• Μένω στη Νέα Φιλαδέλφεια απ’ όταν ακόμα υπήρχε ακόμη το γήπεδο, το σπίτι μου είναι λίγο πιο πέρα.  Όταν γυρίζω από το κέντρο, περνάω την είσοδο του άλσους και χώνομαι στην ησυχία της παλιάς γειτονιάς. Κάτω απ’ το σπίτι περνάνε πωλητές που πουλάνε καστανόχωμα και κουμαρόχωμα, παλιατζήδες και ακορντεονίστες. Όταν έρχεται Πρωτομαγιά, κατά μήκος του άλσους στήνονται για τρεις μέρες πάγκοι με βραχιόλια, υφάσματα, κατσαρόλες, κουτιά με σαπουνόφουσκες, ο αέρας μυρίζει τσίκνα και ποπ κορν. Η λίμνη του άλσους παλιά είχε άσπρες, καφέ και γκρίζες πάπιες, τώρα τα νερά είναι διάφανα γαλάζια, υπάρχουν γεφυρούλα και ανεμόμυλος και φωτισμένα σιντριβάνια.
  • Χαρακτηριστικό της γειτονιάς μου είναι αναμφίβολα τα Προσφυγικά. Μονόπατα ή δίπατα περιποιημένα σπιτάκια, μέσα σε αυλές πνιγμένες στις γλάστρες με τριανταφυλλιές και γεράνια. Οι γιαγιάδες δροσίζουν τις πλάκες με το λάστιχο και από τα στενά ξεπετάγονται πιτσιρίκια με μπάλες. Τα μεσημέρια μυρίζει σάλτσα ντομάτας με κρεμμυδάκι στην κατσαρόλα, άνθρωποι ήσυχα καθισμένοι στις αυλές, χρωματιστές κουρτίνες στα παιδικά δωμάτια που βλέπουν στα πεζοδρομημένα δρομάκια που περνούσα κάθε πρωί για να πάω στο σχολείο.
  • Όταν δεν είμαι στα ίσια μου, ανηφορίζω προς το άλσος, κάνω πρώτα ένα γύρω τη λίμνη με τον ανεμόμυλο, περνάω από τα τσιμεντένια τραπεζάκια όπου οι παππούδες παίζουν τόμπολα, κάνω στην άκρη να περάσουν τα ποδήλατα με τις βοηθητικές ρόδες και μετά παίρνω το μονοπάτι με τις δύο λωρίδες και τα ψηλά δέντρα, προσπερνώ τον παλιό ζωολογικό κήπο και καταλήγω στις κούνιες, ίσα να λικνιστώ και να ισιώσω πάλι.
  • Ο φούρνος της Φλώρας είναι ο αγαπημένος μου. Θα πάρεις μηλόπιτα, κρουασανάκια με σοκολάτα, στρογγυλό, παχουλό κουλούρι Θεσσαλονίκης, ψωμί από αυτό με το σουσάμι και γάλα τυλιγμένο σε χαρτί, να μην κολλάει το σουσάμι επάνω. Παραδίπλα, μετά το πεζοδρόμιο με τις νεραντζιές, είναι το μανάβικο όπου η κυριούλα παλιά έβαζε ανάμεσα στα μήλα και τα πορτοκάλια μια χούφτα σταφίδες. Το καλοκαίρι ο αέρας αρχίζει να μυρίζει χοιρινό με γλυκόξινη σάλτσα, τηγανητό ρύζι και κινέζικα ψωμάκια, οπότε περνάς μια βόλτα από το Σινικό Τείχος στη γωνία και τ’ αραδιάζεις στο τραπέζι της ταράτσας, με τα φωτάκια από τα γύρω σπίτια αναμμένα.
  • Μια μέρα, ένας από τους χιλιάδες πλανόδιους που περνούν κάτω από το σπίτι, ένας αρχοντόγυφτος με χρυσά δόντια, ανέβηκε στην ταράτσα για να μας ξαλαφρώσει από το παλιό πλυντήριο και επί μία ώρα μας εξηγούσε το σχέδιο, που ήταν το εξής: σηκώνουμε πλυντήριο, πετάμε από την ταράτσα πλυντήριο, πλυντήριο προσγειώνεται στο Ντάτσουν. Λίγο η γειτονιά που βγήκε στα μπαλκόνια, λίγο η μαμά που άσπρισε, τελικά το πλυντήριο κατέβηκε απ’ τη σκάλα.
  • Ένας απ’ τους ιδιαίτερους ανθρώπους της γειτονιάς ήταν η γιαγιά Φιλιώ, η οποία γεννήθηκε το 1899 στα Βουρλά της Μικράς Ασίας κι έφτασε εδώ με τον μεγάλο διωγμό, στο φύτρωμα της Νέας Φιλαδέλφειας. Έζησε έως τα 108 της χρόνια στα Προσφυγικά, μαζεύοντας κομμάτι κομμάτι κειμήλια από την Καταστροφή. Περιτριγυρισμένη κατηφέδες, η γιαγιά Φιλιώ έφερε τον νόστο σε μια μικρή γειτονιά της Αθήνας και τον κράτησε ζωντανό μέσα από γάμους, βαφτίσια, κηδείες και σεισμούς, έως τα βαθιά γεράματα.
  • Αν μπορούσα ν’ αλλάξω κάτι, θα γκρέμιζα τη βιοτεχνία ρούχων που ορθώθηκε απέναντι απ’ το σπίτι μου όταν τελείωνα το δημοτικό. Πριν χτιστεί το ψηλό, ορθογώνιο κτίριο, ήταν ένα οικόπεδο με χαμομήλια άναρχα φυτρωμένα εδώ κι εκεί, τα οποία έβγαλαν πρωτομαγιές και γιορτές της μητέρας κι ένα πρωί εξαφανίστηκαν στα μπάζα.