Τον θαύμαζα βαθύτατα και του μιλούσα πάντα στον πληθυντικό, ενώ δεν το ήθελε. Θαύμαζα την ελευθερία του, πόσο αλλιώτικο, δριμύ, ακηδεμόνευτο, ιδιοφυές ήταν το βλέμμα του. Χιούμορ και κατανόηση είχε κάθε του κουβέντα. Υψηλή εννόηση. Χαριτωμένο πνεύμα.
Τον θαύμαζα βαθύτατα και του μιλούσα πάντα στον πληθυντικό, ενώ δεν το ήθελε. Θαύμαζα την ελευθερία του, πόσο αλλιώτικο, δριμύ, ακηδεμόνευτο, ιδιοφυές ήταν το βλέμμα του. Χιούμορ και κατανόηση είχε κάθε του κουβέντα. Υψηλή εννόηση. Χαριτωμένο πνεύμα.

 

Αποφεύγω να μιλώ προσωπικά για τον Μάνο Χατζιδάκι, για να μη φανεί ότι πάω να κλέψω κύρος. Το κάνουν πολλοί. Ακόμα και άνθρωποι που ξέρω ότι δεν τον ήξεραν. Αλλά σήμερα θέλω να το γράψω: ο Χατζιδάκις μού άλλαξε τη ζωή και κυριολεκτικά με έσωσε. Ήταν ο σημαντικότερος άνθρωπος που συνάντησα στη ζωή μου.

 

Δεν εννοώ ότι με έσωσε συναισθηματικά. Αυτό το έχει κάνει για χιλιάδες Έλληνες. Το έχει κάνει για ολόκληρη τη μεταπολεμική Ελλάδα. Εμείς που μεγαλώσαμε στις επαρχίες, όπου υπήρχε απλότητα αλλά όχι λεπτότητα, υπήρχε γνησιότητα αλλά όχι σεβασμός στη φαντασία, υπήρχε ο ρυθμός της ανάγκης αλλά όχι ιδιαίτερη μέριμνα για τις ανάγκες του συναισθήματος ή της νόησης – για εμάς, στην επαρχία, ο Χατζιδάκις ήταν το παρήγορο πνεύμα που μας υπενθύμιζε ότι αυτό που ζούμε δεν ειναι η μόνη πραγματικότητα. Μόνος, σε αυτό το στεγνό περιβάλλον, άκουγα στο ραδιόφωνο τις εκπομπές του Τρίτου – έμαθα όσα ξέρω και ανέπτυξα μετά.

 

Ο Χατζιδάκις έγινε ο τολμηρότερος στοχαστής της εποχής του – ο ουσιωδέστερος για τα ουσιωδέστερα. Και τα έβαλε με το Τέρας καθεαυτό, την ώρα που οι διανοούμενοι ασχολούνταν με το άνθος του λωτού

 

Εννοώ ότι με έσωσε κυριολεκτικά. Τον συνάντησα πρώτη φορά στα 24 μου χρόνια. Κουτσοέγραφα τότε σε ένα περιοδικό που ασχολιόταν με μια εν πολλοίς άγνωστη έννοια: τη Νέα Οικολογία. Ήταν οπαδός. Με δέχτηκε στο μικροσκοπικό σπίτι που είχε τότε, στην οδό Φωκιανού. Του άρεσε αυτό που έγραψα. Του άρεσαν τρεις ξυραφιές  τους κροτάφους μου (τάχα μου πανκ!). Νομίζω, διασκέδαζε με τον γενικό θυμό που με διακατείχε. Και κράτησε το τηλέφωνό μου.

 

Ζούσα τότε την ηλικία μου, χωρίς να ξέρω πού θα με βγάλει. Και ψηνόμουν από γρίπη ένα απόγευμα που μου τηλεφώνησε ο Χατζιδάκις να μου πει ότι πρόκειται να βγάλει ένα περιοδικό κι αν θέλω να πάω να δουλέψω μαζί του, να κάνω συνεντεύξεις. Ήμουν όρθιος πάνω στο κρεβάτι και του μιλούσα. Αυτό ήταν το πιο άγριο όνειρό μου. Και μου προσφερόταν στο πιάτο. Ο Χατζιδάκις ήξερε τους πάντες από τη δημοσιογραφική ελίτ του καιρού, αλλά διάλεγε ένα άβγαλτο μειράκιο για το πρώτο του έντυπο. Έμεινα άυπνος όλο το βράδυ.

 

Και μετά όλα άλλαξαν. Όχι γιατί μου έδωσε την ευκαιρία. Αλλά γιατί έτυχε να τον ζήσω έναν χρόνο από κοντά (κι αργότερα ως σεβάσμιο φίλο). Να γνωρίσω τον κόσμο του, τις αναφορές του, τις βάσεις της παιδείας του που αχνά είχαν εντυπωθεί μέσα μου από τα χρόνια του Τρίτου. Του άρεσε να είναι «δάσκαλος» κι εγώ, που ποτέ δεν είχα κάποιον να μου μάθει τι είναι πρώτο και τι δεύτερο, μάζευα ό,τι έπεφτε στο πάτωμα. Αποδελτίωνα κάθε όνομα που έλεγε, κάθε καλλιτέχνη – και τον έψαχνα μετά (τότε δεν υπήρχε το ίντερνετ!). Του άρεσε να εξηγεί, να ερμηνεύει –από τη μελαγχολία των φάδος μέχρι τον ζόφο της «Αυριανής»– με την «απλή, αφτιασίδωτη γλώσσα των Δοκιμών του Σεφέρη». Μάλλον αποστρεφόταν την επιδεικτική νοηματική κράμπα της γαλλικής σχολής που ήταν τότε της μόδας με τα ήξεις αφήξεις (αν και εκτιμούσε τη Ναταλί Σαρότ), αλλά έβρισκε ερεθιστική την αντιπαράθεση με τους «κουλτουριάρηδες». Του άρεσε να ξημερώνεται στο Πάρτυ, στο σπίτι του, συζητώντας.

 

Τον θαύμαζα βαθύτατα και του μιλούσα πάντα στον πληθυντικό, ενώ δεν το ήθελε. Θαύμαζα την ελευθερία του, πόσο αλλιώτικο, δριμύ, ακηδεμόνευτο, ιδιοφυές ήταν το βλέμμα του. Χιούμορ και κατανόηση είχε κάθε του κουβέντα. Υψηλή εννόηση. Χαριτωμένο πνεύμα. Μέχρι που ο υπόκοσμος της «Αυριανής» πήρε κεφάλι και το «Κλικ» εμφύσησε αυτοπεποίθηση στα χαμηλά ένστικτα των Νεοελλήνων – εσωτερικοί μετανάστες που ζήταγαν εκδίκηση από τις κομμένες ρίζες τους οι περισσότεροι. Εκεί, ο Χατζιδάκις έγινε ο τολμηρότερος στοχαστής της εποχής του – ο ουσιωδέστερος για τα ουσιωδέστερα. Και τα έβαλε με το Τέρας καθεαυτό, την ώρα που οι διανοούμενοι ασχολούνταν με το άνθος του λωτού. Τότε η «Αυριανή», σχεδόν επίσημο όργανο της κυβέρνησης, έγραφε ότι πρέπει όλοι στο Τέταρτο να κάνουμε εξετάσεις για AIDS, διότι η "Μανού" μολύνει τα παιδιά των Ελλήνων – και έδινε έναν αριθμό τηλεφώνου για να πάρει όποιος θέλει να καταγγείλει τις πομπές του κίναιδου.

 

Τώρα, που έχει φανεί ποιος ήταν ο επικίνδυνος, εμετικός φασίστας, και ποιος ο ποιητής, ίσως φαίνεται εύκολη η λύση της εξίσωσης. Όμως, τότε, δεν ήταν. Η «Αυριανή» του κυρίου Κουρή (με τον οποίο ο Νίκος Χατζηνικολάου κάνει τώρα μπίζνες)  πούλαγε 350.000 φύλλα καθημερινά, το ΠΑΣΟΚ την είχε ευαγγέλιο, το σάπιο πανελλήνιο που σήμερα κλαίει στα πατώματα μετανιωμένο τότε χειροκροτούσε πρασινοφρουρούς, έμπαινε με τις λασπωμένες γαλότσες στα σαλόνια των αστών να πάρει εκδίκηση, χαχάνιζε με τα αισχρά, σκατολογικά στιχάκια του Μάνου Χάρη, φρικιούσε δήθεν, σουρωμένο μεταξύ διπλοπενιάς, παρτούζας και Μπαλαντάινς, με τα όργια στη βίλα του Ιόλα, ζητούσε αφρισμένο διορισμούς, αργομισθίες και επιδόματα, τα σκάνδαλα πολλαπλασιάζονταν, η κοινωνία αρρώσταινε (έτσι ακριβώς όπως έχει ξαναρρωστήσει σήμερα) και δήλωνε κουλ γι’ αυτό. Ο Χατζιδάκις σε ορισμένους φαινόταν ένα εμμονικό, ένδοξο απομεινάρι.

 

Και ήταν. Είναι. Είναι ένα από τα ευγενέστερα πρόσωπα που έβγαλε η Ελλάδα, μεταπολεμικά. Το πρωί που ξυριζόμουν για να ‘ρθω στη δουλειά, το ραδιόφωνο έπαιζε μια μουσική του και μ’ έπιασαν τα κλάματα. Πάντα πενθούμε τις μεγάλες απουσίες χρόνια μετά, σε μια ανύποπτη στιγμή. Σήμερα, συνειδητοποίησα το μέγεθος της ευεργεσίας που ήταν αυτός ο άνθρωπος στη ζωή μου. Μόνο δωρεά. Μόνο ομορφιά. Μόνο γενναιοδωρία. Και πράγματι ένιωσα ότι μου λείπει πολύ. Όσο ποτέ άλλοτε.

 

Τίποτα δεν γεμίζει το κενό του.