελειώσει το Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, εγώ τη Φάρσα. Αλλά τα βιβλία δεν ήταν η ζωή μας, ή μάλλον ήταν τόσο η ζωή μας, που δεν χρειαζόταν να τα συζητάμε.

 

Μια μέρα ένας φέρελπις συγγραφέας έφτασε ορμητικός και ξεφυσώντας, σαν να είχε ξεπεζέψει από άλογο. Ήθελε να κάνει μια σπουδαία ανακοίνωση. Κάποιο κείμενό του επρόκειτο να δημοσιευτεί, είχε την εντύπωση ότι ο Νάνος έγραφε για το ίδιο θέμα, και μας δήλωσε ότι αυτός είχε την προτεραιότητα. Γελάσαμε πολύ όταν έφυγε. Ήταν τόσο αγχωμένος. Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο επεισόδιο, ένα ονειρικό γεγονός που έγινε πραγματικό ή το ανάποδο. Εκείνο το καλοκαίρι διάβαζα το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης του Ίταλο Καλβίνο.

 

Είναι ένα μυθιστόρημα που κάθε φορά αρχίζει, προχωρεί ως ένα σημείο και σ’ αφήνει μετέωρο. Ένα μυθιστόρημα «ανοιχτό», δέκα κεφάλαια, δέκα χωριστά βιβλία. Διάβαζα μερικές σελίδες στο φως της λάμπας πετρελαίου και μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Τα κουνούπια πετούσαν σαν ελικόπτερα πάνω απ’ το κεφάλι μου κι η μυρουδιά του κατόλ με νάρκωνε. Κάθε βράδυ κοιμόμουν κι έβλεπα τη συνέχεια του βιβλίου. Η συνέχεια αυτή ήταν τόσο γοητευτική, που μέσα στον ύπνο μου αποφάσιζα να τη γράψω.

 

Χωρίς να τολμάω να συγκριθώ με τον Καλβίνο, αντιλαμβανόμουν ότι το βιβλίο του ήταν ένα γενναίο εγχείρημα, όμως κάτι έλειπε. Αυτό που έλειπε το δημιουργούσα στον ύπνο μου. Αναπλάθοντας την αφηγηματική συνέχεια του βιβλίου, πρόδιδα το εγχείρημα - που κατά τη γνώμη μου ήταν ακριβώς η καταγγελία αυτής της αφηγηματικής συνέχειας, το ξεγύμνωμα της πλοκής και του κλασικού μυθιστορήματος. Πάντα κοιμισμένη καταλάβαινα ποιο ήταν το πρόβλημα. Ο Καλβίνο είχε θελήσει να γράψει ένα υποδειγματικό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Άρχισα να έχω μεταμοντέρνα όνειρα. Κάθε όνειρο έριχνε φως σ’ ένα προηγούμενο αλλά ταυτόχρονο όνειρο που περιείχε τη συνέχεια του βιβλίου. Λίγο φως κάθε φορά. Τη μια στιγμή νόμιζα ότι έπιανα την άκρη του μίτου, ότι η λύση ήταν κοντά. Κάποια κουβέντα που είχαμε με τον Νάνο το απόγευμα έπαιρνε ζωτική σημασία. «Αυτό είναι!», έλεγα. Την επόμενη στιγμή χανόμουν.

 

Βρισκόμουν σ’ έναν λαβύρινθο με σκοτεινές αναλαμπές, αλλά, όπως συμβαίνει στα όνειρα, ήμουν σίγουρη ότι αρκεί να γύριζα την πλάτη μου, αρκεί να έκανα δυο βήματα αριστερά ή δεξιά... και θα έβρισκα την έξοδο. Εν τω μεταξύ, τα κουνούπια συνέχιζαν να πετάνε γύρω απ’ το κεφάλι μου και το φιδάκι του κατόλ έσβηνε. Μερικές νύχτες ξυπνούσα ιδρωμένη και τριβόμουν με ξίδι. Ένιωθα κατάκοπη, τα στρώματα στη Μαδουρή ήταν ξεκοιλιασμένα, γεμάτα κόμπους. Το πρωί όλα ήταν μια χαρά.

 

Μαζί με τα παιδιά κατεβαίναμε στην παραλία. Ο ήλιος άρχιζε να καίει. Έκλεινα τα μάτια. «Λείπει το πάθος», έλεγα μέσα μου. Σηκωνόμουν, έπαιρνα τον κουβά να τον γεμίσω. Και γινόμουν το πρόσωπο της φωτογραφίας.