Όσο η ώρα της ακρόασης περνάει και ο ψηφιακός δίσκος φτάνει προς το τέλος του, νιώθουμε μύστες και μέτοχοι ενός ακατάληπτου και μυστηριακού progressive γεγονότος.

Βρισκόμαστε στο σπίτι της Λένας Πλάτωνος στον Χολαργό, έτοιμοι να ακούσουμε για πρώτη φορά τον Καβάφη της στην οριστική του μορφή. Νιώθω τυχερός που έζησα τα τραγούδια αυτά από τη γέννησή τους, απόψε όμως δεν είμαστε μόνοι μας, η συνθέτρια κι εγώ. Είναι μαζί μας και οι φίλοι τραγουδοποιοί, ο Παντελής Δημητριάδης με τον Αλέξανδρο Μακρή των Κόρε.Ύδρο., ο Αλέξανδρος Μίαρης των Electric Litany, ο Νίκος Χαλβατζής και ο Lolek. Είμαι σίγουρος πως οι συγκεκριμένοι πέντε νέοι δημιουργοί πρόκειται να πάρουν το σημαντικότερο μάθημα μουσικής και μάλιστα όχι σε μιαν αποστειρωμένη αίθουσα ωδείου -απ' αυτές που αντιπαθούσε ο Μάνος Χατζιδάκις- ούτε καν μέσα σ' ένα φτηνό προβάδικο στούντιο, αλλά στο δωμάτιο της Λένας με τους ροζ τοίχους, με το τσάι και τα ρωσικά εδέσματα της Βικτώριας.

Τη ρωτάω ποια είναι η ενδεχόμενη βασική διαφορά του Κώστα Καρυωτάκη από τον Κωνσταντίνο Καβάφη, 13 τραγούδια τότε, 13 και τώρα. Μου απαντάει πως ο Καρυωτάκης σαν να παίζει με τη θλίψη του, γλυκαίνεται απ' αυτή, ενώ ο Καβάφης δεν αφήνει κανένα περιθώριο.

Η ακρόαση ξεκινάει και κοιταζόμαστε όλοι κατάματα. Ο ήχος ξεχύνεται από τα ηχεία του pc. Η Πλάτωνος ανακάθεται στην κλίνη της κι ακούει κι αυτή μαζί μας με τα μάτια κλειστά, ήρεμη κι ατάραχη ως σοφός γκουρού.

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον: Η επαναληπτικότητα των strings που έρχονται από μακριά θα έβρισκε σύμφωνο τον ποιητή που ήθελε ως τελευταία απόλαυση τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου. Τα πολλά και διαφορετικά ηχοχρώματα της φωνής του Γιάννη Παλαμίδα και το αφηγηματικό ύφος του είναι καθοριστικά για τη μετατροπή του πεζογραφικού καβαφικού λόγου σε τραγούδι. Με την έναρξη αυτή η Λένα Πλάτωνος πετυχαίνει δυο πράγματα: να ξεμπερδέψει νωρίς νωρίς με τον θάνατο και να μεταδώσει το φως της Αλεξάνδρειας, από το οποίο σφύζει κυριολεκτικά το συγκεκριμένο ποίημα.

Μακρυά: Ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα της συνθέτριας, για την ακρίβεια το πρώτο ποίημα που έμαθε απ' έξω σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Το ακούμε και κρίνω ιδιαίτερα τολμηρή την άποψη της να επενδύσει το δεύτερο μέρος του με τον θεϊκό ήχο των βιολιών και της άρπας.

Περιμένοντας τους βαρβάρους: Πραγματικό ηλεκτροσόκ για τον ακροατή, ένα ανελέητο σφυροκόπημα των νεύρων και των αισθήσεων του. Σίγουρα έτσι θα μελοποιούσαν τον Καβάφη και οι Prodigy! Παρόλο που η μουσική του προοριζόταν για συνοδεία στην απαγγελία του Παλαμίδα, εντούτοις προέκυψε αυτό το industrial trip-hop τραγούδι, ίσως το πιο ρυθμικό του κύκλου.

Τα παράθυρα: Συγκλονιζόμαστε! Με τη μελωδική γραμμή της Πλάτωνος, με την ερμηνεία του τραγουδιστή, αλλά και με το ενορχηστρωτικό εύρημα, το οποίο δεν θα ήθελα να αποκαλύψω. Ίσως γιατί δεν θα καταφέρω να αποδώσω την αίσθησή του ως τραγουδιού.

Η προθήκη του καπνοπωλείου: Περιέχει ηλεκτρονικούς ήχους, ικανούς να περιγράψουν το αντάλλαγμα των βλεμμάτων πριν το άγγιγμα των χεριών. Δεν διακόπτω την ακρόαση, δεν θέλω να ρωτήσω κάτι, εφόσον θυμάμαι τη Λένα που μου έλεγε ότι επέλεξε συνειδητά το εν λόγω ποίημα στοχεύοντας στην ανάδειξη του ερωτικά ασυμβίβαστου Καβάφη. Ένα φαινομενικά κυνικό ψωνιστήρι που όμως, κατά τη μελοποιό του, περιέχει έναν απίστευτο συναισθηματισμό: τα χέρια που αγγίζονται δεν είναι τίποτα περισσότερο από την πολυπόθητη ψυχική επαφή.

Μονοτονία: Έχουμε πραγματική σπουδή στη μουσική μονοτονία και στην έννοια του χρόνου που έρχεται και ξανάρχεται. Το κομμάτι γράφτηκε πολύ αργά τη νύχτα, σε συνθήκη απόλυτης ησυχίας. Η φωνή του Γιάννη Παλαμίδα ελίσσεται μέσα στην ηλεκτρονική συχνότητα όπως το ψάρι στο νερό. Μεγάλη ερμηνεία!

Η Πόλις: Το οριακό αυτό ποίημα, έτσι όπως ασφαλτοστρώθηκε με ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά υλικά, θυμίζει ραδιενεργό τοπίο. Αν το άκουγε ο Αντρέι Ταρκόφσκι θα το επέλεγε για το Σολάρις του, δεν υπάρχει περίπτωση! Γνωρίζω, ωστόσο, πως η μελοποίησή του δεν έγινε μπροστά στο συνθεσάιζερ, ούτε στο πιάνο, αλλά με τη Λένα ξαπλωμένη να σκαρώνει μελωδίες στο σημειωματάριο που της έφερα πέρσι από την Κίνα. Όπως γνωρίζω ακόμη ότι προέκυψε πολύ πιο ροκ και ρυθμικό, συγκριτικά με ό,τι είχε αρχικά στον νου της. Η καβαφική - πλατωνική «Πόλις» με παραπέμπει ευθέως στον Κύκλο Καρυωτάκη: αν υποτεθεί πως τότε σαν να είχε καθοδηγήσει τη δημιουργό το πνεύμα του αυτόχειρα ποιητή, έτσι κι εδώ τώρα ακούγεται σαν κάποιος να της είχε υπαγορεύσει τη μουσική μέσα της.

Δέησις: φτιάχτηκε από την καταναγκαστική προσήλωση του ανθρώπου στα θεία και τις φωνές που μεταφέρουν μηνύματα από τον Κάτω Κόσμο. Η θρησκευτική μουσική υφή της και τα electronics οδηγούν σε ένα πρωτόγνωρο αμάλγαμα βυζαντινής ψυχεδέλειας.

Επιθυμίες: η εργασία της Πλάτωνος υπερθεματίζει στο κυρίαρχο στοιχείο του καβαφικού ποιητικού σύμπαντος - και πάλι βαθιά μελαγχολία. Στο σημείο αυτό, διακόπτει η ίδια την ακρόαση και επαναλαμβάνει τους στίχους που τραγούδησε λίγο πριν ο Παλαμίδας: «Έτσ' οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν χωρίς να εκπληρωθούν, χωρίς ν' αξιωθεί καμιά της ηδονής μια νύχτα...». Και προσθέτει: να πώς το υπαρξιακό άλγος του Καβάφη ξεπερνάει κατά πολύ κι αυτό του Καρυωτάκη.

Όσο η ώρα της ακρόασης περνάει και ο ψηφιακός δίσκος φτάνει προς το τέλος του, νιώθουμε μύστες και μέτοχοι ενός ακατάληπτου και μυστηριακού progressive γεγονότος. Ενός ενιαίου ηχητικού concept, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, που ναι μεν περιέχει μελοποιημένο τον φιλοσοφικό, ιστορικό και ηδονικό Καβάφη, είναι όμως τόσο αλληλένδετα όλα αυτά μεταξύ τους, ώστε σχεδόν να μην επιτρέπεται η μεμονωμένη απόσπασή τους. Τι κρίμα να μη ζει ο Μάνος Χατζιδάκις, που αγαπούσε τόσο τη Λένα Πλάτωνος, για ν' ακούσει τούτο το καινούργιο έργο της.

Η Θάλασσα του πρωιού: Το τελευταίο κομμάτι. Το αρχικό βαρύ περίβλημα εξελίσσεται σ' ένα ορμητικό ροκ μοτίβο. Ο Καβάφης λέει «Εδώ ας σταθώ» και η συνθέτρια τον παίρνει από το χέρι. Η δική της «Θάλασσα του πρωιού» είναι ένα πανέμορφο ιντερλούδιο, μέσα στο οποίο πλέει ο ποιητής. Το ροκ ποτάμι επανέρχεται ακόμη πιο ορμητικό, φέρνοντάς τον face to face με ό,τι θέλησε εμπειρικά να αποφύγει. Το τραγούδι, ωστόσο, και ο «Κύκλος Καβάφη» τελειώνουν με τη φράση «Εδώ ας σταθώ». Εντελώς αυθαίρετα, η Πλάτωνος πίστεψε πως πρόκειται για τον λυτρωμό και την κάθαρση, διά της ποιητικής οδού, του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, το νέο έργο της Λένας Πλάτωνος αποτελεί το μεγαλύτερο δώρο του 21ου αιώνα στην τέχνη της μουσικής, με εθνική και παγκόσμια εμβέλεια. Όχι ότι έβαλε απλώς τον Κωνσταντίνο Καβάφη μέσα σε μια διάφανη κάψουλα και τον έστειλε για πάντα στο Διάστημα. Αυτό ενδεχομένως και να 'χει ήδη συμβεί, δίχως τη δική της παρέμβαση. Θα έλεγα ότι αποτελεί επίσης τον πιο άμεσο συνδετικό αρμό του παρελθόντος με το προαναφερθέν μέλλον. Και όχι ενός παρελθόντος που περιορίζεται κατ' ανάγκη στα της μουσικής, αλλά εκτείνεται σε ό,τι εμπεριέχει ο όρος τέχνη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όση ώρα άκουγα το έργο για πολλοστή φορά η αίσθηση ήταν ίδια: σαν να με ξεναγούσε κάποιος σε μια έκθεση αριστουργημάτων του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Φαίνεται μάλλον πως αυτή η τάση επιμήκυνσης, στα όρια της εξαΰλωσης, των σωμάτων του αναγεννησιακού ζωγράφου είναι στοιχείο κάλλιστα συγκρίσιμο με την ψυχική ανάταση και την κατάργηση της συντηρητικής έννοιας του χωροχρόνου που προξενεί ο κατά Λένα Πλάτωνος Κωνσταντίνος Καβάφης.