Ο ήρωάς σας, ο Οδυσσέας, περνάει μια υπαρξιακή κρίση και σκεφτόμουν ότι αυτό είναι ένας συνηθισμένο μοτίβο στη λογοτεχνία.

Ναι, μόνο που ο δικός μου ο συγγραφέας περνάει μονίμως μια υπαρξιακή κρίση, δεν την ανακάλυψε τώρα, στα 60 του. Εξάλλου, δεν μπορείς να είσαι συγγραφέας, αν δεν περνάς υπαρξιακή κρίση.

Και πάλι, όλο αυτό το υπαρξιακό ψάξιμο είναι κάτι που βλέπουμε ξανά και ξανά στη λογοτεχνία. Το εμπνευστήκατε από κάπου; Ποια ήταν η ιδέα;

Το βιβλίο ξεκίνησε με μια παλιότερη αφορμή, από το διήγημα Φιλοδοξίες Κήπου, που βρίσκεται στην ομώνυμη συλλογή, και ήταν η συνάντηση του Ε.Χ. Γονατά και της Εύας Στεφανή για ένα ντοκιμαντέρ. Δοκιμάζει αυτήν τη σχέση μεταξύ κάποιου που παίρνει και κάποιου που δίνει μια συνέντευξη, η οποία είναι πολύ περιεργη. Μπορεί να ξεκινήσει με μια αμηχανία και μετά, όσο προχωράει η ώρα, να λύνονται τα πράγματα. Όταν, όμως, πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που ο σκηνοθέτης κάθεται εκεί για πολύ καιρό, αυτή η σχέση γίνεται και πολύ πιο βαθιά. Βέβαια, ούτε ο Οδυσσέας είναι ο Γονατάς, ούτε η Μπλουζ είναι η Εύα Στεφανή. Παρόμοιες προσωπικότητες υπάρχουν - και ο Σάλιντζερ ήταν έτσι.

Όλες αυτές οι εμμονές του Οδυσσέα - έχει δωμάτια αφιερωμένα σε πράγματα: στα ρολόγια, στους αυτόχειρες συγγραφείς... Είναι σαν να έχει μαζέψει τα δωματιάκια αυτά και να 'χει αποσυρθεί.

Μέσω αυτού εγώ ήθελα να μιλήσω για τη διαχείριση του χρόνου και της μοναξιάς. Ένας άνθρωπος που ζει απομονωμένος είναι πολύ σημαντικό να διαχειριστεί σωστά τον χρόνο του, γιατί θα μπορούσε να αφεθεί σε μια μορφή αλητείας. Αυτός τον διαχειρίζεται πολύ καλά, σε αντίθεση με την Μπλουζ, που ενώ ζει ανάμεσα στους ανθρώπους, είναι πολύ πιο μόνη της απ' ό,τι είναι αυτός. Και όλα αυτά τα δωμάτια που έχει αποτελούν πηγή έμπνευσης, του δίνουν ερεθίσματα. Έχει το δωμάτιο του χρόνου με τα ρολόγια, το δωμάτιο της χαμένης αθωότητας με αντικείμενα από βιβλία που έχει διαβάσει, της θάλασσας, που γι' αυτόν είναι σύμβολο ελευθερίας και αναγέννησης, και βέβαια των αυτόχειρων συγγραφέων και ποιητών.

Το τέλος του βιβλίου είναι αμφιλεγόμενο.

Δεν είναι στο στυλ μου το χάπι εντ - αφήνω το τέλος ανοιχτό. Έχω ευφυείς αναγνώστες, αλλά είμαι σίγουρη ότι υπάρχει ένα αίσιο τέλος.

Χρησιμοποιείτε τον όρο «αειφυγία» και σκεφτόμουν ότι οι ήρωές σας συχνά ταξιδεύουν, όχι μόνο κυριολεκτικά αλλά και εσωτερικά. Η προήγουμενή σας ηρωίδα στο Για να δει τη θάλασσα είχε αμνησία, στη Μέθοδο της Ορλεάνης η Αρέθα λιποθυμούσε.

Είναι από τις εμμονές του συγγραφέα. Για την αειφυγία είχα γράψει ήδη από τους Εκατό δρομους και μια νύχτα. Εγω έχω ένα κόλλημα με τους παλιούς Έλληνες συγγραφείς. Η αειφυγία, λοιπόν, ή το ταξίδι, εσωτερικό και εξωτερικό, είτε στον τόπο μας είτε μέσα μας, είναι από τις προσωπικες μου εμμονές. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν ταξιδεύει πάρα πολύ, αλλά έχω σωθεί με τα νοερά μου ταξίδια.

Υπάρχουν κάποιοι συμβολισμοί στα βιβλία σας, που θυμίζουν μαγικό ρεαλισμό - η αίθουσα των αυτόχειρων συγγραφέων, τα άσπρα παιδικά γάντια που βρίσκει ξανά και ξανά η ηρωίδα σας.

Εγώ δεν γράφω μαγικό ρεαλισμό, γράφω έναν ποιητικό ρεαλισμό. Έχω γράψει απολύτως ρεαλιστικά βιβλία, όπως το Έρως, θέρος, πόλεμος, το Μόμπυ Ντικ, το Γάτα με πέταλα. Σε αυτή την πεζή πραγματικότητα θεωρώ ότι δεν είναι όλα δοσμένα και ξεκάθαρα, ότι υπάρχει κάτι που μπορεί να μην είναι δοσμένο με τις αισθήσεις μας, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Δεν θέλω, όμως, να είναι εξαιρετικά τραβηγμένο - θέλω να υποθέσει ο αναγνώστης ότι, ναι, μπορεί και να συμβαίνει.

Θέλετε μια νότα μαγείας, δηλαδή.

Θέλω ένα παράθυρο. Δεν θέλω μια διάπλατη πόρτα στο μεταφυσικό.

Μου αναφέρατε πριν ότι έχετε ευφυείς αναγνώστες και ήθελα να σας ρωτήσω πώς το γνωρίζετε αυτό.

Ένας συγγραφέας ακολουθείται από ένα κοινό - βέβαια, με τα χρόνια αλλάζει. Θέλω να πω, έχω τελειώσει με πολύ δυσκολότερο τρόπο βιβλίο μου και δεν έχουν ενοχληθεί. Τώρα πια υπάρχει και το διαδίκτυο και έχουμε μια πολύ διαδραστική επαφή.

Είστε και στο Facebook. Είδα ότι έχετε 2.700 φίλους.

Nαι, το δοκίμασα. Έχω παρά πολλές απορίες, όμως μπήκα δοκιμαστικά.

Σας μιλάνε για τα βιβλία σας ;

Είναι σε μεγάλο βαθμό αναγνώστες μου, κυρίως γυναίκες, αν και υπάρχουν πάρα πολλοί άντρες, και σοβαροί και νέοι. Βέβαια, υπάρχουν και άνθρωποι που μου κάνουν αίτημα φιλίας και δεν μπορω να καταλάβω τι κοινό έχουμε. Θα δεχτώ έναν που ακούει τζαζ, σύγχρονη μουσική, ρεμπέτικα, αλτέρνατιβ ροκ, αλλά κάποιος που ακούει σκυλάδικα και δεν διαβάζει ή βλέπει ό,τι δεν βλέπω στην τηλεόραση δεν ξερω γιατί με θέλει φίλη του.

Τι σας ρωτάνε οι αναγνώστες σας;

Συνήθως, αναφέρονται στις εντυπώσεις τους από τα παλαιοτέρα βιβλία. Με το καινούργιο βιβλίο, υπήρχε η χαρά αυτών που πήραν το βιβλίο από τους πρώτους και γράφουν καποια σχολια.

Σας ρωτάνε συχνά για την Αστραδενή;

Ναι, πάρα πολύ, αλλά για όλα μου τα βιβλία - για το Έβδομο Ρούχο, τη Μεγάλη Πράσινη και την Τενεκεδούπολη.

Γιατί έχουν μεγαλώσει με αυτά.

Κάναμε μια εκδήλωση το 2006 στον Ιανό, μια μέρα που χιόνισε και είχαν αποκοπεί τα βόρεια προάστια και είχαμε 1.500 ανθρώπους μέσα και έξω από τον Ιανό και ήτανε οι γιαγιάδες που είχαν φέρει τα παιδιά τους και αυτά τα δικά τους παιδιά και τραγουδάγαμε μαζί. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία και γι' αυτούς και για 'μένα.