Μεγάλωσα στην Καβάλα, δίπλα στη θάλασσα, μέχρι τα 17. Ακόμα εκεί είναι το πατρικό μου, ευτυχώς. Η Καβάλα είναι νησί: έχει χιλιόμετρα παραλιών. Θυμάμαι μπάνια, ποδήλατα, βάρβαρα παιχνίδια στην άμμο. Σαββατοκύριακα για ψώνια και θεάματα στη Θεσσαλονίκη: Χάρρυ Κλυνν λάιβ.

Ήμουν ένα ατρόμητο αγόρι, υπερκοινωνικό πιτσιρίκι που ταλαιπωρούσε τους άλλους. Κάποτε, σε οικογενειακό ταξίδι, έκλεισε η φωνή μου εντελώς και ανακουφίστηκαν όλοι. Η μαμά μου λέει ότι 3,5 χρόνων άρχισα να τους διαβάζω παραμύθια. Όταν δεν διάβαζα, έβαζα φωτιές, χωνόμουνα σε τρύπες με φίδια, σκαρφάλωνα. Πέμπτη δημοτικού διάβαζα ό,τι έβρισκα: Βαβέλ, Αστερίξ και Μαρκήσιο ντε Σαντ που έκρυβα κάτω από το στρώμα με τρόμο. Το δάνεισα σε συμμαθήτριά μου και έκανε εμετό.

Ήθελα να γίνω, έτσι αορίστως, φτωχιά καλλιτέχνης σε κρύα σοφίτα του Παρισιού και να τρώω χόρτα από το παραδιπλανό δάσος, όπως στο Χωρίς Οικογένεια (και τα κατάφερα!). Μισούσα να γράφω εκθέσεις, μου φάνηκε παράξενο όταν άρχισα να γραφώ, στα εικοσιτόσα, όλο ανασφάλεια - δεν το έλεγα πουθενά. Το πρώτο πράγμα που έγραψα ήταν ένα διήγημα για λογοτεχνικό διαγωνισμό της Θεσ/νίκης, όπου βραβεύτηκε. Ήταν κοινότοπο. Στη βράβευση διάβαζε γνωστός ηθοποιός με βαθιά φωνή. Δεν ήξερα πού να κρυφτώ.

Έφτασα στην Αθηνά δεκαεφτά χρόνων και σε λίγους μήνες έφυγα τρέχοντας: έμενα στην Τήνου, σε μικροσκοπικό εσωτερικό διαμέρισμα, βαμμένο επιθετικά ροζ. Τα βράδια περπατούσα στην Πατησίων μόνη. Άκουγα ραδιόφωνο. Δεν κατάφερα να εγκλιματιστώ στη Νομική και στην πόλη: έτρεξα στη Θεσσαλονίκη, κοντά στη μαμά μου. Ήμουν κι εκεί απέραντα κομπλεξική. Χτυπούσαν το θυροτηλέφωνο και δεν άνοιγα, δεν ήθελα να αναγκαστώ να δω φίλους. Ξυπνούσα απόγευμα. Έτρωγα μακαρόνια και σεφταλιές. Δεν πατούσα στη σχολή. Στο Μάντσεστερ έμοιασα περισσότερο με τον έμφυτα ανοιχτό εαυτό μου. Είχα αργή εξέλιξη από αυτή την άποψη. Ωραία ζωή. Μετά άρχισα τις σπουδές.

Το Χάπι Λου γράφτηκε βράδυ. Όχι σε ένα βράδυ. Τα υπόλοιπα οποτεδήποτε. Έχω γράψει και πρωινά σε suicide night. Suicide night είναι όταν γράφω 24ωρα σερί, χωρίς ύπνο. Μετά το σώμα μου με μισεί, αλλά η υπόλοιπη είμαι χαρούμενη.

Ξεκινάω να γράφω από μια ατμόσφαιρα, μια διάθεση. Συνήθως από ένα αεροδρόμιο. Στο Σχεδόν Σούπερ είχα στο μυαλό μου τον χάι-τεκ κόσμο των συμβούλων επιχειρήσεων: σκληροί μπίζνεσμεν, σεξ, ζωή ιλουστρασιόν - τι υπάρχει από κάτω; Στο Χάπι Λου με κινητοποίησε μια ερωτική απογοήτευση και διάθεση εύρεσης χαράς: μια κοπέλα έψαχνε την ευτυχία. Με απασχολεί και το πώς μπορεί κανείς να ζήσει εναντίον της βλακείας.

Ναι, είμαι στην παράταση της εφηβείας. Και στην παράταση μεγαλώνει κανείς, αλλά είναι πιο δύσκολο - από το να ακολουθείς έναν δρόμο που ξέρεις πού οδηγεί, από το να καβατζώνεσαι με παιδιά και πεθερικά. Δηλαδή, ποτέ μεγαλώνεις επισήμως, όταν κανείς παιδί; Δεν έχω κάνει, άρα δεν έχω μεγαλώσει; Κι αν οι ήρωές μου ζουν παρατεταμένη εφηβεία, η εφηβεία είναι, αν θυμάστε, πολύ δύσκολη περίοδος. Αυτοκτονική, μοναχική, διερευνητική. Άρα, οι ήρωές μου βασικά προσπαθούν να ακούσουν τον εαυτό τους. Ο πρώην μου περίμενε χρόνια να «μεγαλώσω». Όμως μεγάλωνα με τον δικό μου, προσωπικό τρόπο. Έχω και πέντε-έξι άσπρες τρίχες που το αποδεικνύουν. Μεγαλώνει κανείς όταν αναλαμβάνει τον εαυτό του ο ίδιος.

Στις πόλεις μού αρέσουν τα μετρό, τα αεροδρόμια, τα καφέ, τα μαγαζιά, τα παγκάκια Δεν καταλαβαίνω αυτούς που γραφούν απομονωμένοι στο βουνό. Γράφω σε χαρτοπετσέτες στα μπαρ και πάνω στα εισιτήρια συναυλιών κατά τη διάρκειά τους. Στα χωριά δεν ξέρω τι να κάνω. Μπορεί κάποιοι να βιάζουν τις κόρες τους στον αχυρώνα, αλλά δεν θα το μάθω. Εκεί δεν έχει βιτρίνες, εκθέσεις. Αν είναι παραθαλάσσια, ξέρω τι να κάνω: βουτάω και μετά σκουπίζομαι με τη ζακέτα μου. Οι πόλεις, όμως, μου προκαλούν γράψιμο όπως η σκόνη μου προκαλεί φτάρνισμα και οι μπίρες συχνοουρία.

Μένω στην Ομόνοια γιατί φιλοξενούμαι από έναν άντρα - σε ένα βιομηχανικό λοφτ με χημική μυρωδιά και σκέτο στυλ. Από κάτω, το Μπανγκλαντές: «ένα ευρώ, ένα ευρώ!». Μένω στο σπίτι κάποιου που έχει συνηθίσει εκεί και δεν τον πειράζει κανείς. Δεν συνέβη το ίδιο και με μένα: εμένα με πειράζουν. Μένω στον σκουπιδοτενεκέ της πόλης, στο μοσχομυριστό γκέτο της Σαπφούς-Σοφοκλέους, η μόνη Ελληνίδα της γειτονιάς, η μόνη ανόητη που γυρνάει τα βράδια στις δύο διασχίζοντας πουτάνες, πρεζάκια, φτωχοκλέφτες γυναικείων τσαντών.

Μ' αρέσει ο τριτοκοσμικός μητροπολιτισμός της Αθήνας. Δεν είναι π.χ. κυριλέ και οργανωμένη όπως το Λονδίνο: είναι ακατάστατη, αναπτυσσόμενη, με ιδανικές καιρικές συνθήκες. Του Ψυρρή, με τους τεχνίτες και τους ρουχάδες έχει βρεφονηπιακά στοιχεία Βαρκελώνης. Ήθελα να μείνω σε ένα ρετιρέ στην Τάκη ώστε κάθε μεσημέρι, βγαίνοντας απ' το σπίτι, να εκβάλλω σε ένα πέρασμα ανθρώπων. Όχι σε αποστειρωμένο προαστιακό δρόμο με δέντρα.

Τα διάφορα φαινόμενα τα βλέπεις εδώ - η νυχτερινή ζωή, οι εξεγέρσεις, η κρίση, πράγματα που στην επαρχία τα περνάς ελαφρά, στην Αθήνα σε πιάνουν από το μπράτσο. Ζεις περισσότερο - αν και, με όλα αυτά τα μικροσωματίδια, όχι σε βάθος χρόνου.

Στο κέντρο μού αρέσουν τα παλιά μπαρ. Το «παντού με τα πόδια». Η γειτονιά μου που πάλλεται από όνειρα, αγωνίες, λαγνεία μεταναστών, αιωρήσεις πρεζονιών. Είναι ασύστολη, ασύστολα ζωντανή. Έχω συνηθίσει και αυτό το εκρηκτικό μείγμα νικοτίνης, ούρων και σαπισμένων λαχανικών.

Φοβάμαι περισσότερο τις αρρώστιες. Το να είσαι αναγάπητος. Άσε που λένε οι ψυχολόγοι «αγάπα τον εαυτό σου». Πρέπει να σ' αγαπάει και κανένας άλλος. Ωραία, είσαι μόνος με τον εαυτό σου στον καναπέ και τον αγαπάς: μπορείς να του χαϊδέψεις τα μαλλιά, να του πετάξεις μια εξυπνάδα να τον κάνεις να γελάσει;

Θα ήθελα να έχω γράψει το Paris Τrance, του Geoff Dyer. Το Prozac Nation της Wurtzel - αλλά είναι μεμουάρ, άρα θα έπρεπε να έχω ζήσει στην κόλαση για να το γράψω. Να μου λείπει λοιπόν. Έχω δική μου κόλαση να περιγράψω. (Όλο και) λιγότερη, ελπίζω.