ΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ , ειδικά όταν πλησιάζουν το αριστούργημα, ενέχουν κάτι από προφητεία, μαγεία και θεϊκό κατάλοιπο που κυριεύει την καρδιά του αναγνώστη. Ο Μαλαρμέ μιλούσε για τη μεγάλη τέχνη των δασκάλων που απελπίζει τους νέους ποιητές, καθώς τα έργα της αφήνουν την εντύπωση ότι δεν γράφτηκαν από άνθρωπο -σαν κι εμάς-, παρά από μια φλέβα που υπερβαίνει την ανθρώπινη ικανότητα. Ως εκ τούτου, ο βιβλιόφιλος, που εν δυνάμει κρύβει μέσα του κάτι από συγγραφέα, έχει μεγάλη ανάγκη για τα μυστικά του δημιουργού, τη γνώση της βιογραφίας του, τις μυστικές πτυχές της ζωής του. Κάθε αναγνώστης είναι υποψήφιος για μια πνευματική εμπειρία που τον υπερβαίνει. Διόλου περίεργο, λοιπόν, ότι ξεψαχνίζει βιογραφίες, επιστολές, διαβάσματα -και συνεντεύξεις, όπως εν προκειμένω- για ν’ ανακαλύψει το απόκρυφο και το αμετάδοτο.

Η συνέντευξη (τυχαία συνάντηση σημαίνει η λέξη που αποδίδει το αγγλικό πρες-κόνφερανς) είναι από τις εκδηλώσεις που κινούν το ενδιαφέρον, διότι βρίσκονται εκτός βιβλίου. Δεν μιλάει η ίδια η τέχνη στον άνθρωπο που ρωτάει, παρά o συγγραφέας με όλο το σαρκίο του και το καθημερινό του αίσθημα. Με άλλα λόγια το ρωτάω-απαντάω θυμίζει έντονα καθημερινή ζωή, σκέψεις τρέχοντος βεληνεκούς, αμεσότητα και πιθανώς μετριοφροσύνη. Ο Τζέιμς Μ. Κέιν, συγγραφέας του

Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές, που είχε γοητεύσει τον Καμύ, μιλάει για μια «άλγεβρα της πραγματικής ζωής», με πραγματικούς ανθρώπους που μιλάνε την πραγματική γλώσσα της καθημερινότητας. Γι’ αυτό απεχθάνεται τις αηδίες περί «δημιουργικής γραφής». «Μας έχουν φλομώσει τα πανεπιστήμια! Οι ακαδημαϊκοί δεν ξέρουν ότι το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις για κάποιον που θέλει να γράψει είναι να του αγοράσεις μια γραφομηχανή...».

Οι συνεντεύξεις που περιλαμβάνει ο τόμος είναι επτά (Πάουντ, Χένρι Μίλερ, Μπάροουζ, Ντόροθυ Πάρκερ, Κερτ Βόνεγκατ, Κέιν και Ρόμπερτ Λόουελ), αλλά εν προκειμένω ανθολογήσαμε σκέψεις και ιδέες μόνο απ’ τους συγγραφείς που είναι κατά τεκμήριο γνωστοί και μεταφρασμένοι στην ελληνική. Αρχίζουμε, λοιπόν, με τον Πάουντ, που, μιλώντας για τα Κάντος, ομολογεί ότι του έλειπε η μορφή που θα μπορούσε να χωρέσει το απαραίτητο υλικό. Ήθελε έναν βολικό, μικρό, οδικό χάρτη, όπως εκείνος του Παραδείσου που κατείχαν κατά τον Μεσαίωνα! Όσο για το ίδιο το υλικό, δεν αποδίδει πάντα. «Αν η πέτρα δεν είναι αρκετά σκληρή ώστε να διατηρήσει τη μορφή, τότε πρέπει να φύγει».

Ο μεγαλύτερος έπαινος που ξεστομίζει αφορά τον Ντίσνεϊ. «Το ήθος που επιδεικνύει στην ταινία Πέρι (του ‘57), με πρωταγωνιστή έναν θηλυκό σκίουρο, όπου επιβραβεύονται οι αξίες του θάρρους και της τρυφερότητας, προδίδει πραγματική ιδιοφυΐα. Παρόμοια συσχέτιση με τη φύση είχαμε να δούμε από την εποχή του Αλέξανδρου του Μέγα. Ο Αλέξανδρος έδινε εντολές στους ψαράδες ν’ αναφέρουν στον Αριστοτέλη οτιδήποτε ενδιαφέρον έβρισκαν, κάτι συγκεκριμένο σχετικά με τα ψάρια. Έτσι, η ιχθυολογία έφτασε στο επιστημονικό σημείο όπου παρέμεινε για δύο χιλιάδες χρόνια». Ο Πάουντ πίστευε ότι κανείς δεν μπορούσε να διαβάσει τα πάντα και παραδεχόταν ότι δεν έχει και στην πλάτη μάτια!

Θυμόταν, όμως, ότι ο Φορστ το 1912 είχε ανακαλύψει μια φράση διαμάντι: «Περίληψη προσευχής - Θεέ, πρόσεξέ με». Αυτή ακριβώς είναι η προσέγγιση των νεαρών συγγραφέων... Όσο για το τι πρέπει να κάνουν οι νεαροί συγγραφείς, είναι σαφές: να βελτιώσουν την περιέργειά τους και να μην προσποιούνται...

Ο Πάουντ ήταν γραμματέας του Γέιτς (όπως ο Μπέκετ του Τζόυς). Όταν ο Χολ τον ρωτάει για τα καθήκοντά του, ο «εκφωνητής του Μουσολίνι» είναι σαφέστατος: «Κυρίως έπρεπε να του διαβάζω μεγαλόφωνα και να λογοφέρνουμε. Στους Ιρλανδούς αρέσουν οι αντιπαραθέσεις.  Προσπάθησε, λοιπόν, να μάθει ξιφασκία στα 45 του. Χτυπιόταν δεξιά-αριστερά με το σπαθί στο χέρι σαν φάλαινα. Μερικές φορές έδινε την εντύπωση ότι ήταν πιο ανόητος από μένα». Τον βοήθησε κανείς στη δουλειά του; Μόνο ο Φόρντι που κυλιόταν στο πάτωμα δίχως ιχνός ευπρέπειας και κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια, μάλιστα μια φορά βόγκηξε κιόλας...».

 

Ποια ήταν τα πρώτα σας βήματα ως ποιητής;

Ο παππούς μου, από τη μια πλευρά, συνήθιζε ν' αληλλογραφεί με τον πρόεδρο της τοπικής τράπεζας με τη μορφή στιχουργίας. Η γιαγιά μου, από την άλλη πλευρά, και τ’ αδέλφια της χρησιμοποιούσαν στίχους στα γράμματα που αντάλλασσαν μεταξύ τους. Θεωρούνταν δεδομένο ότι ο καθένας μπορούσε να γράψει στίχους.

Να κι ένα απόφθεγμα χρήσιμο για όλους μας: «Δεν με ενδιέφεραν ούτε στο ελάχιστο τα ελαττώματα των φίλων μου, αλλά η ευφυΐα τους!».

Είναι γνωστό ότι ο Πάουντ κατέγινε με τη νομισματοκοπία και την τοκογλυφία. Στους επισκέπτες που πήγαιναν εκείνα τα χρόνια για να δουν την τήξη ευγενών μετάλλων, πρόσφεραν ενα μεγάλο σακούλι χρυσάφι υπό τον όρο ότι θα το έπαιρνες μαζί σου, αν κατάφερνες να το σηκώσεις - πράγμα αδύνατον. Δεν παραλείπει, πάντως, να περιγράψει τη σκηνή που μισόγυμνοι εργάτες φτυάριζαν τα νομίσματα σαν σκουπίδια για να τα ρίξουν στα χωνευτήρια...

«Γράφω», λέγει ο Πάουντ, «για ν’ αντισταθώ στην άποψη ότι η Ευρώπη και ο πολιτισμός πάνε κατά διαβόλου. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οφείλει να επιβιώσει. Αναμφίβολα, πάντως, η Ευρώπη είναι σοκ. Έχει εν μέρει να κάνει μάλλον με το σοκ που σου προκαλεί η αίσθηση ότι δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο. Έπειτα, είναι και η έλλειψη κατανόησης, η έλλειψη κατανόησης της Ευρώπης σχετικά με την οργανική Αμερική. Υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα που εγώ, ως Αμερικανός, δεν μπορώ να πω σ’ έναν Ευρωπαίο, γιατί δεν έχω την παραμικρή ελπίδα ότι θα με καταλάβει. Κάποιος είπε οτι είμαι ο τελευταίος Αμερικανός που ζει την τραγωδία της Ευρώπης».

 

ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ με τον Έζρα Πάουντ, που έφερε πάνω του κάτι το μυστικιστικό, ο Χένρι Μίλερ -που οι εχθροί του τον κατατάσσουν στους πορνογράφους- ήταν μάλλον μπρούτος και άμεσος, χωρίς τους πειρασμούς της μεγαλοφυΐας και την πλαστή βαθύτητα της φιλολογικής ενασχόλησης. Άρα, έχουμε έναν συγγραφέα πιο καθημερινό, πιο αγοραίο, που τον χαρακτήριζε επίσης κάτι το «νεοελληνικό» θα λέγαμε, καθότι έγραψε για τους Νεοέλληνες και δη για τον «Κολοσσό του Μαρουσιού», ήτοι τον Κατσίμπαλη. Άλλωστε, ο Γουίκς, που του θέτει τις ερωτήσεις, τον περιγράφει σαν λαϊκό ήρωα: ήταν πλάνης κι εξόριστος, λιμασμένος μποέμ, παιδί του Μπρούκλιν που πήγε στο Παρίσι όταν όλοι οι άλλοι επέστρεφαν στην πατρίδα. Ήταν, άλλωστε, και «παριζιάνος» που έγραψε τον Τροπικό του Καρκίνου στην παρισινή του δεκαετία του 1930.


Σε ένα από τα βιβλία σας μιλάτε για την «υπαγόρευση», για το γεγονός ότι νιώθετε σχεδόν να σας κατευθύνει μια αόρατη δύναμη, καθώς το υλικό ξεχύνεται από μέσα σας. Πώς ακριβώς συμβαίνει αυτή η διαδικασία;

Ναι, αυτή η υπαγόρευση συμβαίνει μόνο σε σπάνια διαλείμματα. Κάποιος άλλος παίρνει τον έλεγχο κι εσύ το μόνο που κάνεις είναι να βάζεις στο χαρτί αυτά που ακούς. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώθηκε πιο έντονα στη δουλειά μου για τον Ντ.Χ. Λόρενς, μια δουλειά που δεν τελείωσα, κι αυτό γιατί έπρεπε να σκεφτώ πολύ. Βλέπετε, πιστεύω πως είναι κακό να σκέφτεσαι. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να σκέφτεται πολύ. Δεν είμαι πολύ καλός στο να σκέφτομαι. Δουλεύω με αυτό που βγαίνει από κάπου βαθιά μέσα μου και όταν γράφω, λοιπόν, δεν ξέρω τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί. Ξέρω για ποιο πράγμα θέλω να γράψω, αλλά δεν με απασχολεί ιδιαίτερα το πώς θα το πω».

Μια απ’ τις πιο ειλικρινείς στιγμές του Μίλερ είναι εκείνη όπου ομολογεί ότι έπρεπε να «σκοτώσει τον φιλόλογο μέσα του» για ν’ απελευθερωθεί. « Ήμουν ένας άνθρωπος της φιλολογίας, θα μπορούσε να πει κανείς. Κι έγινα μη φιλολογικός, έκοψα τον ομφάλιο λώρο. Είπα ότι θα κάνω ό,τι μπορώ. Θα εκφράσω αυτό που είμαι - γι’ αυτό χρησιμοποίησα το πρώτο πρόσωπο, γι’ αυτό έγραψα για τον εαυτό μου. Αποφάσισα να γράψω, έχοντας ως αφετηρία τις δικές μου εμπειρίες, όσα γνώριζα κι ένιωθα. Κι αυτή ήταν η σωτηρία μου».

Στην περίπτωση, τώρα, του Μπάροουζ, ενός ανθρώπου που ξεπερνά οτιδήποτε φυσικό και συνηθισμένο, μπορούμε να φανταστούμε, οι ερωτήσεις του Νικερμπόκερ ευνόητο είναι να περιστρέφονται γύρω απ’ τα ναρκωτικά.


Θεωρείτε τον εθισμό ασθένεια, αλλά ταυτόχρονα και μια κεντρική ανθρώπινη πραγματικότητα, ένα δράμα;

Σαφώς και τα δύο. Είναι τόσο απλό όσο ο τρόπος με τον οποίο κάποιος τυχαίνει να γίνει αλκοολικός. Αρχίζει το ποτό, αυτό είναι όλο. Του αρέσει, πίνει, και καταλήγει αλκοολικός. Εγώ εκτέθηκα στην ηρωίνη στη Νέα Υόρκη - δηλαδή έκανα παρέα με ανθρώπους που ήταν χρήστες ηρωίνης. Τη δοκίμασα. Οι επιδράσεις ήταν ευχάριστες. Συνέχισα να τη χρησιμοποιώ κι εθίστηκα. Να θυμάστε ότι αν είναι εύκολη η απόκτησή της, τότε ο αριθμός των εξαρτημένων θ’ αυξηθεί κατακόρυφα. Η ιδέα ότι ο εθισμός είναι κατά κάποιον τρόπο ψυχολογική ασθένεια πιστεύω πως είναι εντελώς γελοία. Είναι τόσο ψυχολογική όσο και η μαλάρια. Είναι ζήτημα έκθεσης. Γενικά, οι άνθρωποι μπορεί να πάρουν οποιαδήποτε ουσία προκαλεί μέθη ή οποιοδήποτε ναρκωτικό τους δίνει μια ευχάριστη αίσθηση, αν τους είναι διαθέσιμο. Στο Ιράν, για παράδειγμα, πωλούσαν το όπιο στα μαγαζιά μέχρι πολύ πρόσφατα και είχαν τρία εκατομμύρια εθισμένους σ’ έναν πληθυσμό είκοσι εκατομμυρίων. Επίσης, υπάρχουν και κάθε λογής πνευματικοί εθισμοί. Οτιδήποτε μπορεί να γίνει με χημικό τρόπο μπορεί να γίνει και με άλλους, δηλαδή αν έχουμε επαρκή γνώση των απαιτούμενων διαδικασιών.

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ, μηδεμιάς εξαιρουμένης, όποιο κι αν είναι το αυτοβιογραφικό υλικό τους, συμπίπτουν ή μάλλον σκοπεύουν σ’ ένα άγνωστο και σκοτεινό κέντρο. Ασφαλώς είναι εύκολο και παραδοτό να εκμεταλλεύεται κανείς κατά το δυνατό το πνεύμα και τις αναμνήσεις

του για να γράψει ένα βιβλίο. Ωστόσο, το ίδιο το πνεύμα, η βαθύτερη μέθεξη της αλήθειας του, όχι μόνο δεν είναι παραδόσιμη αλλά κρύβεται πίσω απ’ τα κατηγορήματά της. Το μνημειώδες γράψιμο ελέγχει αλλά δεν ελέγχεται, κατά κάποιον τρόπο συμπληρώνει τας γραφάς, έχει ασαφή πατρίδα και στερείται ομοπάτριδες, είναι ένα αίνιγμα που σκοπίμως επιδέχεται πολλές λύσεις όχι για να φανερωθεί, παρά για ν’ αποκρυβεί ασφαλέστερα και ζηλότυπα. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι συγγραφείς, τουλάχιστον στα γεράματά τους, όσοι τέλος πάντων αξιώνονται κάποια αληθινή ωρίμανση, παραδέχονται ότι άλλο είναι τα βιβλία και άλλο -απόκρυφο- αυτό που τα δημιουργεί. Όπως, άλλωστε, απόκρυφα παραμένουν και τα πνευματικά θεμέλια του σύμπαντος κόσμου.