Τα «Χαρτιά» γράφτηκαν για τη σειρά ντοκιμαντέρ του Μάρκου Γκαστίν Μικρές Οδύσσειες. Για κάποιο από τα κομμάτια πήραμε την άδεια του γιου Χατζιδάκι να χρησιμοποιήσουμε ένα sample από το κομμάτι «Τα παιδιά του Πειραιά».

Ήρθα σε αυτό τον κόσμο από έρωτα, από νέους ανθρώπους με όνειρα, που είναι διανοούμενοι και ανοιχτόμυαλοι και με βοήθησαν πολύ στη ζωή μου. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός του στρατού στην Αλβανία και η μητέρα μου γεωπόνος. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού όλα μού φαίνονταν μια χαρά, κι ας υπήρχε γύρω μου απίστευτη ομοιομορφία: όλα τα σπίτια είχαν την ίδια τηλεόραση, τα ίδια έπιπλα, το ίδιο σχέδιο. Έπρεπε να μπεις μέσα και να δεις τους ανθρώπους για να καταλάβεις ότι είσαι σε ξένο σπίτι!

Ξαφνικά, έγινε ένα χάος, έχασα την εμπιστοσύνη στους δασκάλους μου, έχασα την εμπιστοσύνη μου στην κοινωνία, έβλεπα πράγματα που δεν είχα δει ποτέ πριν, ανθρώπους να τσακώνονται, άκουγα ανθρώπους να βρίζουν. Δεν ήταν αυτό που διάβαζα στα βιβλία που είχαν οι γονείς μου στη βιβλιοθήκη και χανόμουν.

Μια χειμωνιάτικη μέρα έπαθα ένα ατύχημα με μια κάψουλα δυναμίτιδας, χρειάστηκα χειρουργική επέμβαση και από τότε άλλαξε όλη μου η ζωή. Ενώ μπαινόβγαινα για τρεις μήνες σε νοσοκομεία, η πολιτική κατάσταση άλλαζε και όταν βγήκα τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ήταν μεγάλη η απογοήτευση - δεν ήταν έτσι όπως μου τα είχαν πει τελικά, το σωστό δεν ήταν να είσαι δίκαιος με τους ανθρώπους, το σωστό ήταν να πατάς τους ανθρώπους για να μη σε πατήσουν εκείνοι πρώτοι.

Από μικρός είχα μια δική μου άποψη για τη ζωή, πάντοτε τολμούσα να γράφω ρίμες, από 6 χρόνων, χωρίς να έχω ιδέα τι είναι το ραπ. Στην Αλβανία απαγορευόταν η ξένη μουσική και με θυμάμαι να προσπαθώ να συλλάβω όσο περισσότερες νότες μπορούσα από οπουδήποτε. Υπήρχε μια ξενέρωτη εκπομπή στην τηλεόραση που είχε για μουσικό θέμα ένα πολύ ωραίο ηλεκτρονικό κομμάτι, το «Pop Corn» του Gershon Kingsley, και κάθε εβδομάδα περίμενα να το ακούσω με λαχτάρα...

Στην Ελλάδα ήρθα στα 13 μου με τον πατέρα μου, επειδή έπρεπε να χειρουργηθώ στο μάτι. Αφού δοκιμάσαμε κάθε τρόπο για να έρθουμε νόμιμα και δεν γινόταν -δεν μας έδιναν βίζα- με πήρε απ' το χέρι και ήρθαμε περπατώντας, απ' το βουνό. Παράνομα. Η πρώτη εικόνα που είδα απ' την Ελλάδα ήταν να δέρνουν κάποιον στα σύνορα οι φρουροί. Έτσι τη γνώρισα, μέσα στο φόβο να μη σου σπάσουν τη μούρη και την καλοσύνη των ξένων. Ένας φαντάρος που κατάλαβε ότι είχαμε έρθει για να χειρουργηθώ στο μάτι μάς έδωσε τα λεφτά για το ταξί...

Επειδή ήμουν μικρός, αθώος και βλάκας, δεν έβλεπα τη διαφορά. Δεν με ενδιέφερε να νιώσω διαφορετικός, να δω τη διαχωριστική γραμμή που υπήρχε πάντα: ήμουν Αλβανός. Όχι απλά ξένος, Αλβανός. Από τότε που έχω έρθει στην Ελλάδα έχω βιώσει πολλά θετικά, όπως τη φιλοξενία και την αλληλεγγύη, αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους στο ΑΧΕΠΑ που έσωσαν το μάτι μου, αλλά έχω βιώσει και πολύ σκληρή αντιμετώπιση λόγω καταγωγής. Υπάρχει πολύ μεγάλη προκατάληψη που αφήνει τον κόσμο πίσω.

Το 1999, στις 15 Ιανουαρίου, συμμετείχα σε μια μαθητική πορεία με τους συμμαθητές μου και την καθηγήτριά μου και πέρασα ανάμεσα από τους αστυνομικούς. Κάποιος με είχε δει να πετάω ένα κέρμα των 20 σεντς, με έπιασε, με έσπασε στο ξύλο και με πήγε μέσα. Μου πρόσθεσαν 4-5 κατηγορίες, με έβγαλαν ένοχο και έμεινα ένα μήνα στη φυλακή. Επειδή ήμουν Αλβανός. Ξεσηκώθηκαν οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές, διάφοροι άνθρωποι και το θέμα έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Αθωώθηκα και αποζημιώθηκα.

Με είχε πιάσει τρόμος για την Ελλάδα, έχασα την εμπιστοσύνη μου στη δικαιοσύνη επειδή ήμουν αθώος και καταδικάστηκα για κάτι που δεν έκανα, επειδή μου φέρθηκαν ρατσιστικά. Κατέρρευσα ψυχολογικά, γιατί ήμουν 17 χρόνων και πίσω από μια πόρτα της φυλακής. Άδικα. Παρ' όλα αυτά, οι Έλληνες ήταν αυτοί που ξεσηκώθηκαν και με έβγαλαν, κι αυτή η αλληλεγγύη είναι κάτι που θαυμάζω εδώ. Αν μου είχε συμβεί στην Αλβανία, μπορεί να ήμουν ακόμα μέσα.

Όταν ήμουν μικρός, είχα όνειρα να αλλάξω αυτόν το γαμημένο κόσμο, αλλά κατάλαβα ότι δεν αλλάζει, τουλάχιστον έτσι όπως ήθελα εγώ να τον αλλάξω. Ακόμα δεν έχω παραιτηθεί, αλλά όλα γύρω μου παραμένουν τα ίδια. Στη θέση που ήμουν εγώ χθες σήμερα είναι οι Πακιστανοί, οι Ινδοί, οι άνθρωποι από το Μπαγκλαντές. Για κάποια στιγμή νόμισα ότι η ραπ θα άλλαζε τον κόσμο, αλλά την είδα να πέφτει, να ξεπουλιέται, να χάνει τα ιδανικά που είχε. Κι η ελληνική ραπ έχει καταντήσει ένα σίχαμα, πολύ λίγα πράγματα αξίζουν πια. Κάποτε υπήρχε αυτό το «κάτι» που ένωνε όλους τους Έλληνες ράπερ, τώρα έχει χαθεί. Θαυμάζω τον Taki Tsan, επειδή είναι από τους λίγους ανθρώπους που δίνουν μια δεύτερη ευκαιρία. Και δεν φημιζόμαστε γι' αυτό οι Βαλκάνιοι...

Ο δίσκος μου ονομάζεται «Καθαρές Δουλειές» προς τιμήν των γονιών που μεγαλώνουν τα παιδιά τους με καθαρές δουλειές, όπως οι γονείς μου - ο πατέρας μου κάνει οικοδομικές εργασίες και η μητέρα μου είναι οικιακή βοηθός. Είναι άνθρωποι που προσαρμόστηκαν και ενσωματώθηκαν αμέσως, ανοιχτόμυαλοι και μορφωμένοι. Τον αδελφό μου τον λένε Ευρύαλο, τον ονόμασε ο πατέρας μου από την Ιλιάδα. Δεν έχω συναντήσει πολλούς Έλληνες με αυτό το όνομα...

Ο δίσκος κυκλοφόρησε από την ΕΜΙ. Είναι εξολοκλήρου στην αλβανική γλώσσα ως επιχειρηματική κίνηση, αλλά δεν πέτυχε για την ώρα. Δεν πτοούμαι όμως. Δεν είναι δικό μου λάθος. Είναι δύσκολο να προωθήσεις ένα αλβανικό CD στην Ελλάδα, επειδή εμείς οι Αλβανοί δεν δημιουργήσαμε κλειστές κοινότητες και γκέτο. Δεν υπάρχουν αλβανικά media, σταθμοί. Ούτε ραδιόφωνο δεν έχουμε δικό μας.

Δεν έχω πρόβλημα να κυκλοφορώ με ένα κωλοδιαβατήριο συνέχεια στο χέρι. Το πρόβλημα είναι η αντιμετώπιση, όταν το βλέπουν. Υπάρχουν αστυνομικοί που είναι πολύ καλά παιδιά, υπάρχουν κι άλλοι όμως που σε τρέχουν για εξακρίβωση επειδή είναι τσαλακωμένα τα χαρτιά και στο δρόμο βρίζουν τη μάνα σου, τη θρησκεία σου, σε κάνουν σκουπίδι. Κάποτε ο ποιητής έλεγε «Πήρα το δρόμο για τα Γιάννενα», όταν δεν υπήρχαν σύνορα, σήμερα θα έλεγε «πήρα και το διαβατήριο μαζί μου...».

Τώρα που έφυγα μπορώ να μιλήσω πιο αντικειμενικά για την Ελλάδα. Βλέπω ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται για τίποτα, τη βλέπω ανοργάνωτη, να πηγαίνει όπου να 'ναι. Στην αρχαία Ελλάδα έλεγαν ιδιώτη αυτόν που δεν ενδιαφερόταν για τα κοινά, που δεν ασχολιόταν, και τόσο πολύ έμεινε που οι Άγγλοι λένε «idiot» τον βλάκα. Υπάρχουν πολλοί idiots τώρα, που απλώς περιμένουν τα μαγικά. Είμαι απογοητευμένος από την Ελλάδα, επειδή ρίχνει την προτεραιότητά της σε λάθος πράγματα.

Η Αθήνα είναι η γειτονιά μου και μου λείπει πάρα πολύ. Έφυγα γιατί στη Σουηδία τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Από εκεί είναι η κοπέλα μου, εκεί τέλειωσα το σχολείο που είχα αφήσει στη μέση λόγω επεισοδίων και τώρα σπουδάζω Πολιτικές Επιστήμες.

Τα «Χαρτιά» γράφτηκαν μαζί με άλλα 9 κομμάτια για τη σειρά ντοκιμαντέρ του Μάρκου Γκαστίν Μικρές Οδύσσειες που προβλήθηκαν από την ΕΤ1. Ακούγεται από ένα κουπλέ στο τέλος κάθε ιστορίας, και μάλιστα για κάποιο από τα κομμάτια πήραμε την άδεια του γιου Χατζιδάκι να χρησιμοποιήσουμε ένα sample από το κομμάτι «Παιδιά του Πειραιά». Λέγεται «Μόνο την Κυριακή», επειδή όλοι οι ξένοι μπορούσαν μόνο τις Κυριακές να συμμετέχουν στα γυρίσματα. Λόγω δουλειάς. Και τα 10 κομμάτια έχουν ελληνικό στίχο και ελπίζω να βρεθεί κάποια εταιρεία να τα κυκλοφορήσει σύντομα.

Η ληγμένη άδεια που αναφέρω στους στίχους έτυχε σε μένα. Η ημερομηνία έκδοσης λέει 16/11/04 και η ημερομηνία λήξης 29/10/04!