1. Του Γάλλου το Παρίσι: Από τα πιο χορταστικά μυθιστορήματα, ένα λαϊκό μυθιστόρημα, όπως θα λέγαμε, αν δεν είχαν πια χαθεί το λαϊκό μυθιστόρημα, ο λαϊκός κινηματογράφος, το λαϊκό τραγούδι και καθετί λαϊκό, είναι η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων (μτφρ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, εκδ. Πόλις) του Jean-Michel Guenassia (Αλγέρι, 1950), με 707 σελίδες λατρείας για την καθημερινή ζωή στα παρισινά καφέ και μπιστρό. Διαβάζεις για αλλεπάλληλες παρτίδες πάνω από τη σκακιέρα, συναντάς τον Ζαν-Πολ Σαρτρ να γράφει πυρετωδώς τα ανοικονόμητα φιλοσοφήματά του και τον Ζοζέφ Κασέλ, τον συγγραφέα του θρυλικού μυθιστορήματος Η Ωραία της Ημέρας, παρακολουθείς τις μικρές και μεγάλες περιπέτειες του πιτσιρικά Μισέλ Μαρινί, βλέπεις τον Guenassia να μας κλείνει, ημών των Ελλήνων, το μάτι, πολλάκις, μέσα από τις αναφορές στον Καζαντζάκη και στα έργα του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και Καπετάν Μιχάλης (σ. 470), μέσα από σκηνές σε ελληνικά στέκια (π.χ. το μεζεδοπωλείο Volcan που «μοσχοβολούσε μελιτζάνα, κολοκύθι και πιπεριά, μαγειρεμένα με καραμελωμένα κρεμμύδια, κύμινο και δάφνη», σ. 166), και κυρίως μέσα από τον εξόριστο κομμουνιστή Γρηγόρη Πέτρουλα:

 

«Ο Γρηγόρης ήταν κομμουνιστής φανατικός και εύθικτος, κάτι που τον έκανε απρόβλεπτο, ακόμα και για τους καλύτερους φίλους του. Είχε τη φήμη ανισόρροπου~ ήταν ικανός να περνάει, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, απ’ τον πιο ξέφρενο ενθουσιασμό στην πιο βαθιά μελαγχολία και από την πιο ακατάσχετη φλυαρία στην απόλυτη σιωπή, δίχως κανείς να ξέρει γιατί. Τη μια σε αγκάλιαζε σφιχτά και όλο θέρμη, την άλλη σε αποκαλούσε ηλίθιο, κάθαρμα και φασιστόμουτρο, αν και το τελευταίο ήταν, όπως έλεγε, πλεονασμός – ελληνική λέξη που σήμαινε υπερβολή» (σ. 243).

 

Όλα συμβαίνουν ανάμεσα στον Οκτώβριο του 1959 και τον Ιούλιο του 1964, μια πενταετία γεμάτη γεγονότα, μουσικές, βιβλία, συζητήσεις, δράσεις, μια πενταετία που κυοφόρησε τον Μάη του ’68, μια πενταετία έρωτος και αναρχίας. «Ήταν η εποχή των φιλιών διαρκείας. Το δικό τους κράτησε μια αιωνιότητα. Τα αυτοκίνητα περνούσαν κορνάροντας. Εκείνοι δεν άκουγαν τίποτα» (σ. 360).

 

2. Το Παρίσι της Ελληνοαμερικανίδας: Ποιο Παρίσι; Μια σειρά αβαθείς, δίχως έμπνευση, γλυκανάλατες, flat περιγραφές αβαθών και τα λοιπά καρτ-ποστάλ είναι ό,τι έχει να μας προσφέρει από το Παρίσι το μυθιστόρημα Το πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πατάκης) της Ναταλί Μπακόπουλος (Dearborn, 1972). Στο Παρίσι, επίσης της δεκαετίας του '60, αλλά λίγο πιο μετά απ’ ό,τι στο ωραίο μυθιστόρημα του Guenassia, στα χρόνια της χούντας, βρίσκεται η νεαρά Σοφία που σπουδάζει και ακκίζεται, πασχίζοντας να την ερωτευτούν και να ερωτευτεί, θυμίζοντας ολοένα και πιο συχνά, μαζί με τη συγγραφέα, εκείνη την εκπληκτική επισήμανση του Ρολάν Μπαρτ σχετικά με τους συγγραφείς που σαλιαρίζουν με το θέμα τους, που με σαχλοσυναισθηματισμούς «γλείφουν» τον αναγνώστη, θέλοντας πάση θυσία να αποσπάσουν την εύνοιά του – και, τουλάχιστον, όταν πρόκειται για νοήμονες και ψυλλιασμένους αναγνώστες, αποτυγχάνουν παταγωδώς.

 

Η Μπακόπουλος μας δίνει ένα Παρίσι που δεν υπάρχει, παρά μονάχα σε κάτι παλιές ελληνικές ταινίες που τις έχουμε ήδη λησμονήσει (αν τις είδαμε ποτέ). Κρίμα! Ένα πλούσιο υλικό κι ένα πιασάρικο θέμα καταστρέφονται στην προσπάθεια παραγωγής ενός κάργα ευπώλητου. Ό,τι πρέπει, πάντως, για Λέσχες Ανάγνωσης και για επίδοξες συγγραφείς! Παρίσι με μηδέν λιπαρά, δίχως Gauloises / κλοσάρ / σινεμά / αναρχικούς / μπίτνικ / υπαρξιστές / παστίς / βραστά αυγά στην μπάρα / περνό / κρασί / καταστασιακούς – και δη στη δεκαετία του '60!

 

3. Το Παρίσι του Έλληνα: «Πουθενά δεν είσαι πιο ξένος από το Παρίσι, πουθενά πιο ευτυχισμένος από το Παρίσι», φωνάζει ένας ωραίος τύπος πίνοντας άφθονο κρασί, κλεμμένο από μια κάβα, ενώ η φίλη του συναινεί με τον τρόπο της. «Για μένα το Παρίσι ήταν το μόνο μέρος όπου μπορούσες να είσαι ηρωίδα καλής και κακής λογοτεχνίας, χωρίς να σε μέμφεται κανείς». Φράσεις που αντλώ από το ποιητικό μυθιστόρημα Το Δάσος των Παιδιών (εκδ. Μεταίχμιο) του Χρήστου Αγγελάκου (Αθήνα, 1962).

 

Παρίσι και η ευάλωτη μουσική του Αρτώ, της τζαζ, του Chet Baker, μνήμες από τους λόγιους ληστές (Λασεναίρ, Βιγιόν, Ζενέ), η περιλάλητη Γλωσσολογία του Σωσύρ, η θλιμμένη γλεντζού Φρανσουάζ Σαγκάν, τα ιδρωμένα ποτήρια (!), το Παρίσι, όπου, εκτός των άλλων, ανακαλύπτεις «την τρύπια αξία των εξομολογήσεων» (σ. 60), ένα Παρίσι που είναι ο κρυφός πυρήνας αυτού του πολυπρισματικού, καλειδοσκοπικού μυθιστορήματος, του Δάσους των Παιδιών. Ένα Παρίσι που θέλεις να το ζήσεις. Κι αυτό, φίλες και φίλοι, είναι το μεγάλο θέλγητρο της λογοτεχνίας, να σε γοητεύει τόσο που να βρίσκεσαι εκεί που συμβαίνει, εκεί που όλα θέλεις να γίνουν και να ξαναγίνουν, ακόμα κι αν είναι οδυνηρά.