Μισό αιώνα πριν, ο Πικιώνης αναλάμβανε να σχεδιάσει το πιο δύσκολο έργο της ζωής του. Ν' αναμετρηθεί με την Ακρόπολη, τόσο απλά. Ένα έργο που μετά την Απελευθέρωση στοίχειωνε κάθε αρχιτέκτονα, τυφλωμένο από το φως του Παρθενώνα. Ο νεοκλασικισμός είδε στην Ακρόπολη το αξεπέραστο πρότυπο για σύγχρονα κτίρια στον κόσμο, ο μοντερνισμός την αντίκρισε με θαυμασμό ανάμεικτο με απόρριψη: είτε ήταν η Ακρόπολη μια πρωτο-μοντέρνα «μηχανή» είτε έπρεπε να καταστραφεί.

 

Και τώρα, ο Πικιώνης. Σαν έτοιμος από καιρό, ακούραστος περιπατητής της αττικής γης, να τη ζωγραφίζει ψάλλοντας ύμνους στο ιερό χώμα της, μυστικά γυμνασμένος στην πρωτοποριακή σκέψη του περιοδικού «Το τρίτο μάτι», και αργότερα, μέσα στο δύσκολο '40, δημιουργώντας τρεις παράλληλες σειρές σχεδίων («Αττικά», «Της φαντασίας» και «Λαϊκά»). Συνεχώς σ' ανοιχτή συνομιλία με τις μεγάλες αφηγήσεις του ελληνικού κόσμου, όπως εκείνος τις έβλεπε - πολυάνθρωπες, πλημμυρισμένες με μυθικά όντα και χθόνιες θεότητες, ένα φυσικό τοπίο διαποτισμένο από την ιστορία. Κατοικημένο.

 

Όπως κι όταν ζούσε, ήταν ένας άκρως επικίνδυνος σαγηνευτής, που φορώντας μια αποτροπαϊκή μάσκα διέλυε κάθε βεβαιότητα.

 

Τα Αττικά Σχέδια, περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο, αποδείχτηκαν προφητικά. Λες και περίμενε ο Πικιώνης εκείνη τη μοιραία ανάθεση από τον Καραμανλή το 1951, τη διαμόρφωση «του αρχαιολογικού περί την Ακρόπολιν και Φιλοπάππου χώρου, Αναπαυτήριο Αγ. Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και Εκκλησία». Όσο τραβούσε η δουλειά και δεν έλεγε να τελειώσει, ο Καραμανλής, μαθημένος στους ρυθμούς εκτέλεσης δημοσίων έργων, αδημονούσε κι έριχνε συχνούς κεραυνούς. Αλλά ο Πικιώνης άντεξε στην πίεση και δεν υποχώρησε. Τα έργα, με τους δικούς του όρους, τέλειωσαν εφτά χρόνια αργότερα, το 1957.

 

Στην πραγματικότητα δεν είχαν τελειώσει ποτέ. Όπως θα μείνει για πάντα άγνωστη η «αρχή» των έργων διαμόρφωσης της Ακρόπολης -ήταν οι μυσταγωγίες της περιπλάνησης στον Ελαιώνα, ήταν οι συνομιλίες με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα, ήταν η σπηλιά του Νυμφόληπτου στη Βάρη ή μήπως οι προσφυγικές παράγκες;- το ίδιο άγνωστο θα μείνει το «τέρμα» τους. Γιατί αυτό το τόσο παράδοξο κι ερμητικό έργο του Πικιώνη συνεχώς πραγματώνεται με κάθε νέο του «διάβασμα», με κάθε ανατρεπτικό σενάριο που στήνεται και ξεστήνεται για χάρη του.

 

Από την πρώτη στιγμή, η υποδοχή των διαμορφώσεων της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου ήταν ανάμεικτη. Άλλοι τις ύμνησαν ως μια βαθιά και σεβάσμια υπόκλιση προς τα αξεπέραστα μνημεία της αρχαιότητας κι άλλοι, αντίστροφα, τις είδαν ως ιεροσυλία. Άλλοι προσποιήθηκαν πως ανακάλυψαν το κλειδί ερμηνείας στη διάχυτη γραφικότητα του έργου που πάντα απειλεί κάθε επιπόλαιο αναγνώστη του Πικιώνη. Άλλοι δοκίμασαν φαινομενολογικά μονοπάτια κι άλλοι προ-σωκρατικούς γρίφους. Κι ο χορός δεν λέει να τελειώσει, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μεγάλο έργο.

 

Όταν οι διαμορφώσεις της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου αναγνωρίστηκαν (επιτέλους) στο εξωτερικό ως το πιο σημαντικό αρχιτεκτονικό έργο της σύγχρονης Ελλάδας, μερικοί απόρησαν: μα ήταν αρχιτεκτονική αυτό το μη-κτίριο, αυτό το απροσδιόριστο «κάτι» που δεν σχεδιάζεται, δεν φωτογραφίζεται, δεν μπορεί να συλληφθεί από το νου παρά ως τυχαίο άθροισμα «αποσπασμάτων»; Ο Πικιώνης, βλέπετε, μας είχε βάλει δύσκολα. Όπως κι όταν ζούσε, ήταν ένας άκρως επικίνδυνος σαγηνευτής, που φορώντας μια αποτροπαϊκή μάσκα διέλυε κάθε βεβαιότητα.

 

Άλλωστε, κι ο ίδιος είχε αμφισβητήσει την τελειότητα του Παρθενώνα, που την έκρινε ως αρχή του παρακμής στην αρχαία τέχνη. Δεν τον ήθελε τον Παρθενώνα παρά ως το απόμακρο, ασφαλές «σκηνικό βάθους». Και βασανίστηκε να βρει τα σημεία και τις οπτικές φυγές που θα του εξασφάλιζαν αυτές τις μακρινές θέες. Γιατί όλο το εκεί έργο του στηρίζεται κυρίως στην «άυλη» οργάνωση του βλέμματος. Με βάση τις θεωρητικές θέσεις που είχε προπολεμικά διατυπώσει ο φίλος του Κωνσταντίνος Δοξιάδης στη γερμανική διατριβή του, ο Πικιώνης μετασχημάτισε το κυματιστό τοπίο των δύο λόφων, της Ακρόπολης και το Φιλοπάππου, σ' ένα πεδίο γεμάτο ιδεατές χαράξεις με οπτικές γωνίες στο έδαφος· αυτές «εξηγούν» και «οργανώνουν» το γεωγραφικό χώρο και τον μετατρέπουν σε πνευματικό τοπίο, υποταγμένο στη δύναμη του νου. Με βάση τέτοιες χαράξεις σ' επιλεγμένα σημεία στάσης, έδινε μετά οδηγίες στα συνεργεία για το πώς θα τοποθετηθούν ψηφίδα ψηφίδα οι πέτρες κι οι πλάκες στο λιθόστρωτο ή τα κράσπεδα στα μονοπάτια. Οι ίδιοι ουράνιοι νόμοι καθόρισαν ακόμα και τις συνηχήσεις ανάμεσα στα λιγοστά χτίσματα και τις βοηθητικές κατασκευές.

 

Μπορεί σήμερα πολλά από τα αόρατα σημεία που διάλεξε ο Πικιώνης να έχουν χαθεί, πνιγμένα στην πυκνή βλάστηση που φούντωσε με τα χρόνια, ή να έχουν ξεχαστεί. Αλλά απομένουν αρκετά σημάδια τους ώστε να πείθουν για την ικανότητά τους να υπενθυμίζουν την άρρηκτη συγγένεια φύσης με «ανθρώπινο έργο». Έχοντας ως διαμεσολαβητή τ' αυθεντικά και τα φτιαχτά spolia (σπαράγματα ερειπίων) που ο Πικιώνης έσπειρε παντού επινοώντας ένα μείγμα αρχαιολογικού χώρου και ιερού άλσους ως τη σύγχρονη εκδοχή μιας «επίσκεψης» στην ιστορία. Η οποία δεν μπορεί πια παρά να έχει τη μορφή αποσπασματικού σχόλιου, ενός υπέροχου θραύσματος.