Επιτέλους! Έγραψε Γάλλος για την κρίση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, οπότε μπορεί να συζητηθεί το θέμα και στην Ελλάδα. Στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή είναι κανόνας: αν δεν συζητείται κάτι στη Γαλλία, δεν υπάρχει ως θέμα στην Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι εκδότες της χώρας είναι francophile και όλοι οι μεταφραστές (κοινωνιολογικών βιβλίων) francophone. Μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι στον θρόνο της ελληνικής διανόησης μέχρι σήμερα κάθονταν αριστεροί γαλλοσπουδαγμένοι, που όριζαν εν πολλοίς την ατζέντα της συζήτησης. Ίσως πάλι να οφείλεται στο γεγονός ότι Ελλάδα και Γαλλία έχουν πανομοιότυπα προβλήματα.

Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της ενημέρωσης είναι καλοδεχούμενο. Αμερικανικό στη δομή, τεκμηριωμένο, κατατοπιστικό και -όλως παραδόξως για γαλλικό βιβλίο- σαφές. Ίσως επειδή ο συγγραφέας του Bernard Poulet είναι αρχισυντάκτης του οικονομικού περιοδικού «L' Expansion». Προφανώς, έχει θεραπευθεί από τη γαλλική ασθένεια της φιοριτούρας, που μαστίζει τις κοινωνικές επιστήμες.

Ο συγγραφέας έχει το ίδιο μαράζι που πολλοί διατυπώνουν και στην Ελλάδα. Κυριαρχεί ένας καταστροφικός εφησυχασμός για ό,τι πάει στραβά, και φυσικά για την κρίση του Τύπου. «Ίσως είναι καιρός να πανικοβληθούμε» τιτλοφορεί το πρώτο του κεφάλαιο και γράφει: «Στη Γαλλία ορισμένοι προσπαθούν να καθησυχάσουν τους εαυτούς τους: "Όλα αυτά (σ.σ.: τα συμπτώματα της κρίσης του Τύπου) συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες! Εδώ είναι διαφορετικά"».

«Έχουν άδικο», σημειώνει ο Poulet, «εδώ είναι χειρότερα...». Και αν είναι χειρότερα στη Γαλλία, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι στην Ελλάδα.

Αναφέρει για παράδειγμα ο Bernard Poulet: «Τα κόστη παραγωγής και διανομής αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 75% της τιμής πώλησης της εφημερίδας. Σε αντιστάθμισμα οι (κρατικές) ενισχύσεις προς τον καθημερινό ειδησεογραφικό Τύπο είναι πολλές και σημαντικές: χαμηλότερα ταχυδρομικά και σιδηροδρομικά τέλη, ΦΠΑ στο 2,1%, ενισχύσεις για τη μεταφορά, για τον εκσυγχρονισμό της διάθεσης και της διανομής, για την αποκέντρωση της εκτύπωσης κ.λπ. Το συνολικό ύψος (των ενισχύσεων) υπερβαίνει το 10% του τζίρου του τομέα και αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο των εσόδων από πωλήσεις. Φαίνεται δύσκολο να γίνει κάτι περισσότερο και συνεπώς δεν μπορούμε να περιμένουμε τη θαυματουργό ανάπτυξη από τις κρατικές επιδοτήσεις».

Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Αν και δεν έχει υπολογιστεί το ύψος των κρατικών ενισχύσεων στον Τύπο (οι περισσότερες είναι αδιαφανείς και φυσικά ο... Τύπος δεν ασχολείται με τα του οίκου του), ξέρουμε ότι για πολλές εφημερίδες το ύψος της κρατικής ενίσχυσης φτάνει στο 100% των εσόδων τους. Πώς αλλιώς μπορούν να επιβιώνουν εφημερίδες με καθημερινή κυκλοφορία 400 φύλλων;

Το ελληνικό πρόβλημα του Τύπου είναι σε παραλληλία και πλήρη αντιστοιχία με το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Όπως η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση ήταν απλώς η αφορμή να αναδειχθούν τα πολλά δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, έτσι και τα προβλήματα των ελληνικών εφημερίδων έχουν μικρή σχέση με την κρίση του διεθνούς Τύπου. Η κρίση του ελληνικού ενημερωτικού μοντέλου οφείλεται στο γεγονός ότι άδειασαν τα ταμεία της τροφού του, δηλαδή του κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ισολογισμοί όλων σχεδόν των μεγάλων επιχειρήσεων Τύπου είναι επί χρόνια αρνητικοί, αλλά η μόνη μεγάλη εφημερίδα που έκλεισε ήταν εκείνη που (παρά τις υπερβολές της ιδιοκτησίας της) ήταν αμιγώς επιχειρηματική προσπάθεια.

Σ' αυτή την κρίση πολλοί επιχειρηματίες του Τύπου απαντούν με περιορισμό του κόστους. Φωναχτά στη Γαλλία, σιωπηρά στην Ελλάδα. Για τον Bernard Poulet ο περιορισμός του κόστους δεν αρκεί. Εξάλλου, στη Γαλλία το δοκίμασαν επί μακρόν: «Εδώ και πολλά χρόνια τα μέτρα εξοικονόμησης δαπανών και τα σχέδια λιτότητας διαδέχονται το ένα το άλλο», γράφει για τη Γαλλία. «Μαζικές απολύσεις έπληξαν πολλές εκατοντάδες μισθωτούς και ακόμη και η μεγαλύτερη γαλλική εφημερίδα, η "Quest France", αναγκάστηκε να αποφασίσει τον Σεπτέμβριο του 2008 την κατάργηση 125 θέσεων εργασίας. Η δρακόντεια μείωση των λειτουργικών εξόδων των εφημερίδων, η μείωση του αριθμού των σελίδων και του μεγέθους τους (...), το κλείσιμο γραφείων ανταποκριτών στο εξωτερικό, ο περιορισμός του χρόνου για την διεξαγωγή ερευνών κ.λπ. μειώνουν σίγουρα τα κόστη, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζουν κερδοφόρους ισολογισμούς. Ο πολλαπλασιασμός των ενθέτων (μόδα, αυτοκίνητα, ρολόγια...) για να "τσιμπήσουν" οι διαφημιστές, ο πληθωρισμός των "πρόσθετων προϊόντων" (βιβλία, CD, DVD, στιλό, ηλεκτρονικές συσκευές, καφετιέρες κ.λπ.), τα οποία μετατρέπουν την εφημερίδα σε δωρεάν ένθετο εμπορικής προσφοράς, δεν είναι παρά προφανώς προσωρινές λύσεις ανάγκης.

«Όλα αυτά τα φάρμακα είναι μερικές φορές χειρότερα από την αρρώστια. Στη φρενήρη κούρσα τους για να ισοσκελίσουν τους λογαριασμούς τους, οι εφημερίδες αποδυναμώνουν την εικόνα τους και φτωχαίνουν το περιεχόμενό τους. Όταν φτωχαίνεις την προσφορά για να κλείσεις οικονομικές τρύπες, μπαίνεις σε έναν φαύλο κύκλο. Τελικά, χάνεις αναγνώστες, δημιουργώντας έτσι νέα ελλείμματα».

Αυτή είναι και η κατάσταση στον ελληνικό Τύπο. Οι εκδότες συρρικνώνουν το έτσι κι αλλιώς χαμηλό κόστος των δημοσιογραφικών τμημάτων, επενδύοντας όλο και περισσότερο στα μπιχλιμπίδια, τα οποία υποτίθεται ότι συνοδεύουν τις εφημερίδες. Ξεχνούν ότι το βασικό προϊόν τους είναι η σκέψη, το μεράκι και οι γνώσεις των ανθρώπων που ερευνούν και γράφουν. Στην προσπάθεια να συμπιέσουν το κόστος, προσπαθούν με τους ίδιους ανθρώπους να παράγουν περισσότερα προϊόντα, ενώ στην ουσία παράγουν μόνο περισσότερο τυπωμένο χαρτί δίχως σκέψη.

Το πρόβλημα του Τύπου στην Ελλάδα, στη Γαλλία αλλά και στις ΗΠΑ είναι κοινό. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα προϊόντα του πνεύματος. Η παραγωγικότητα δεν είναι γραμμική σε ό,τι χρειάζεται σκέψη. Οι περισσότερες ώρες δουλειάς των δημοσιογράφων παράγουν περισσότερες λέξεις με λιγότερη σκέψη. Μόνο που οι αναγνώστες δεν πληρώνουν για να αγοράσουν λέξεις· βρίσκουν άφθονες και δωρεάν στο διαδίκτυο. Θα αγόραζαν ένα έντυπο, αν μπορούσε να τους προσφέρει μια υπηρεσία. Αν μια εφημερίδα γινόταν πλοηγός στη θάλασσα των πληροφοριών που τους περιβάλλει, αν μπορούσε να βάλει τάξη στο χάος.

Για να έχει μέλλον ο Τύπος, δεν αρκεί να μεταμορφωθεί σε ηλεκτρονικός. Δεν φτάνει να μπει στο διαδίκτυο. Πρέπει να καταφέρει να συμπυκνώνει καθημερινά την πραγματικότητα σε θεωρία, να δίνει νόημα στις αμέτρητες πληροφορίες που καθημερινά λαμβάνουμε από εκατοντάδες Μέσα. Δεν είναι εύκολο. Θέλει διαρκή παραγωγή σκέψης, νέων ιδεών, επενδύσεις σε ανθρώπους -εκπαίδευση και επανεκπαίδευσή τους: δεν μπορεί, για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος να διαβάζει λιγότερο από τους αναγνώστες του- και κυρίως αλλαγή θεώρησης της ίδιας της βιομηχανίας.

Μπορεί να το κάνει; Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου τιτλοφορείται «Επιβίωση, θάνατος, αναγέννηση». Η ακολουθία αυτή είναι νομοτέλεια. Η επανάσταση που ζούμε δεν είναι αναίμακτη· έχει θύματα. Επιχειρήσεις κλείνουν, δημοσιογράφοι μένουν χωρίς δουλειά, κοντά στα πολλά ξερά καίγονται και χλωρά. Ο Bernard Poulet μεταφέρει στο βιβλίο τα λόγια του Αμερικανού εκδότη Dean Singleton: «Στο μέλλον δεν θα υπάρχουν παρά δύο κατηγορίες εφημερίδων. Οι επιζήσασες και οι νεκρές». Οι πρώτες, ακόμη και αν δεν θα μοιάζουν με τις εφημερίδες που σήμερα ξέρουμε, θα είναι χρήσιμες. Δεν θα προσθέτουν θόρυβο στον πολύ θόρυβο της πληροφορίας που καθημερινά μας βομβαρδίζει. Θα προσφέρουν μία βασική υπηρεσία. Θα μειώνουν τον θόρυβο της υπερπληροφόρησης. Θα ταχτοποιούν το χάος που δημιουργεί η πληροφορική μας κοινωνία».

 

Bernard Poulet
«Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της ενημέρωσης»
Μτφρ.: Γιώργος Αγγελόπουλος
Επίμετρο: Νίκος Μπακουνάκης
Εκδόσεις Πόλις
Σελ.: 288, τιμή: €18