Hσασταν αυτό που λένε ποδοσφαιρικά το «αουτσάιντερ» για το βραβείο;

Δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να πάρω το Κρατικό Βραβείο. Δεν μπήκα και στη διαδικασία αυτή. Άλλωστε, η μικρή λίστα δεν δημοσιεύθηκε παρά μόνο την ίδια μέρα. Εγώ το έμαθα κατευθείαν από την επιτροπή με ένα τηλεφώνημα.

Η δράση του βιβλίου εκτυλίσσεται στην Ελλάδα του 1956. Τι σας τράβηξε σε αυτή την εποχή;

Η δεκαετία του '50 συμπίπτει με τη δική μου παιδική ηλικία. Είναι μια πάρα πολύ γοητευτική περίοδος. Συμβαίνουν πολλά και αντιφατικά πράγματα ταυτόχρονα. Είναι μια εποχή που οι άνθρωποι έχουν βγει από έναν πόλεμο κι έναν εμφύλιο και υπάρχουν ακόμα ανοιχτές πληγές. Δεν υπάρχει σπίτι χωρίς ένα θύμα στο άμεσο περιβάλλον του. Ο κόσμος προσπαθεί να ξανακερδίσει τον χαμένο χρόνο και να σκεπάσει αυτές τις πληγές γρήγορα. Όπως μπαζώνουνε τα ρέματα. Υπάρχει μια έντονη επιθυμία να γλεντήσουν όσο μπορούν το τώρα και αυτό φαίνεται και στους στίχους των τραγουδιών: «Έλα απόψε να χορέψουμε μαζί, ποιος το ξέρει αύριο αν θα ζει» κ.λπ. Συνεχώς οι άνθρωποι ψάχνουν αφορμή για να γλεντήσουν, όπου γλεντούν πραγματικά όμως. Αυτό που μπορείς να πεις είναι πως γίνονταν καθημερινές, μικρές μεταμορφώσεις. Όσον αφορά τη μικροαστική τάξη, βρισκόμαστε σε μια ακμή της αμερικανικής πολιτιστικής εισβολής. Τα εισπράττουμε όλα από εκεί με πολύ μεγάλη προθυμία και τα κάνουμε δικά μας.

Όπως;

Τα ρούχα μας: είναι χρωματιστά και νάιλον. Οι ρυθμοί, τα τραγούδια. Αυτό, παράλληλα με μια μελαγχολία και μια τάση μερικά πράγματα να παραμείνουν στο σκοτάδι. Υπάρχουν πάρα πολλά μυστικά. Σχεδόν κάθε σπίτι έχει κι ένα μυστικό. Δεν μιλάνε πότε γι' αυτά ή, όταν μιλάνε, το κάνουν με τρόπο υπαινικτικό.

Οικογενειακώς, πού στεκόσασταν εσείς;

Ο πατέρας μου ήταν Αριστερός. Μακρονησιώτης με φάκελο. Κάθε τόσο έπρεπε να δίνει το «παρών» στο γραφείο του νωματάρχη. Επειδή, όμως, έπρεπε να ζήσει, είχε κάνει τους αναγκαίους συμβιβασμούς και τις πιο παράξενες και αστείες συμμαχίες. Ήταν μέλος, όπως και οι περισσότεροι Αριστεροί που ήταν έξω, του εξωραϊστικού συλλόγου. Εμάς μας είχε γράψει στους προσκόπους. Απέφευγε τις πολιτικές συζητήσεις μπροστά μας, αλλά μας έλεγε ότι η δύναμή μας είναι η ψήφος μας. Όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν μιλούσε γι' αυτά. Άλλη μια οικογένεια με τα μυστικά της.

Όλα αυτά τα μυστικά μάς έχουν κάνει περισσότερο εχέμυθους ή ρουφιάνους;

Έχω την εντύπωση ότι η ρουφιανιά είναι μια πολύ πιο παλιά ιστορία στην Ελλάδα. Εκείνη την εποχή, όμως, υπήρχε μια συντροφικότη- τα, μια αλληλεγγύη. Κυρίως στους κόλπους της Αριστεράς.

Το «Σμιθ» είναι ένα πολιτικό βιβλίο;

Απέφευγα πάντα να το χαρακτηρίσω. Αν σώνει και καλά έπρεπε να του βάλω μια ταμπέλα, θα έλεγα, υπερβάλλοντας ίσως, ότι είναι ερωτικό βιβλίο. Ας γράψει κάποιος, επιτέλους, πως έχει να κάνει και με έρωτα, να πάρει η ευχή.

Πιο εύκολο σάς ήταν να διαμορφώσετε τους αντρικούς ή τους γυναικείους χαρακτήρες του βιβλίου;

Τα παιδιά. Μου είναι πολύ πιο εύκολο και νιώθω και πιο κοντά τους. Τα παιδιά με εκπλήσσουν πάντοτε. Όπως και οι τρελοί, είναι πολύ κοντά στο θαύμα.

Γιατί διαλέξατε μόνο το πρώτο μέρος της ονομασίας του περιστρόφου Smith & Wesson;

Μου άρεσε ως ήχος...

Μπερδεύεται, όμως, κανείς, πιστεύοντας ότι είναι κάποιο πρόσωπο;

Δεν ήθελα να καταλάβει ο αναγνώστης περί τίνος πρόκειται μέχρι τη στιγμή που το παιδί βρίσκει το κουτί με το περίστροφο.

Το περίστροφο συμβολίζει τα δύο πρόσωπα της Ελλάδας, πριν και μετά τον Εμφύλιο;

Ο καθένας διαβάζει το βιβλίο που θέλει.

Εσείς, όμως, γιατί το τοποθετήσατε στην πλοκή;

Καταρχάς, με γοητεύουν οι αντιθέσεις. Μου άρεσε που ένα επικίνδυνο αντικείμενο γίνεται παιχνίδι. Ήταν κάτι που συνέβαινε τότε. Πολλά σπίτια είχαν όπλα. Δεν τα παρέδωσαν όλοι στη Βάρκιζα. Όπως, επίσης, θυμάμαι, είχαμε πάρα πολλά ατυχήματα από χειροβομβίδες που έβρισκαν τα παιδιά, παίζοντας. Μου άρεσε αυτή η αντίθεση: το παιχνίδι, το παιδί, τα παιδικά χέρια, το όπλο. Επίσης, το όπλο το έγραψα κυρίως σε σχέση με τον Θωμά, με τον πατέρα. Δεν ήθελε ούτε να το πετάξει αλλά ούτε και να το βλέπει. Δεν το κρύβει μόνο από τους άλλους, το κρύβει και από τον εαυτό του. Δεν είναι τυχαίο ούτε το μέρος που το κρύβει...

Μαζί με τα βιβλία του.

Ναι, με ό,τι χαρακτηρίζει το παρελθόν του και τις επιλογές του. Γι' αυτά που θα πρέπει να δώσει λόγο και να δείξει τη μεταμέλειά του.

Η επόμενη γενιά, που είναι η δική σας, έχει ν' απολογηθεί για κάτι;

Είμαστε από τις πιο ευνοημένες γενιές. Με την έννοια πως ζήσαμε καταπληκτικά πράγματα, όσον αφορά την τέχνη και τον πολιτισμό. Χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής είναι η απέχθεια για τη δικτατορία. Όμως δεν είμαι, όπως και κανείς δεν με έχρισε, εκπρόσωπο καμιάς γενιάς. Κάποιοι άνθρωποι συμβιβάστηκαν και κάποιοι όχι. Δεν είναι ενιαία η γενιά. Δεν μπορεί κανείς να αποδώσει συλλογική ευθύνη.