Πόσο σου στοίχισε η Κυριακή της 4ης Οκτωβρίου του 2009;

Δεν μου στοίχισε η ίδια η μέρα. Μάλιστα, είχε μια θεατρικότητα σχεδόν απελευθερωτική - ήταν η τελευταία παράσταση. Και, για όποιον έβλεπε, ήταν κι ένα κλείσιμο του ματιού για το τέλος που ερχόταν. Πώς κάποιοι συγγενείς που περιμένουν το μοιραίο βγαίνουν για το τελευταίο γλέντι (στο στυλ: θα το ’θελε κι ο μακαρίτης κ.λπ.); Κάτι τέτοιο.

 

Αν ήταν να την περιγράψεις με μια πρόταση, ποια θα ήταν αυτή;

Η μέρα που τέλειωσε οριστικά η αφόρητα ξεχειλωμένη, σχοινοτενής, παρωχημένη αφήγηση της «μεταπολίτευσης». Ο συγγραφέας έπρεπε να ’χει παραδώσει δεκαπέντε χρόνια πριν. Θα γινόταν και καλύτερη επιμέλεια.

 

Με ποιο κριτήριο διάλεξες τους χαρακτήρες σου;

Τον Βασίλη δεν τον διάλεξα, τον γνώρισα και τον προσκάλεσα. Είναι ένα 19χρονο παιδί που μιλάει με πέντε λέξεις, αλλά μέσα στην ψυχή του γίνεται πανδαιμόνιο, μια συνθήκη εξαιρετικά ερεθιστική για μένα. Μαζί με τη συγγραφική πρόθεση «καμιά σκηνή να μην είναι για εκείνον που είναι η σκηνή». Όσο για τον μεσήλικα Πέτρο, ήθελα να είναι ένας άνθρωπος που έζησε τη μεταπολίτευση σαν αυτόπτης μάρτυς από απόσταση. Έβλεπε, αλλά δεν μιλούσε. Εκείνο, όμως, που τον έχει τσακίσει είναι η καθημερινότητα και το αφόρητο βάρος της. Αυτοί οι δυο τυχαίνει να έχουν έναν κοινό πόνο. Και θα κάνουν κάτι παράξενο για Έλληνες. Θα συνεργαστούν, έστω και ψυχικά.

 

Είσαι πιο κοντά στον 19χρονο ή στον δημοσιογράφο;

Ηλικιακά, φυσικά, είμαι πιο κοντά στον δημοσιογράφο. Η ψύχη μου, όμως, είναι και θα είναι κοντά στον πιτσιρικά. Απ’ όσους ήρωες έχω «γράψει», είναι εκείνος που έχω αγαπήσει πιο πολύ έως τώρα.

 

Μήπως χαϊδεύεις τ’ αυτιά και των δυο, με την έννοια ότι τους παρουσιάζεις ως «θύματα» της κοινωνίας;

Μα, κανένας δεν είναι θύμα. Ούτε ο πιτσιρικάς είναι θύμα μιας κοινωνίας την όποια έχει γραμμένη, μια και βλέπει τα πράγματα μέσα από ένα άλλο πρίσμα, ούτε ο δημοσιογράφος έχει καθαρή τη φωλιά του, μια και τόσα χρόνια ουσιαστικά λειτουργούσε ως «παθητικός καπνιστής» των αναθυμιάσεων. Εάν είναι θύματα κάποιων πραγμάτων, μιλάμε για δυνάμεις πιο σκληρές από την κοινωνική συγκυρία. Στους εκάστοτε ρόλους που αναλαμβάνουμε στη ζωή υπάρχουν πράγματα πολύ χειρότερα από την κοινωνική συγκυρία. Συνήθως, μάλιστα, δεν «παίζουμε» εμείς τους ρόλους που αποδεχτήκαμε, ενδυθήκαμε ή δημιουργήσαμε. Οι ρόλοι είναι που μας παίζουν: το «παιδί», ο «ενήλικας», ο «άντρας», ο «επαγγελματίας», ο «πατέρας». Κι εκεί διαχέονται οι ματαιώσεις, οι ελλείψεις. Συνήθως, εκείνο που βλέπουν οι άλλοι είναι το σημείο στίξης μας, η μύτη ενός παγόβουνου, μια τεράστια επιθυμία της οποίας φαίνεται μόνο η άκρη.

 

Εσύ νιώθεις καθόλου «θύμα» της όλης κατάστασης εξαιτίας της κρίσης;

Όχι. Από την πρώτη στιγμή που έχασα τη δουλειά μου δεν ένιωσα οργή ούτε εναντίον κάποιου ούτε εναντίον του συγκροτήματος που με απέλυσε μετά από επτά-οκτώ χρόνια συνεργασίας. Η εταιρεία, λογιστικά, τη δουλειά της έκανε. Το ζήτημα για μένα είναι στην πράξη, το τι κάνει ο καθένας από δω και πέρα. Δεν είναι λύση τα φλασμπάκ. Η ιστορία δεν σέρνεται, κάνει άλματα. Μ’ ενδιαφέρει το τώρα και το αύριο. Κι αυτά θέλουν πράξη και δράση, όχι πένθος και ιστορικές ανάδρομες. Η κρίση, οικονομικά, με έστειλε είκοσι χρόνια πίσω. Ζω σχεδόν φοιτητικά, αλλά με το μυαλό που έχω τώρα, μια συνθήκη που ίσως έχει και τα καλά της. Τελικά, αν δεν αρνηθείς την ασφάλειά σου, δεν θα βρεις την ευτυχία σου.

 

Ποιες οι ευθύνες του πιτσιρικά και ποιες του δημοσιογράφου;

Η μόνη ευθύνη που έχει ένας άνθρωπος είναι να δώσει κάτι πίσω στο δώρο της ζωής που του χαρίστηκε. Είναι σαν την αναπνοή. Η εισπνοή είναι η ευκαιρία, το προνόμιο, η πρόσληψη του κόσμου. Με την εκπνοή δίνεις κάτι πίσω, τοποθετείσαι εντός του. Η ποιότητα της αναπνοής σου αντανακλά και την ευθύνη σου. Εκεί όπου ζουν και αναπνέουν οι δύο ήρωες βρίσκεται λοιπόν και η απάντηση.

 

Οι 14 ώρες κατά τις οποίες διαδραματίζεται το μυθιστόρημα είναι περισσότερο περιοριστικές ή απελευθερωτικές;

Συγγραφικά απελευθερωτικές. Προσωπικά, μου άρεσε πάντα ο περιορισμός στην τέχνη.

 

Θα έβαζες την ταμπέλα του «πολιτικού βιβλίου» στην «Κυριακή;»

Στην Κυριακή πολιτική υπάρχει, άλλα όχι σε πρώτο πλάνο. Στο προσκήνιο βρίσκονται τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες. Εκείνοι οδηγούν τα πράγματα. Γύρω τους, φυσικά, τρέχουν εξελίξεις που επηρέασαν και θα επηρεάζουν τις ζωές όλων μας. Όμως, εκείνο που με ενδιαφέρει στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι η ιστορία δυο ανθρώπων που εμπλέκονται σε κάτι που φαινομενικά τους ξεπέρνα. Όσο για τα αποτελέσματα της πραγματικής Κυριακής, όντως είναι σήμερα πολύ εμφανή. Όταν άρχισα να το γράφω, στις 7 Οκτωβρίου, αισθανόμουν πως εκείνες οι εκλογές άνοιγαν κάτι κι έκλειναν κάτι άλλο. Αν το φωτίσεις από μια πλευρά, ολόκληρο το βιβλίο είναι μια αλληγορία του Δανεισμού.

 

Την επόμενη Κυριακή θα πας να ψηφίσεις;

Φυσικά. Τι, όμως, δεν ξέρω.