Μεγάλωσα, ακολουθώντας οικογενειακώς τον πυροσβέστη πατέρα μου στις μεταθέσεις του. Ναύπλιον, Κόρινθος, Άργος, Πειραιάς. Κατέληξα στην Αθήνα.

Ο πατέρας μου υπήρξε πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Τόν θυμάμαι να επιστρέφει νύχτα ύστερα από φωτιές ή τροχαία με τσουρουφλισμένα φρύδια και ματωμένα χέρια. Ξυπνούσα και τόν ρωτούσα «Τί έγινε; Και πώς σβήσατε τη φωτιά;», «Έζησαν; Τούς σώσατε;». Στα μάτια μου ήταν ένας ήρωας. Μέ σημάδεψε η δουλειά του όσον αφορά στην εικόνα που χρειάζομαι να έχω για τον εαυτό μου. Να είμαι χρήσιμη θέλω. Όπου κι αν είμαι, ό,τι κι αν κάνω.

Tυχαία ξεκίνησα ως δημοσιογράφος. Έψαχνα για δουλειά σε φροντιστήρια, αναμένοντας τον διορισμό μου ως κλασικής φιλολόγου σε κάποιο γυμνάσιο ή λύκειο. Τότε, το 1989, ίσχυε ακόμη η επετηρίδα και η αναμονή για διορισμό υπερέβαινε τα 10 χρόνια. Πίνοντας καφέ με έναν συμμαθητή μου στην πλατεία Κοραή -αυτός εργαζόταν στον Αθήνα 9.84- μού είπε ότι ψάχνουν ανθρώπους για να στελεχώσουν τον δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό. Βρέθηκα να δουλεύω εκεί στις ειδήσεις. Ακολούθησαν η «Μεσημβρινή», η «Καθημερινή» και ύστερα, από τον Απρίλιο του 2000, η τηλεόραση.

Στη δημοσιογραφία μέ τράβηξε η γραφή, η ψύχωση που είχα από παιδί με το διάβασμα και τη γλώσσα. Στο σχολείο η Έκθεση ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Στα χρόνια που πέρασαν συνειδητοποίησα ότι η έλλειψη ρουτίνας, η διαρκής δράση, οι εναλλαγές των θεμάτων και των προσώπων μέ κράτησαν στη δημοσιογραφία, αν και πάντοτε στο μυαλό μου υπήρχε το παράθυρο διαφυγής: να διδάξω αρχαία ελληνικά στην εκπαίδευση. Αυτή η εναλλακτική οδός μού έδινε σιγουριά και ασφάλεια, ένα αίσθημα πλήρους ελευθερίας. Χαίρομαι που δεν μέ έχει εγκαταλείψει ακόμα.

Το μυστικό μιας καλής συνέντευξης είναι η πολύ καλή προετοιμασία, η αφοσίωση σ' αυτό που κάνεις. Αυτό θεωρώ ότι είναι εν γένει «το μυστικό» σε όλα τα επαγγέλματα και είναι το προαπαιτούμενο. Στην εφημερίδα, σημασία έχει να μπορείς, γράφοντας τη συνέντευξη, να πυκνώνεις τον λόγο και να διαβάζεις κάτω από τις λέξεις του συνεντευξιαζομένου, δίχως να παραποιείς τα λεγόμενά του. Στον γραπτό λόγο η δύναμη του δημοσιογράφου είναι τεράστια. Από αυτόν και μόνον εξαρτάται η παρουσίαση εκείνου που δίνει συνέντευξη. Στην τηλεόραση πρέπει να τά καταφέρνεις έτσι, ώστε ο καλεσμένος σου να ξεχνά την κάμερα, διότι ο φακός ασκεί τρομακτική πίεση. Να παρακολουθείς με προσήλωση ό,τι σού λέει, για να οδηγείς την κουβέντα. «Μεταφράζεις» και εικάζεις κυρίως από τα συνδηλούμενα και τα υποδηλούμενα, γιατί η επιλογή των λέξεων -αυτή η ασύνειδη διαδικασία- αποκαλύπτει τις σκέψεις, το ήθος, τη στάση ζωής και το ψυχικό μας υπόστρωμα. Αποφασίζεις αντανακλαστικά εκείνη τη στιγμή τί πρέπει να ρωτήσεις και τί όχι, όσο κι αν έχεις προετοιμαστεί από πριν. Οφείλεις να συντονιστείς με τον απέναντί σου. Αυτό ούτε εύκολο είναι, ούτε πάντοτε εφικτό. Είναι, δε, εξαντλητικό.

Έχω τρομακτικό τρακ από την προηγούμενη μέρα των γυρισμάτων. Κοιμάμαι με ένα χαρτί δίπλα μου και μες στη νύχτα μπορεί να ξυπνήσω και να σημειώσω κάτι για την εκπομπή. Πριν από το γύρισμα ρωτάω τη σκηνοθέτιδα «Ακούγεται η καρδιά μου από το μικρόφωνο;». Πρέπει να ομολογήσω ότι η αδρεναλίνη μέ βασανίζει για τουλάχιστον 4-5 ώρες ακόμη ,αφ' ότου έχει τελειώσει το γύρισμα.

Δέχομαι διαρκώς διαμαρτυρίες για την ώρα προβολής της εκπομπής.«Μα γιατί τέτοια ώρα;» μέ ρωτάνε. Όμως, δεν περνά από το χέρι μου η αλλαγή στον προγραμματισμό. Ανεβάζουμε στο διαδίκτυο τις συνεντεύξεις για να μπορεί να τίς δει ο κόσμος. Παλιά δε, όταν η εκπομπή προβαλλόταν μόνο Σάββατο και όχι και Παρασκευή, όπως τώρα, μετά τα μεσάνυχτα, ξεκινούσε ακόμα πιο αργά, στις 2:30 συχνά και 3 τα χαράματα.

Η τηλεόραση είναι μία διαδικασία προσομοίωσης. Ως θεατής, όταν παρακολουθείς, τοποθετείσαι και ασυνείδητα απορρίπτεις ή εγκρίνεις τα λεγόμενα, το ύφος και το ήθος όσων «βγαίνουν στο γυαλί», κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια. Το μέτρο της συμπάθειας ή της αντιπάθειας προς τα τηλεοπτικά πρόσωπα στό δίνει ο εαυτός σου, ο δικός σου τρόπος σκέψης, η προσωπική σου αισθητική. Ο άλλος, αυτός που βλέπεις στην τηλεόραση, λειτουργεί ως καθρέφτης. Ως εκ τούτου, για κάποιον που «βγαίνει στην τηλεόραση», εκτός από παράλογο -παρότι όλοι θέλουμε να μάς αγαπάνε- θα ήταν και αφελώς ματαιόδοξο να θέλει να αρέσει σε όλους. Η πιο αντικειμενική μας εικόνα έρχεται τις περισσότερες φορές από όσους μάς αντιπαθούν ή μάς κρίνουν αρνητικά. Είμαι, λοιπόν, ικανοποιημένη από το ποιοί είναι αυτοί που μέ αποδέχονται.

Ακόμη περισσότερο, από το ποιοί είναι αυτοί στους οποίους δεν αρέσει o τρόπος που κάνω τη δουλειά μου, ή αυτό που είμαι on air.

Μένω επί της Μιχαήλ Βόδα σε ένα διατηρητέο, καταρρέον νεοκλασικό, σε μία γειτονιά με γαζίες εκατέρωθεν του δρόμου και παλιά σπίτια - θα αποφασίσει άραγε ποτέ κάποιος από τους πολιτικούς να σώσει όλα τα εγκαταλελειμμένα υποτιθέμενα διατηρητέα της Αθήνας από την κατάρρευση; Μού αρέσουν οι ξένοι, που μένουν εδώ, είναι γειτονιά πολυεθνική, περπατάς, βλέπεις και ακούς ανθρώπους που ήρθαν με την ελπίδα μιάς καλύτερης ζωής. Φαίνεται στο βλέμμα τους, το βήμα τους. Τούς παρατηρώ με πολύ ενδιαφέρον

Η Δημουλά είναι το καταφύγιό μου κάθε βράδυ. Μού αρέσει η ομοιοπαθητική στον πόνο. Αν, παραδείγματος χάριν, είμαι χάλια θα επιλέξω να δω την ταινία 21 γραμμάρια. Θέλω να πιάσω πάτο, να αισθανθώ την κάθαρση, και όταν πια τα καταφέρω και δω πόσο πιο δυστυχισμένοι είναι οι άλλοι άνθρωποι για πολύ πιο σοβαρούς λόγους σκέφτομαι «ώρα να πάρεις τα πάνω σου».

Αδυνατώ να συμφιλιωθώ με την ιδέα της απώλειας των ανθρώπων που αγαπώ. Τρέμω τη στιγμή του αποχαιρετισμού. Δεν θέλω να τήν ζήσω. Μετά τα 40 γίνεται αυτό που γράφει η φίλη μου, η Κική Δημουλά: «Μετά το μεσονύκτιο πέφτει διπλή ταρίφα ο χρόνος στο ρολόγι». Αισθάνομαι πλέον ότι βρίσκομαι σε μια παραλία και αποχαιρετώ καράβια που φεύγουν, κι αυτό -επειδή μού αρέσουν για συντροφιά οι μεγάλοι άνθρωποι- μέ διαλύει συναισθηματικά. Είναι σκανδαλώδες ότι δεν θα ακούσεις πλέον τη φωνή του άλλου, ότι δεν μπορείς να τόν ξαναδείς.

Η σκέψη του θανάτου μέ βοηθάει πάρα πολύ. Σκέφτομαι τον θάνατο από παιδί. Τις στιγμές που παραμονεύει μέσα μου η ματαιοδοξία- θέλεις περισσότερα λεφτά, σέ ενοχλεί, γιατί κάποιος τά κατάφερε καλύτερα από σένα ή ακόμα και στον έρωτα, όταν ματαιώνεται- σκέφτομαι «Τί κάνεις έτσι; Τί σημασία έχουν όλα αυτά μπροστά στο μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα "τί είμαστε, από πού ήρθαμε και πού πάμε"». Αυτό μέ απογειώνει και μέ προσγειώνει πάντα. Αυτή η ρήση από τη νεκρώσιμο ακολουθία «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα. Ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα» είναι η γείωσή μου.