Δοκιμασμένος σε πολλά αφηγηματικά είδη –βιογραφία, μυθιστόρημα, διήγημα, δοκίμιο, θέατρο– ο Χαριτόπουλος αναδείχτηκε σε συγγραφέα που γνωρίζει από πρώτο χέρι πώς να αξιοποιήσει το υλικό του, πώς να καταστήσει το άμεσο βίωμά του κοινή υπόθεση και, κυρίως, να είναι «εκεί», στο γραπτό, όταν γράφει, και να είναι «αλλού» όταν διαβάζεται. Το Εκ Πειραιώς χαρακτηρίζεται από τον ίδιο μυθιστόρημα. Ουσιαστικά, βέβαια, έχουμε να κάνουμε με μια συναρπαστική περιγραφή του Πειραιά της δεκαετίας του ’50, την οποία βίωσε ο ίδιος και συνάμα, δίκην βιωματικού φροντιστηρίου, τον έπλασε ως άνθρωπο. Το βίωμα, όπως ξέρουμε, σπανίζει, ενώ αντίθετα τα βιβλία δίνουν την τελική μορφή στον άνθρωπο. Άνθρωπος με βαθύ ένστικτο, ο Χαριτόπουλος επινοεί την περσόνα ενός παιδιού (που ασφαλώς είναι ο ίδιος) και πασχίζει να αφηγηθεί τον κόσμο του λιμανιού και των περιχώρων, τόσο με παιδική όσο και με υπερώριμη ματιά.

 

Το τέχνασμα είναι βαρύτιμο γιατί η ζωή δεν βιώνεται από ένα μεταλλασσόμενο εγώ, αλλά από πολλά εγώ και εποχές, οπότε ο αφηγητήςεπιτυγχάνει κάτι τιμαλφές: μιλάει για το παιδί και για τον πειραιώτικο κόσμο όντας μάρτυρας και συνάμα απών. Άλλωστε, σημειώνοντας ότι η διαδρομή της αφήγησης καλύπτει την κρίσιμη εικοσαετία της νεότητας, ουσιαστικά ομολογεί ότι μόνο μετά τα εξήντα –όπου λίγο-πολύ βρίσκουμε όλοι ταβάνι– μπορεί κανείς να μιλήσει για τα νεανικά του χρόνια.

 

Για την οικογένεια δεν μιλάει ο αφηγητής. Όχι γιατί όλες οι οικογένειες λίγο-πολύ μοιάζουν, αλλά επειδή η διαφορά με τον έξω κόσμο είναι το βάλσαμο που σου αποκαλύπτει τον εαυτό σου. Από την πρώτη κιόλας σελίδα το οχτάχρονο κατεβαίνει –πρώτη φορά μόνο του–για να δει από πού έρχονται τα φέρετρα «με τα λείψανα των στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην Κορέα». Ο δρόμος περνάει μέσα από τα Μανιάτικα, όπου συχνά βγαίνουν μαχαίρια. «Η μανιάτικη τιμή και υπόληψη απαιτεί αμείλικτη σοβαρότητα σε όλα γιατί είναι άντρες σοϊλίδες, πρίγκιπες του βυζαντινού θρόνου στην καταγωγή και το βαστάνε αιώνες τώρα, σαν πρίγκιπες φέρονται και το απαιτούν να τους φέρεσαι και ας μην έχουν δεύτερο παντελόνι να βάλουν. Τα αστεία και τα πειράγματα, ακόμα και μεταξύ φίλων ή συγγενών, είναι λίγα και μετρημένα, δεν ξέρεις πώς θα το πάρει ο άλλος, μια άστοχη κίνηση, μια παραπανίσια κουβέντα είναι αρκετή για να φάει η μούρη σου χώμα, όποιος και να ‘σαι, αφού είναι γνωστό πως “ο Μανιάτης νηστεύει την Παρασκευή το λάδι, αλλά τον λαδά τον σκοτώνει”».

 

 

«Τα λίκνα της παλιάς μαγκιάς του Πειραιά ήταν τα αμαρτωλά στέκια της Λεύκας, οι τεκέδες της Δραπετσώνας και οι σπηλιές της Πειραϊκής. Στα τρία όρια, δηλαδή, της παλιάς πόλης πριν από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, ανατολικο-δυτικο-νότιο, βρήκαν καταφύγιο οι παραμεθόριοι, οι νταήδες, τα Μεγάλα Μαχαίρια και τα κάθε λογής αλάνια, μακριά από τα βλέμματα των νοικοκυραίων και του μπασκιναριού»

 

Το τέχνασμα του Χαριτόπουλου είναι περίπλοκο: βάζει το παιδί στη θέση του παρόντος, μιλάει σαν μεγάλος, αλλά το παιδί συνεχίζει να είναι παιδί. Το λιμάνι, πάντως, είναι το βασίλειο των Μανιατών. Προτού να τελειώσει το δημοτικό, το παιδί θα προλάβει να κάνει τα τρία βασικά: να μπλέξει σε αληθινό καβγά με αίματα, να φιλήσει ένα κορίτσι και να δει τον Ολυμπιακό στη Μάντρα.

 

Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι ο Πειραιάς δεν έμοιαζε με την Αθήνα. Επί Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας αναφέρεται ως Πόρτο Λεόνε και από τους Τούρκους ως Αρσλάν Λιμάν (λιμάνι του λιονταριού, το οποίο μετέφερε ο Μοροζίνι στη Βενετία). Ακόμα και κατά την Επανάσταση, η περιοχή ήταν περίπου ακατοίκητη και η ναυτιλιακή κίνηση περιορισμένη. Οι πρόσφυγες, εσωτερικού και εξωτερικού, κατέφθασαν μετά.

 

Με άλλα λόγια, μόνο πρόσφυγες είχε το λιμάνι και ο Περαίας φτωχολογιά που βρήκε τσίγκο ή κεραμίδι να σκεπάσει το κεφάλι της και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της. Εξού και η αγριότητα και οι τσαμπουκάδες. Ο αδικημένος και φτωχός δεν ανέχεται καμιά αδικία. Παίρνει τον νόμο στα χέρια του γιατί δίκιο δεν βρίσκει.

 

Εκεί, άλλωστε, βρήκαν τρόπο να φωλιάσουν οι μάγκες. «Τα λίκνα της παλιάς μαγκιάς του Πειραιά ήταν τα αμαρτωλά στέκια της Λεύκας, οι τεκέδες της Δραπετσώνας και οι σπηλιές της Πειραϊκής. Στα τρία όρια, δηλαδή, της παλιάς πόλης πριν από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, ανατολικο-δυτικο-νότιο, βρήκαν καταφύγιο οι παραμεθόριοι, οι νταήδες, τα Μεγάλα Μαχαίρια και τα κάθε λογής αλάνια, μακριά από τα βλέμματα των νοικοκυραίων και του μπασκιναριού». Στου Παπαστράτου δουλεύουν πάνω από 3.000 εργάτες και οι εργοδότες έχουν φιλότιμο, πληρώνουν καλά μεροκάματα και νοιάζονται τους ανθρώπους τους. Αυτοί ξεκίνησαν το δώρο εορτών προπολεμικά (μηνιάτικο Χριστουγέννων) και συνέχισαν μετά τον πόλεμο (με μηνιάτικο του Πάσχα). Αυτοί έκαναν πράγματα ανήκουστα. Την πρώτη Παιδική Στέγη στην Αγία-Σοφία, κάθε χρόνο πάντρευαν είκοσι εργάτριες στην αυλή του εργοστασίου, καλύπτοντας όλα τα έξοδα.

 

 

 

Γέννημα-θρέμμα Πειραιώτης, ο συγγραφέας δεν αφήνει ψίχα να πέσει κάτω. Μπορεί να έχει ιδιαίτερη αδυναμία (δηλαδή θαυμασμό) για τους μάγκες, τους Μανιάτες, τους νταϊλήδες, τους μαχαιροβγάλτες, τους νταβάδες, αλλά εκείνο που τον συνεπαίρνει είναι το σκληρό ήθος που δεν λογαριάζει τίποτα, γιατί δεν έχει τίποτε άλλο να περηφανευτεί: αν ενδώσει, χάθηκε. Εξίσου, όμως, με τα αντριλίκια τον συγκινούν και οι ζητιάνοι και οι μαυροφορεμένες που επινοούν δυστυχίες για να κλέψουν κάποιο πορτοφόλι. Κάποια ζητιάνα δείχνει τη φωτογραφία μιας ευτυχισμένης οικογένειας και οδύρεται ότι τους εσφαξαν οι κομμουνιστές, άλλος παριστάνει τον μουγγό και μοιράζει κάρτες που γράφουν ότι του έκοψαν στα «Σεπτεμβριανά» οι Τούρκοι τη γλώσσα. Να μην ξεχνάμε και τον αόμματο που κάποια βόμβα πήρε φως στην Αλβανία και στη θέση των ματιών έχει όντως δυο παγωμένους άσπρους βολβούς (που με ένα σκαμπίλι χωροφυλακίστικο οι κόρες των ματιών του επανέρχονται αυτομάτως). «Όλα μπορείς να τα δεις και να τα κάνεις στον Πειραιά, όλα έκτος από ένα, να κάνεις τον ζόρικο.

 

»Δεν υπήρξε πιο άγρια πόλη για πενήνταεξήντα χρόνια πριν από τον Δεύτερο Πόλεμο. Τα γκανγκστεριλίκια, τα πιστολίδια, τα μπουνίδια και τα μαχαιρώματα που βλέπουμε στις ταινίες, εκείνη την εποχή στον Πειραιά συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Όλοι κουβάλαγαν πιστόλι, αν ήθελαν τη ζωή τους, ακόμα και οι νοικοκυραίοι κοιμόντουσαν με το όπλο κάτω απ’ το μαξιλάρι, και τις νύχτες ξέσπαγαν αληθινές μάχες μεταξύ συμμοριών, νταήδων, λαθρεμπόρων, σωματεμπόρων, ενώ η αστυνομία μέτραγε ανήμπορη κάθε νύχτα “άνω των τριάντα πυροβολισμών ανά πέντε λεπτά”». Στο λιμάνι υπάρχει χρήμα και η θάλασσα ξεβράζει ένα τσούρμο ξένους τυχοδιώκτες, λαθρεμπόρους, γκάνγκστερ, καλλιτέχνιδες, μαφιόζους, διεθνείς απατεώνες, άσπρα, μαύρα, κίτρινα ρεμάλια που η ανθρώπινη ζωή γι’ αυτούς δεν αξίζει σέντσι, γίνονται αχταρμάς με τους ντόπιους, τους μαθαίνουν νέα κόλπα, μπαίνουν στα δικά τους ή αλληλοσκοτώνονται πάνω στις λοβιτούρες».

 

Ο Τσιτσάνης άνοιξε τα μάτια στους μπούφους: «Γιατί ρωτάτε να σας πω, αφού σας είναι πια γνωστό / όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε / πίνουν οι μάγκες αργιλέ».

 

Στη Δραπετσώνα οι τεκέδες ήταν αβέρτα. Με τους πρόσφυγες απλώθηκαν σε Σταθμό, Βούρλα, Χιώτικα, Μπουταίικα, Γκρεμό, Μπαρουτάδικο, Ανάσταση κ.λπ. Ο τεκές του Καπλάνη είχε αναρτημένη απέξω την πιο μοβόρικη σημαία, ένα άσπρο ματωμένο πουκάμισο... Όσο για τα οικεία ήθη, «γυναίκα, πούστης και πρεζάκιας δεν μπαίνουν σε τεκέ». Ο ρεμπέτης, γράφει ο Χαριτόπουλος, δεν ήταν μάγκας. «Μπορεί να ήταν ξηγημένος, γουστόζος, έξω καρδιά, χρυσή παρέα, αλλά, εκτός ορισμένων, στα ζόρικα ήταν κότα, δεν είχε το ειδικό βάρος του μάγκα, τη σοβαρότητα, τη συνέπεια και τα κουράγια. Το ρεμπέτικο σινάφι έφερνε περισσότερο στα αλάνια, στην μποέμικη ζωή, στα σπουργίτια των μεγάλων πόλεων που ζούσαν ελεύθερα με το λίγο, ρεμπεσκέδες, ένα πουτσαρά μπουλούκι ή ρεμπέτ ασκέρι όπως τους αποκαλούσαν περιφρονητικά οι νοικοκυραίοι, μακριά από κοινωνικούς καταναγκασμούς κι ευθύνες, άστατοι, άσωτοι, ευαίσθητοι, ονειροπαρμένοι, σελέμηδες, κάνα μεροκάματο, λίγο αγαπητιλίκι, καμιά ψιλοκλοπή, όχι άγριες καταστάσεις, μικρές ποινές φυλάκισης, απόφευγαν τα μαλώματα και τους καβγάδες, και αυτά που πραγματικά τους ενδιέφεραν ήταν διασκέδαση, μαυράκι και γυναίκες». Το μπουζούκι μεταξύ τους λεγόταν « ζητιανόξυλο»....

 

Η γοητεία του βιβλίου, που παραμένει αμείωτη σε κάθε της πτυχή (το ζήτημα των γυναικών το αφήσαμε στην άκρη για να το χαρεί ο αναγνώστης με τον δικό του τρόπο), και όταν ο οχτάχρονος ανακαλύπτει τα βιβλία, μειώνεται σημαντικά. Ενώ έως εκείνη τη στιγμή ζούσε ένα όνειρο, παρακολουθώντας τα ζοριλίκια των μεγάλων από το προφυλακτικό παραπέτασμα της ηλικίας, τώρα οφείλει να μπει στον χορό. Αρχίζει, μάλιστα, η εκλογή των τίτλων με τη βοήθεια του πρόθυμου βιβλιοπώλη. Στις τελευταίες σελίδες ο αναγνώστης παρακολουθεί το παιδί που βρήκε κι άλλο δρόμο για να πορευτεί, έχοντας συνάμα την εντύπωση ότι τον σεργιάνισαν σ’ έναν κόσμο μυθικών θαυμάτων.

 

Ο Χαριτόπουλος έγραψε μια εκδοχή της βιογραφίας του, ξεναγώντας τον αναγνώστη του σε μια σκληρή πόλη. Αφού η εσωτερικότητα του καθενός μας είναι εσωτερικευμένη εξωτερικότητα, ο βίος μιας πόλης, η ιστορία της, το ποιόν των ανθρώπων της και οι επικρεμάμενοι κίνδυνοι αποτελούν υπερπολύτιμο υλικό για μια πένα που δεν χάνει την ευκαιρία να μεταμορφωθεί σε θαυματοποιό.

 

Γειασάν!