Ερωτεύτηκα λίγο, απογοητεύτηκα όσο έπρεπε και ζω επίσης στο υπέροχο παράλληλο σύμπαν του σινεμά που έχει πολύ μεγάλη δράση και πολύ μεγάλο έρωτα. Ούτως ή άλλως, πιστεύω ότι ο έρωτας και το πένθος είναι πολύ προσωπικά πράγματα για να τα μοιράζεσαι με αγνώστους.

Μεγάλωσα στον Πειραιά, στην Καλλίπολη, πάνω απ' τα Βραχάκια της Πειραϊκής. Εκεί πήγα δημοτικό, στο Καρπάθικο, και γυμνάσιο στο μεικτό Καλλιπόλεως. Εκεί έπαιξα, εκεί γνώρισα τους καλύτερούς μου φίλους -δύο από τους οποίους κρατάω ακόμα- εκεί πρωτοερωτεύτηκα, εκεί άρχισα να βλέπω σινεμά.

Το πρώτο πράγμα που ήθελα να γίνω είναι γλύπτης, επειδή μ' άρεσε πολύ η αρχαία Ελλάδα. Με εντυπωσίαζε ιδιαίτερα το Χρυσελεφάντινο Άγαλμα του Δία και λυπόμουν πάρα πολύ που είχε εξαφανιστεί. Βέβαια, δεν είχα κανένα ταλέντο επί του θέματος, καμία κλίση. Μετά ήθελα να γίνω ντράμερ. Κι ακόμα βαράω ό,τι βρω. Το όνειρό μου είναι να πάρω μία μικρή ηλεκτρονική ντραμς και να μην ενοχλώ κανέναν.

Άρχισα να κολλάω με το σινεμά όταν πήγα για πρώτη φορά στην Αθήνα. Στο Ράδιο Σίτι. Τότε έκαναν road show προβολές και έδειχναν για ένα χρόνο το Κουρδιστό Πορτοκάλι, για ένα χρόνο το Jesus Christ Superstar. Ήμουν 10-11 χρόνων όταν άρχισα να πηγαίνω - στην αρχή με τους γονείς μου, μετά με τους φίλους μου. Θυμάμαι που χτυπιόμουν επειδή δεν με έβαζαν στο Jesus Christ Superstar γιατί ήμουν 12μισι κι όχι 13, κι ότι ακόμα πιο μικρός είχαμε πάει με τον αδελφό μου να δούμε μια τσόντα με την Άννα Φόνσου. Με είχε πιάσει ο αδερφός μου απ' τον ώμο κι είχε πει «το παιδί μπαίνει;» και η κυρία του είχε απαντήσει «γιατί, νομίζεις ότι μπαίνεις εσύ;».

Το ακόμα πιο μεγάλο μου κόλλημα ήταν οι προβολές που είχε οργανώσει η Μητροπούλου στο Έμπασι. Εκεί είδα ως έφηβος πια όλο τα αμερικανικό σινεμά του ‘40 και του ‘50, είδα την αμερικανική πρωτοπορία του ‘60, αγγλικά ολόκληρο τον Αντονιόνι, τον Φελίνι και τον Μπουνιουέλ. Ήταν μια εξωγήινη κατάσταση και είπα αυτό θέλω να κάνω. Να βλέπω και να γράφω για σινεμά. Ήμουν 16-17, αλλά δεν άλλαξα γνώμη ποτέ, παρότι έκανα κι άλλο επάγγελμα. Ήμουν καθηγητής αγγλικών για να βγάλω χρήματα, για να αυτοχρηματοδοτηθώ και να σπουδάσω στη Γαλλία. Ήξερα ότι αυτό είναι μεταβατικό επάγγελμα, παρ' ότι ήταν πολύ δελεαστικό το χρηματικό κι έκανα και κάτι που μου άρεσε.

Τότε δεν υπήρχαν σχολές ΜΜΕ ή θεωρητικές κινηματογραφικές στην Ελλάδα και σκέφτηκα, ας μπω εκεί που είναι το λιγότερο κακό: στο Κοινωνιολογικό της Παντείου. Σε δυο χρόνια, μετά τα απανωτά μαθήματα του Φίλια, βαρέθηκα φρικτά. Ο μόνος που έβρισκα ενδιαφέροντα ως άνθρωπο μέσα στη σχολή ήταν ο Βέλτσος επειδή δεν δίδασκε ποτέ ακριβώς Κοινωνιολογία, δίδασκε συνήθως τις ταινίες που είχε δει την προηγούμενη. Ήταν κι η γέφυρά μου να πάω στο Παρίσι, στη Σορβόννη, να κάνω ένα μάστερ στο Ινστιτούτο Τύπου και Πληροφόρησης.

Άρχισα να γράφω στο περιοδικό «Σινεμά» με το που ξεκίνησε. Θυμάμαι το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Γιώργος Τζιότζιος, που ήταν τότε διευθυντής, ήταν «Πάρα πολύ ωραία αυτά που γράφεις, αλλά κόψε τις παραπομπές και το ακαδημαϊλίκι, ξέρουμε ότι πήγες σε πανεπιστήμιο, γράψε κανονικά».

Η λογική ότι «όταν κάποιος θέλει κάτι πολύ συμβαίνει» ισχύει, όχι όμως όταν το δείχνει με τη μορφή τερατώδους φιλοδοξίας. Πιστεύω ότι αυτό είναι απόλυτο μπούμερανγκ. Υπάρχει μία διαστροφή στα media, ότι οι άνθρωποι που κρίνουν την εργασιακή σου αποτελεσματικότητα πρέπει να διακρίνουν στα μάτια σου και μία διάθεση ταπεινότητας. Μια συστολή. Η συστολή -αρκεί να είναι φυσική- κάνει πάρα πολύ καλό στην εξέλιξη της δουλειάς, το αδηφάγο είναι πολύ αυτοκαταστροφικό. Είναι πολύ καλό για «αρπαχτή», συγκυριακά, αλλά δεν νομίζω ότι πιάνει. Στην τηλεόραση ποτέ δεν ζήτησα τίποτα. Τα πράγματα ήρθαν στην πορεία. Με βήματα προς τα μπρος αλλά και πίσω, γιατί οι εκπομπές και τα έντυπα δεν πηγαίνουν πάντα καλά. Κατά κάποιον τρόπο η δουλειά αναπληρώνεται σαν πληγή. Σαν ένα κύτταρο που αναπλάθεται, όταν είναι κάτι που σ' αρέσει.

Χωρίς το σινεμά θα μπορούσα να ζήσω, χωρίς τη μουσική δεν θα μπορούσα. Ίσως επειδή έχω φάει τόσο πολύ το σινεμά στη μάπα, αναπαράγοντάς το με κριτική, που στις διακοπές για ενάμιση μήνα δεν βλέπω καμία ταινία. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην ακούσω μουσική όμως κάθε μέρα που περνάει. Καταστάσεις μου έρχονται στο νου μέσα από τραγούδια, αλλά ποτέ από ταινίες. Είναι πιο προσωπικό πράγμα η μουσική, χτυπάει σε ένα κέντρο του εγκεφάλου που είναι πιο παιδικό.

Στην τηλεόραση έμεινα από την καλή καρδιά κάποιων ανθρώπων που πίστευαν ότι μπορεί να φανώ χρήσιμος σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό τομέα. Ήμουν σχεδόν απ' την αρχή στον Πρωινό Καφέ, αρχές του ‘91. Πολλές φορές λένε ότι ο ανταγωνισμός κάνει καλό - μπορώ να σου πω ότι ήμασταν μια χαρά και χωρίς ανταγωνισμό, βγάζαμε στην εκπομπή ό,τι θέλαμε και η τηλεθέαση ήταν δεδομένη: εικαστικά θέματα, ποιητές, συγγραφείς.

Τα ιδιωτικά κανάλια δεν έχουν υποχρέωση να έχουν οτιδήποτε άλλο πλην του προϊόντος που τους φέρνει λεφτά. Δεν υπάρχουν έτσι ειδικές εκπομπές πλην της μαγειρικής, που είναι ένα πολύ καλό τηλεοπτικό «σπορ». Και χρήσιμο. Μία στήλη, όπως είναι το σινεμά, πιστεύω ότι έχει πολύ μεγαλύτερη χρησιμότητα σε μια πρωινή εκπομπή απ' ό,τι μια ολόκληρη ειδική εκπομπή. Σε αυτό το κομμάτι που έχεις το πρωί σου δίνεται η δυνατότητα να φτάσεις σε πάρα πολύ κόσμο. Κι επειδή η επανάσταση, κατά τη γνώμη μου, δεν γίνεται βίαια αλλά λίγο λίγο, ή δεν γίνεται καθόλου, καλό είναι να βρεις έναν τρόπο να περάσεις αυτά που θέλεις μέσα απ' το mainstream.

Θα ήθελα να αφήνομαι περισσότερο με τους ανθρώπους, να είχα λιγότερες άμυνες. Και ίσως λιγότερη συνείδηση του εαυτού μου, τι πρέπει να κάνω, πώς πρέπει να είμαι, πώς πρέπει να φαίνομαι, πώς πρέπει να κινηθώ. Το οποίο είναι φούσκα βέβαια, δεν είναι κάτι αρνητικό για τον κόσμο που είχα πάντα γύρω μου. Είχα πάντα μία αθέλητη πόζα, ειδικά όταν ήμουν μικρότερος. Νομίζω την έχω λιγότερο όσο μεγαλώνω.

Το απωθημένο μου είναι να γίνω ντράμερ. Και να ζω σε μια παραλία με ένα μαγιό, το πολύ. Να είμαι ναυαγοσώστης ή να έχω ένα μικρό σπίτι πάνω στην άμμο και να μην κάνω τίποτα. Βασικά, μ' αρέσει πάρα πολύ να μην κάνω τίποτα, αλλά είναι αδύνατον από τότε που έκανα οικογένεια να μην κάνω τίποτα. Μπορώ να κάτσω δύο μήνες κοιτάζοντας απλά το ταβάνι.

Οι μέτριες ταινίες είναι θάνατος. Οι καλές ταινίες είναι μία πρόκληση στην αισθητική σου και στη φιλοσοφία σου. Κι επίσης, μία πολύ καλή αφορμή για ένα ωραίο κείμενο. Τις διασκεδάζεις. Σαν να έχεις πάει σε ένα λάθος ραντεβού και έχεις να βρίζεις για μέρες. Στις μέτριες δεν έχεις να πεις απολύτως τίποτα και δυστυχώς είναι πάρα πολλές.

Είμαι ευχαριστημένος από τη ζωή μου και ανθρωπίνως αχάριστος. Θα 'θελα να είχα περισσότερες στιγμές ευχαρίστησης, περισσότερους δίσκους, να ήξερα περισσότερα πράγματα, να 'χα περισσότερο χρόνο, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να λειτουργήσω, αν αισθανόμουν ότι κάτι κατάφερα. Αυτό το κυνήγι της γνώσης είναι πάντα ένα άχθος στη ζωή μου, υπάρχει πάντα κάτι που μου διαφεύγει. Ότι στις τελικές εξετάσεις θα με πιάσουν. Είναι σαν ένα κακό όνειρο, η αγωνία ότι κάποιος θα με τσιμπήσει. Μέχρι τα 30 μου έβλεπα ένα όνειρο, ότι έμενα στα μαθηματικά και ξύπναγα κάθιδρος.

Μου αρέσει πολύ να ακούω μουσική, να μυρίζω δίσκους βινυλίου μέσα σε ζελατίνα, ειδικά από ελληνικό χαρτί, να χαϊδεύω μαλλιά, να ψάχνω για πεθαμένους ηθοποιούς και σκηνοθέτες στο Ίντερνετ και να συγκρίνω ηλικίες θανάτου, να κολυμπάω, μου αρέσουν το σεξ, ο ήλιος...