Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς μου είναι καθηγητές και έτσι έκανα το «αγροτικό» μου στη Νίσυρο. Αυτό που μου αρέσει να λέω στη Θεσσαλονίκη είναι ότι είμαι από την Αθήνα και στην Αθήνα ότι είμαι από τη Θεσσαλονίκη.

Η παραμονή μου στη Νίσυρο είναι από τα πράγματα που με έχουν τροφοδοτήσει πάρα πολύ. Φαντάσου πως ήμουν ένα παιδί που μεγάλωνα στη Θεσσαλονίκη και βρέθηκα ξαφνικά σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον, με μια άλλη επαφή με τη φύση, μια τελείως διαφορετική ζωή. Μεγαλώνοντας σε αυτά τα δύο μέρη σου δημιουργείται ένα είδος αντίφασης. Ήμουν στην πόλη, πήγαινα σχολείο και έκανα γαλλικά και αγγλικά και την ίδια στιγμή ένα κομμάτι δικό μου είχε μεγαλώσει χωρίς τίποτα απ' όλα αυτά, με τους φίλους μου στο νησί. Μια αντίφαση που δεν είναι εύκολη, αλλά δυναμωτική και ζωογόνα.

Στην Αθήνα ήρθα στα 18 μου για σπουδές. Πέρασα Θεατρολογία, αφού από μικρός ήθελα να ασχοληθώ με το σινεμά. Αυτό ήταν το πράγμα που αγαπούσα πιο πολύ. Δεν αγαπούσα μόνο να βλέπω ταινίες. Αγαπούσα τη φτιαξιά τους. Μου άρεσαν οι τεχνικοί, οι ηθοποιοί, το σενάριο και η ένταση που υπήρχε. Τώρα που δουλεύω δεν σκέφτομαι ποτέ αν αυτό ταιριάζει με αυτό που φανταζόμουνα. Το αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι. Προτιμώ να βλέπω καλά αυτό που ζω. Ακόμα, βέβαια, η μεγάλη χαρά είναι η συνεργασία με τους άλλους ανθρώπους.

Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος όταν μετακόμισα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Είναι μια πόλη που είναι στην καρδιά μου, γιατί εδώ είναι η ζωή μου. Τριγυρνάω στο κέντρο. Μου αρέσουν τα κέντρα των πόλεων γενικά. Η ζωή στα προάστια δεν με αφορά καθόλου. Δεν ξέρω πώς να ζήσω εκεί.

Η εμπειρία μου στο ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν απογοητευτική. Υπήρχε απίθανη δύναμη καθυστέρησης. Νιώθω μίσος, γιατί ενώ ήμασταν πολλοί νέοι με πολύ όρεξη, αυτό που έβλεπα ήταν πολλούς ανθρώπους δίπλα μου να τσακίζουν επειδή το πανεπιστήμιο είναι σε αυτή την κατάσταση.

Ο κινηματογράφος είναι μια δουλειά που θέλει κότσια. Μπλέκονται πάρα πολλοί παράγοντες και είναι μια ακριβή τέχνη. Αυτό που θέλει τα πραγματικά κότσια είναι να μπορείς να πεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου. Να επιτεθείς με την εμπειρία σου.

Η πρώτη μου μικρού μήκους ταινία ήταν τα Μάτια που τρώνε, που είχε μια πορεία καλή και έφτασε μέχρι τις Κάννες. Εκεί ένιωσα για πρώτη φορά ότι μπορεί να ζωντανέψει το υλικό. Είναι φοβερή εκείνη η στιγμή που το καταλαβαίνεις αυτό. Δεν είναι κάτι στριμωγμένο και άψυχο, αλλά κάτι που έχει τη δική του ζωή που εσύ πια ακολουθείς.

Η Χώρα Προέλευσης είναι η πρώτη μου μεγάλου μήκους. Τη χρηματοδότηση την έλαβε όταν ήμουν φαντάρος. Θέλαμε να μιλήσουμε για τη χώρα και την οικογένεια. Για το πόσο αλληλένδετα είναι αυτά τα δύο. Χτίσαμε όλους τους χαρακτήρες πάνω σε αυτήν τη βασική ιδέα. Βασική έμπνευση της ταινίας ήταν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονύσιου Σολωμού.

Μιλάμε πολλές φορές για τη χώρα και δεν καταλαβαίνουμε πως, όταν μιλάμε γι' αυτή, μιλάμε και για άτομα και για τις οικογένειες. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς είναι δυνατόν να επιτίθεται κανείς στη χώρα και να μην επιτίθεται στην οικογένεια, όταν η χώρα αποτελείται από διάφορες οικογένειες. Προσπαθήσαμε να βρούμε πού ταυτίζονται αυτοί οι δύο θεσμοί. Μιλάμε για την κρίση, για τις απάτες, για την πολιτική κατάσταση, χωρίς να υπολογίζουμε πως αυτά είναι μέσα στα σόγια μας. Από το πώς θα πει ο πατέρας στο παιδί του πως θα ψηφίσεις αυτό και θα πιστεύεις στο άλλο. Εκεί για μας είναι το κακό.

Αυτό που διέγνωσα στην ελληνική οικογένεια και με ενδιέφερε πολύ είναι το φαινόμενο του patronize. Οι τεχνικές, δηλαδή, καθοδήγησης που χρησιμοποιεί η ελληνική οικογένεια. Είναι αναπόφευκτο να το κάνει. Το θέμα είναι να διαγνώσεις πώς το κάνει, να το δεις και να καταφέρεις να ξεφύγεις. Δεν ξέρω ποια είναι η λύση. Τεράστια σημασία έχει να δεις πώς γίνεται. Το πώς θα ξεφύγεις είναι προσωπική υπόθεση του καθενός.

Στην ταινία εμφανίζονται τρεις γενιές: του '50, της μεταπολίτευσης και η νεότερη γενιά. Είναι αυτές που έχω ζήσει και που έχουν φτιάξει το φαινόμενο «μεταπολίτευση». Το τι έκαναν θα το δείτε στην ταινία. Αυτό που μας ενδιέφερε εμάς είναι να δείξουμε τις στιγμές που αυτές οι γενιές παίρνουν απόφαση. Με ενδιαφέρει να δούμε τη μεταπολίτευση χωρίς νοσταλγία, να δούμε τι συνέβη και να μιλήσουμε αντικειμενικά γι' αυτό.

Η μεταπολίτευση δεν έχει πεθάνει. Εκ των πραγμάτων συναλλασσόμαστε με αυτό που έρχεται μετά τη μεταπολίτευση. Όλοι συμμετέχουμε σε αυτό που έρχεται. Και φυσικά συμμετείχαμε και πριν. Από τα 20 μέχρι τα 30 έχω ανεχτεί σειρά πραγμάτων που δεν θα έπρεπε. Έχω κάνει λάθη σε ατομικό επίπεδο, που αντανακλούσαν σε ένα επίπεδο μιας ολόκληρης γενιάς. Μιλάω για το πώς δουλέψαμε, πώς σπουδάσαμε, πώς ψηφίσαμε. Σε όλα αυτά ήμασταν εκεί. Δεν ξέρω τι έπρεπε να κάνουμε, αλλά αυτό που γνωρίζω σίγουρα είναι πως δεν τα έκανα σωστά.

Είμαι σίγουρος πως η δικιά μας γενιά θα κάνει τα δικά της εγκλήματα. Ελπίζω να είναι λιγότερα από της προηγούμενης. Όταν ακούω, όμως, ότι είμαστε η κακομαθημένη γενιά, γίνομαι έξαλλος. Από πού προκύπτει ότι είναι κακομαθημένη μια γενιά η οποία βρίσκεται στα 18 της σε ένα διαλυμένο πανεπιστήμιο, σε δουλειές στις οποίες την εκμεταλλεύονται από το πρωί μέχρι το βράδυ, με ένα μεγάλο, αλλά κρυμμένο ταξικό ζήτημα, και φτάνοντας στα τριάντα, εκεί που πρέπει να αναπτύξει τις δικές της δουλειές, βρίσκεται σε μια χώρα χρεοκοπημένη; Πώς είναι δυνατόν αυτή η γενιά να είναι κακομαθημένη; Το κακομαθημένος είναι απλά άλλη μια μέθοδος πατροναρίσματος, γιατί αναφέρεται στη δεκαετία του '80. Σου λέει ότι εγώ σου έδωσα στη δεκαετία του '80 να τρως και να πίνεις και τώρα εσύ πρέπει να το πληρώσεις.

Λένε ότι η ταινία έχει πάρα πολύ θυμό. Νομίζω πως όλοι όσοι μεγαλώσαμε τη δεκαετία του '80 έχουμε μέσα μας ένα μεγάλο στρώμα θυμού. Η βία που μας ασκήθηκε ήταν κρυμμένη. Αυτό το στρώμα θυμού είναι εκεί. Θεωρεί πως η χώρα και οι δικοί μας άνθρωποι μας ξεγέλασαν. Αυτό που κάνει ο θυμός είναι πως σου δίνει ένταση και σε αναγκάζει να δεις. Από αυτή την άποψη είναι χρήσιμο. Η ταινία που αγαπάω και είναι βασισμένη στον θυμό είναι μια του Πολ Βερχόφεν από τη δεκαετία του '70. Λέγεται Turkish Delight και διαλύει την ολλανδική κοινωνία του τότε με απίστευτο θυμό και απίστευτο κέφι. Όταν ο θυμός πάει με το κέφι έχει μεγάλη πλάκα.