H επιστροφή ενός ανεπιθύμητου ήρωα

H επιστροφή ενός ανεπιθύμητου ήρωα Facebook Twitter
0

Ο Εξώστης ακολουθεί πιστότατα τη συνταγή του χαμένου «αριστουργήματος»:«Τέλος», γράφει ο τυχερός που ανακάλυψε στο υπόγειο κάποιου βιβλιοπωλείου τα χειρόγραφα που δημοσιεύει, «σημειώνω ότι μάταια προσπάθησα, χρόνια τώρα, ερχόμενος σε επαφή με κάποια αποικιακή Αρχή και με μια άλλη της βορινής Ευρώπης, μήπως ανακαλύψω το πραγματικό όνομα του συγγραφέα. Κατά τα φαινόμενα, θα μείνει για πάντα άγνωστος».

Γεννημένος το 1926 στη Γαστούνη, ο Νίκος Καχτίτσης πέρασε τα γνωστά βάσανα επί Κατοχής, επιστρατεύσεως και Εμφυλίου. Αν κρίνουμε από την αλληλογραφία του και τους ντόπιους ανθρώπους των γραμμάτων που συναναστράφηκε, το εξωτερικό (Αφρική - Μόντρεαλ) θα πρέπει να του έκανε πολύ καλό, καθώς απελευθερώθηκε από τον αποπνικτικό μικροαστισμό των φιλόδοξων διανοουμένων. Δεν γίνεται να μένεις στη Γαστούνη ή στην Ανδραβίδα και να αναμένεις από τον εαυτό σου συνταρακτικές επιτυχίες. Αντίθετα, η μετακίνηση, όσο μικρή κι αν είναι, μπορεί να μην προκαλεί σεισμούς, κατορθώνει όμως να ανανεώσει επί τα βελτίω την όποια δημιουργικότητα του γραφιά που θέλει ντε και καλά να γίνει δημιουργός, διάσημος, με έναν λόγο να δει με άλλο μάτι τον εαυτό του.

Διόλου τυχαίο, λοιπόν, ότι ο Καχτίτσης εκλέγει ως διάκοσμο του δράματος που περιβάλλει τον Στοππάκιο Παπένγκους (δωσίλογο κατά την πολιορκία της Γάνδης) όχι την Ηλεία, βέβαια, αλλά την Αφρική. Στην ξενιτιά είναι όλα διαφορετικά, όλα νέα στο μάτι, όλα εκμεταλλεύσιμα για τη γραφή. Μπορεί ο αφηγητής -που είναι και πρωταγωνιστής του δράματος- να αλληθωρίζει επικίνδυνα προς τον Ντοστογιέφσκι, τον Κάφκα ή όποιον άλλο συγγενή. Δικαιολογίες υπάρχουν, όπως η καχτιτσική: « Ήμουνα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα...». Και ποιος δεν ήταν, άλλωστε. Ωστόσο, το βιβλίο του Καχτίτση έχει δική του ανάσα, κινείται με δικό του διαβατήριο και κυρίως εξαντλεί με δεξιοτεχνία τον ανεπιθύμητο ήρωα, που όχι μόνο εσωτερικεύει την έξωθεν καταδίωξη αλλά κάνει τη μανία καταδιώξεως και την αυτοτιμωρία καθημερινό του δηλητήριο. Κυριολεκτικά, έχει πάρει πικρό διαζύγιο από τον εαυτό του.

σΗ αποξένωση, ακόμα και από το ίδιο του το σώμα, είναι εγκατεστημένη στο θυμικό του. Η σκηνή με το «τσαχαλάκι», σαν τρίχα ή σαν τα πόδια κάποιας αράχνης που τον περπατάει πίσω από τα αυτιά του, είναι εύστοχη διότι δεν περιορίζεται σε κάποια διαβατική παραίσθηση αλλά συνάμα και διωκτική, καθώς τον κάνει να νιώσει συγκρατημένα χάχανα αόρατων ακροατών. Άλλωστε, δεν ήταν μόνο χλιαρή ανάσα αλλά του προξένησε την επίμονη ιδέα ότι προερχόταναπό κάποιον βαριά άρρωστο και πιθανώς πεθαμένο. Τυχαία, μήπως, αυτογελοιογραφείται ο Καχτίτσης; «Ας ήμουνα συγγραφέας για να περιγράψω την κατάστασή μου...».

Προφανώς, αυτή η φιγούρα του μοναξιασμένου και αταίριαστου που μονάζει διακριτικά σε μια κόγχη της Αφρικής δεν είναι πλασματική.

Ο ήρωας κρατάει ημερολόγιο, άρα έχει κάποιον διάλογο με τον εαυτό του, κατέχει κάποιες καταθέσεις, συναγελάζεται με ευυπόληπτους ανθρώπους, εντούτοις, παρά τα φαινόμενα, μέσα του έχει ναυαγήσει, πιθανότατα μόνο το ημερολόγιό του είναι σε θέση να τον καταλάβει:

«Ξέρω ότι θα με περάσει για τρελό αυτός που θα διαβάσει τις γραμμές αυτές. Αλλά τι μ’ ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος, όταν εγώ θα έχω γίνει στάχτη; Θα κάνω κι άλλες αποκαλύψεις, γιατί δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα. Για ν’ αποδείξω ότι έχω επίγνωση πως δεν είμαι στα καλά μου, προσθέτω ότι αυτά που λέω τώρα δεν συμβιβάζονται με αυτά που είπα παραπάνω για τον θάνατο που με περιμένει. Το ξέρω, το ξέρω...

Αλλά το τονίζω: τίποτα πια δεν έχει για μένα σημασία». Μπορεί να αυτοκτονεί μόνο με λέξεις, αλλά έχει την τρομερή υποψία ότι για όλα φταίει αυτός...

Στο ξενοδοχείο όπου μένει νιώθει ότι παρακολουθείται, ότι του στήνουν γελοίες παγίδες, ότι τον αποστρέφονται, ακόμη και ο Πίτερ, στον οποίο έχει δώσει το δικαίωμα να κοιμάται σε ένα από τα δωμάτιά του, τον αποστρέφεται. Τι είναι αυτός ο άνθρωπος-σκιά, αν όχι ένα σκέλεθρο που δεν αποσκοπεί στο να κερδίσει ή να χάσει κάτι; Γρήγορα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η παθητικότητα του κεντρικού προσώπου δεν ευνοεί την αφήγηση, παρεκτός αν ο αφηγητής αποταθεί σε τρίτα πρόσωπα. Προφανώς, ο συνταγματάρχης είναι εκμεταλλεύσιμο πρόσωπο, μόνο που η σκηνή με το λιοντάρι που διηγείται στον Στοππάκιο ξεφεύγει λίγο (τι λίγο...) από το κλίμα που έχει δημιουργήσει ο Καχτίτσης. Εδώ πλέον έχουμε παρωδία και κωμωδία, αλλά διόλου κλίμα παραλόγου και αυτοκαταστροφής της γλώσσας.

Για να ξαναβρούμε το κλίμα της αρχής, θα πρέπει να κάνουμε μεγάλο άλμα (πολλών σελίδων) και να ξαναβρούμε τον καθημαγμένο ήρωα να ακούει πλέον ψίθυρους, ρόγχους άναρθρους, που στερούνται νοήματος. Αυτά τα χρα, χρουχ, χρε, χρεχ, γρεχ, φρεχ, βρεχ, προδίδουν πλέον έναν άρρωστο άνθρωπο που ακούει φωνές. Όταν κυκλοφορεί στους διαδρόμους του ξενοδοχείου περπατάει σαν τον κάβουρα, μονόπαντα, για να μη βρεθεί κανείς πίσω του. Με μια έξοχη επίνοια ο Καχτίτσης βάζει τον ήρωά του να λέει ότι ακούει πλέον με τα μάτια, ότι τα μάτια του έχουν αποκτήσει αφή...

«Δεν έχω τίποτα πια να ελπίζω. Θα εφαρμόσω την πρωτότυπη τιμωρία που έχω σκεφτεί εδώ και μήνες. Θα διώξω τους υπηρέτες μου, για να μην έχω βοήθεια από κανέναν, και προπαντός τον κηπουρό - αυτόν από τους πρώτους. Αν και είναι χρόνια τώρα που έχει αφήσει τα κηπάρια παραμελημένα. Θα τρώω από τα αποθέματα που μου απομένουν, χωρίς να βγαίνω πλέον έξω.

Ούτε και στα κρινάκια θα πηγαίνω. Θ’ αφήσω τη χλωρίδα γύρω από την έπαυλή μου να με πνίξει από όλα τα σημεία. Μεγαλώνουν εύκολα εδώ. Δεν τους δίνω διορία παραπάνω από κάνα μήνα. Μέχρι να μεγαλώσουν όλα εντελώς, σε σημείο που να με καταδικάσουν μια μέρα σε ασφυξία και να μην μπορώ να δραπετεύσω, θα έχουν τελειώσει και τα τρόφιμα. Το πολύ πολύ να φυτοζωώ με καμια μπανάνα. Εν τω μεταξύ, θα έχω εξαντληθεί για τα καλά στο σώμα από την πείνα (αφού και τώρα ακόμα σπάνια τρώω) και στην ψυχή από τις τύψεις. Έτσι θα τελειώσω. Το κυριότερο είναι ότι θα αποφύγω τον ενταφιασμό στο απαίσιο εκείνο νεκροταφείο, παράλληλα με άλλους».

 

Η αυτοπεριφρόνηση του αφηγητή τα μύρια όσα τεχνάσματα σοφίζεται για να υποβιβάσει τον εαυτό του και την οιαδήποτε ικμάδα ελπίδας, οι τρόποι που επινοεί για να «ξεφορτωθεί» (ματαίως) το κουφάρι του είναι αμιγώς λογοτεχνικά κατορθώματα, που δίνονται μάλιστα με πηγαία εφευρετικότητα. Προς το τέλος, σκέφτεται τη ζούγκλα αλλά και την Αμερική. «Λέω να πάω στην Αμερική και να χαθώ στην πολυκοσμία, στο χάος των γκρίζων δρόμων. Εκεί αποκλείεται να με αναγνωρίσει άνθρωπος. Θα μένω στο διαμέρισμα, ψηλά, σε κανέναν ουρανοξύστη, απ’ όπου τους ανθρώπους θα τους βλέπω σαν κόκκους σκόνη. Αυτό, τώρα μου ήρθε. Καλό κι αυτό...».

Εύκολα θα συμπεραίναμε ότι η ψυχόρμητη διάθεση του Καχτίτση είναι μια μέθοδος αυτουπονόμευσης, μια ενοχοποιητική πραγματεία που το παραμικρό το διογκώνει για να καταλήξει -ενώπιον δικαστηρίου, θα λέγαμε- σε συντριβή και δικαιολογημένη καταδίκη. Η φροντίδα των εκδόσεων Κίχλη δικαιολογεί τον υπότιτλο «νέα έκδοση». Το βιβλίο είναι κόσμημα, τόσο όμορφο που θα έκανε ακόμα και τον συγγραφέα να σηκωθεί από τον τάφο του.

Ειδικά τα σχόλια στο Επίμετρο είναι εύστοχα, απαραίτητα, οι επιστολές αποκαλυπτικές, τα πρόσωπα που φρόντισαν το κείμενο -με κορυφαίο τον Γονατά- προσφέρουν αποκαλυπτικές λεπτομέρειες για ένα βιβλίο που έχει δικό του δρόμο στην ντόπια παραγωγή. Στο κείμενό του ο Γιάννης Δημητρακάκης ξεχωρίζει τις δύο πιο καίριες φράσεις του αφηγητή: «Ο φακός του ματιού του μυαλού μου υποχωρεί, προχωρεί, σαν το τηλεσκόπιο που πάει να επιτύχει καθαρή εικόνα, και τα γεγονότα τα βλέπω να είναι κάτω από τον απόλυτο έλεγχό μου...». Στο άλλο άκρο τώρα, ο κακοφορμισμένος παρατηρητής φθέγγεται ανάποδα: «Το φως που έπεφτε από τον ουρανό έδινε σ’ όλα τα πράγματα ένα χρώμα εχθρικό. Πώς να το πω - σαν να έριχναν έναν προβολέα πάνω μου και να με περιεργάζονταν, με υποψία, ολόκληρος ο κόσμος».

 

Γράφοντας για τον Ντοστογιέφσκι στον Γονατά, ο Καχτίτσης λέει τα εξής νόστιμα: «Ονομάζετε τον Ντοστογιέφσκι οργανωμένο εχθρό του ύφους. Δεν θα είναι υπερβολή αν σας πω ότι για μένα το ύφος του Ντοστογιέφσκι είναι η πεμπτουσία του ύφους. Πολλές φορές κάνω ακόμα και χοντρά συντακτικά λάθη στην προσπάθειά μου να μιμηθώ την πραγματικότητα: όταν είδε ότι τον είδα που με είδε...».

Το 1944 συλλαμβάνεται και κρατείται από τα Τάγματα Ασφαλείας, επειδή διατηρούσε αλληλογραφία με τον Λ. Μπαζό, ενταγμένο στην ΕΠΟΝ. Γράφει ο Καχτίτσης: «[...] το ’44 με είχαν συλλάβει τα Τάγματα Ασφαλείας και δεν εβασανίστηκα από τον Κουρκουλάκο, που είναι σήμερα κυβερνήτης της Αγροτικής Τράπεζας, διορισμένος από τη Χούντα [...]. Το θέμα της σύλληψής μου από τα Τάγματα Ασφαλείας δεν ήταν καθόλου μικρό - μου προξένησε ανεπανόρθωτο τραύμα, με μια επιπλοκή κατά την περίοδο 1950-1952, οπότε, στην Αθήνα ευρισκόμενος, κόντεψα να πάω στο Φρενοκομείο, πάσχοντας από οξύτατο σύμπλεγμα καταδιώξεως [...]».

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ