Μου άρεσε πάντα αυτό που λέμε “ο επαγγελματίας της ζωής”. Που περιστρέφεται γύρω από τη συναισθηματική αναρχία. Που λες “καλός παίκτης”. Είχαμε πάντα μια αδυναμία στους καλούς παίκτες.

Μποτζόρνο σενιόρ Σταύρος Διοσκουρίδης», έκανε στο τηλέφωνο, την ώρα που ακουγόταν ένα καινούργιο κομμάτι των Baby Guru. «Είμαι κολλημένος στην κίνηση και θα αργήσω δέκα λεπτάκια», του είπα. «Very well», μου απαντάει και μου κλείνει το ακουστικό. Πίστευα ότι η αργοπορία μου δεν θα τον ενοχλήσει. Άλλωστε, η εικόνα που δίνει ο Κωνσταντίνος Τζούμας στo πόπολο είναι ενός ερμητικού κόμητος που διαβάζει απομνημονεύματα άλλων ή γράφει τδικά του, τη στιγμή που ο κόσμος γύρω του καίγεται. Όταν έφτασα στο στούντιο του Εν Λευκώ στο Νέο Ψυχικό τον βρήκα σχεδόν κολλημένο στη γυάλινη πόρτα, εμφανώς εκνευρισμένο, να πηγαίνει πέρα δώθε. Ακολουθεί ένας κρύος χαιρετισμός και ένα συγκαταβατικό βλέμμα της Kafka που σήμαινε «μπες μέσα τώρα και μη μιλάς καθόλου».

«ΕΧΕΙΣ ΜΠΕΙ με πολύ φορά στα έντυπα. Θα βαρεθείς και θα σου τελειώσει γρήγορα. Μετά, τι θα κάνεις;». Ξεκινά μόνος του. «Αυτή είναι η περίπτωσή μου: ηθοποιός, παράλληλα χορευτής, σινεμά, θέατρο, βιβλία. Το ένα έφερνε το άλλο και τώρα δεν ξέρω τι θα κάνω μετά. Μπορεί να βουτήξω στον βυθό, όπως η Λένι Ρίφενσταλ στα ογδόντα της. Δεν έχω μάθει βασικά πράγματα, όπως το να μαγειρεύω. Καλό θα ήταν να έχω έναν χώρο που να έρχονται οι άνθρωποι και να περνάνε καλά. Γιατί είναι και το μόνο όπου έχω πιάσει τον εαυτό μου να περνάει καλά. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει ακόμα αυτή η αισιοδοξία. Βρίσκομαι το βράδυ με φίλους, συζητάμε για τα αδιέξοδα της πόλης, της χώρας, των φύλων, την κατάσταση του πλανήτη, και καταλήγουμε σε πολύ καταθλιπτικές διαπιστώσεις. Και το πρωί; Αλλού! Στο μικρόφωνο με τις μουσικές της Κafka».

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ απο εξήντα επτά χρόνια στον Πειραιά. Δεν σπούδασε τίποτα και ασχολήθηκε από μικρός με την υποκριτική σε Αθήνα και Νέα Υόρκη. «Βαριόμουνα το αμφιθέατρο των πανεπιστημίων. Με ενδιέφερε πιο πολύ η δράση του δρό- μου. Φάνταζε ένα υπέροχο πράγμα και κόντρα στην μπουρζουαζία. Ήταν ένα must εκείνο το πράγμα κι έγινε. Μετά ακολούθησε το sex, drugs and rock and roll που ήταν ένα μεγάλος χορός και όλοι χόρευαν, οπότε γιατί εσύ να είσαι απ' έξω; Αλλά δεν μπορώ να πω ότι έγινε κάτι φανατικά, πως ήταν η υπέρτατη αξία που έπρεπε να ακολουθήσεις και συνεπάγεται θυσίες. Θέλουμε να ζήσουμε, όχι θυσίες». Αντιδρά, όταν του παραθέτω τη σύγκριση της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του 1970 με την Αθήνα του τώρα. «Όσον αφορά τους κινδύνους, μπορεί, αλλά δεν έχει καμία σχέση. Λείπει αυτό το μεγαλείο της κοσμοπολίτικης αύρας. Στη Νέα Υόρκη   έχουν ως δεδομένο ότι είναι polyglot το κόλπο και έχουν μάθει να συνεργάζονται. Όταν δεν ήξερα πώς να χειρίζομαι τη γλώσσα, μου έλεγαν μη στενοχωριέσαι, όλοι είναι από κάπου και με κάποιο αξάν».

ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΠΩΣ Η ΑΘΗΝΑ σε κάνει να κινείσαι εναντίον της καθημερινά. «Η πόλη δεν ρολάρει. Οι κάτοικοί της είναι κολλημένοι στα πολύ προσωπικά τους πράγματα. Δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται. Σπρώχνονται από πολύ μικροί στο να έχουν έφεση στις ατομικές επιδόσεις. Μετά, άντε να τα βρεις στις σχέσεις σου. Θυμάμαι, όταν βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, το 1970. Ένας κανένας. Εξαιρετικό συναίσθημα. Η ανωνυμία είναι από τα πιο ερωτικά πράγματα. Περνάς καταπληκτικά, παίζεις όποιον ρόλο γουστάρεις. Λοιπόν, στα στούντιο του Cunningham, του Alvin Ailey και άλλων που μπαινόβγαινα, έβλεπα ένα σωρό κόσμο που είχε μάθει να συνεργάζεται. Σου έδιναν πάσα για να βγάλεις κι εσύ τον καλύτερό σου εαυτό. Δεν σε έβγαζαν έξω από το παιχνίδι. Την εποχή εκείνη που πήγα, η Αμερική φάνταζε ως η χώρα της αποξένωσης και της μοναξιάς. Και από τη λογοτεχνία και από το σινεμά. Είχαν βάλει το χέρι τους και οι Nόρμαν Μέιλερ αυτού του κόσμου. Αυτό που είδα είναι ότι είχαν μάθει να συνεργάζονται και μου έκανε τρομακτική εντύπωση».

Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗ που τον ενδιαφέρουν μόνο τα υψηλά νοήματα σε αυτήν τη ζωή και όχι η πεζή καθημερινότητα. Αποδίδει την κρίση στην πνευματική χρεοκοπία. «Από τη μία τους έχουν στην απ' έξω γιατί είναι κουλτουριάρηδες και στα δύσκολα τους λένε, γιατί δεν μιλάτε; Τους παροπλίζεις και μετά τι περιμένεις να πουν, όταν το πράγμα έχει γυρίσει ανάποδα; Δεν είναι ότι ξέφυγε λίγο. Είναι όλοι εναντίον όλων. Πρώτη φορά βέβαια είδα στην Ελλάδα, σε παρουσιάσεις βιβλίων ή σε θεατρικές παραστάσεις, να κάθονται πολιτικοί και να είναι αγκαλιά με τους καλλιτέχνες. Στη Νέα Υόρκη, όσοι καλλιτέχνες γνώριζα ήταν απολιτίκ και είπα "επιτέλους". Κάνουν μόνο τη δουλειά τους. Καμία συναλλαγή με αυτό τον κόσμο. Εδώ πώς διάολο έγινε πρώτο τραπέζι πίστα ο καλλιτέχνης με τον πολιτικό; Ευτυχώς, όσο πάει ξεκαθαρίζει αυτό το τοπίο, γιατί αυτή η περιβόητη κρίση είναι και ένας επαναπροσδιορισμός. Είναι μια ευκαιρία να μπουν κάποια πράγματα στη θέση τους».

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΕΚΠΟΜΠΗ θεωρείται μια όαση στα ερτζιανά γι' αυτούς τους νεομποέμ που ήθελαν να ακούσουν κάτι ποιοτικό το πρωί. Οι ακροατές του είναι φανατικοί. Ο Τζούμας ξεκοκαλίζει τα έντυπα και τις νέες εκδοτικές κυκλοφορίες. Η ακροαματικότητα του σταθμού εκείνη την ώρα εκτινάσσεται και χτυπάει στα ίσα τον άλλο σταθμό του ομίλου, τον Best 92,6. Παρόλο που πολλοί θεωρούν «καλό» μόνο ό,τι διαβάσει ή πει ο Τζούμας, αυτός ισχυρίζεται πως δεν ασκεί καμία εξουσία. Απλώς ότι προσπαθεί να παρακολουθήσει την εποχή του. Πήρε μεγάλη ευχαρίστηση όταν ένας ακροατής τον αποκάλεσε «vintage». Το vintage δεν είναι κάτι παλιό, αλλά κάτι το διαχρονικό. Έχει τονίσει, άλλωστε, επανειλημμένα πως η ζωή του είναι η προετοιμασία της εκπομπής του και όχι κάτι άλλο.

«ΕΙΜΑΙ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ βιβλιοφάγος. Είναι πολλές οι άχρηστες πληροφορίες. Σε βοηθάνε να ρίξεις καμιά χαριτωμενιά σε κάποιες κοινωνικές συνανα- στροφές: "Ξέρεις τι έχει πει ο Tρούμαν Καπότε επ' αυτού" και χαχαχα... Τους αρέσει. Κακά τα ψέματα, είναι και φράσεις-διαμάντια. Βέβαια, τώρα τελευταία παρατήρησα πως εκεί που οι συνομήλικοί μου μιλάνε για συντάξεις, ένσημα και γιατί να παίζει αυτός στην Επίδαυρο και τα λοιπά, εγώ έχω αρχίσει να βαριέμαι. Ξαφνικά, γλιτώσαμε από αυτό το λίμνασμα, από αυτήν τη μούχλα που μπορεί να είναι αριστοκρατική καμιά φορά, αλλά παραμένει μούχλα. Νέα πρόσωπα με έχουν ξαναβάλει στο παιχνίδι. Μου λένε πάμε στο Tiki, πάμε στο Hoxton, πάμε να ακούσουμε τον τάδε στο Bacaro και μετά από το Six D.O.G.S».

ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ, πάντως, που την εποχή που όλη η ελληνική κοινωνία παλεύει για τα ένσημά της, ο Τζού- μας πάει και βλέπει εκθέσεις στο Taf. «Έχει ένα στοιχείο μπανάλ να μιλάς για τα ένσημα. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που καλώς έχουν, αλλά δεν είναι να ασχολείσαι με αυτά. Όταν δεν έχεις ασχοληθεί ποτέ με αυτό το πράγμα που λέγεται χρήμα ή ιδιοκτησία και απλά θέλεις να κάνεις χρήση πραγμάτων σε αυτήν τη ζωή. Μια ζωή έτσι πήγε το πράγμα. Δεν μπορώ να αρχίσω εγώ, διεκδικώντας αυτά που θεωρώ αυτονόητα. Με βγάζει έξω από μια καθημερινότητα που έχω φτιάξει για να αντιμετωπίζω αυτό το πράγμα που λέγεται λεηλασία του χρόνου. Ένας σιγαστήρας που μου επιτρέπει να κάθομαι να κάνω εκπομπή, που με έβαλε και κάθισα τρία χρόνια και έγραψα αυτά τα βιβλία και που έπαιζα παλιά στο θέατρο ».

ΑΝΟΙΚΟΝΟΜΗΤΟΣ, αλλά ειλικρινής και ενδιαφέρων. Αυτή είναι μια πρόχειρη κριτική για τους τρεις αυτοβιογραφικούς τόμους που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη από το 2008 μέχρι το 2010. Διάσπαρτα στιγμιότυπα, πρόσωπα που σημάδεψαν μια εποχή, περιοχές και τάσεις που πέρασαν και άφησαν ή δεν άφησαν τίποτα στον Τζούμα. «Μακάρι να ήμουν δεξιοτέχνης και να είχα την οικονομία που έχουν οι μεγάλοι συγγραφείς και να μπορούσα σε μια νουβέλα να χωρέσω και τα τρία. Δεν έχω αυτήν τη δεξιοτεχνία, οπότε σκέφτηκα γιατί να μην τα διηγηθώ με κάθε λεπτομέρεια με στοίχημα την αλήθεια». Ο ίδιος δεν κατάλαβε τίποτα από όλο αυτό. Παρά μόνο «κάποιες στιγμές ανθρώπων που χάνονται. Νόμιζα ότι είμαι αρκετά προπονημένος στους θανάτους, επειδή έχασα τη μητέρα μου πολύ μικρός. Φεύγουν, όμως, φίλοι που είναι οι πιο λαμπεροί που έχουν περάσει από τη ζωή μου. Αυτό το πράγμα νόμιζα ότι θα μπορούσα να το διαχειριστώ, αλλά δεν τα κατάφερα».

ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΕΣ και διαφορετικές οι αναφορές για τον Τζούμα. Αμέτρητες για τον τρόπο που ντύνεται και κινείται στην πόλη. Όποτε κάνει ένα κομπλιμέντο για κάποιες καλλίγραμμες γάμπες ή για ένα ωραίο φόρεμα, του απαντάνε κάτι που τον εκνευρίζει αφάνταστα: «Εάν το λέτε εσείς που είστε τόσο κομψός». Άλλες είναι κακεντρεχείς, αλλά κρύβουν μια δόση αλήθειας. Τον αποκαλούν συχνά σνομπ και αλαζόνα. «Νομίζω ότι μπερδεύουν την αλαζονεία του σνομπισμού με την αδιαφορία. Είμαι αδιάφορος. Αυτό εκλαμβάνεται ως σνομπισμός», είναι η απολογία του. «Μου έλεγε η Λήδα Πρωτοψάλτη, «δεν σε ενδιαφέρει να έχεις κάτι δικό σου;». Όχι, ποτέ! Δεν θέλω να βάλω έννοιες στο κεφάλι μου για τίποτε, δεν θέλω να κάνω καμιά θυσία για τίποτε. Θέλω να ζήσω όσο γίνεται πιο ελεύθερα. Πέρασα από πολλά γκέτο που θα μπορούσα να έχω σκλαβωθεί. Ναρκωτικά, αλκοόλ, ηδονοθηρία. Δεν κόλλησα. Ενώ νόμιζα ότι μεγαλώνοντας θα είχα αγιάσει, χωρίς θεό, όπως οι ήρωες του Μπέκετ. Σε πληροφορώ ότι δεν συμβαίνει αυτό γιατί οι επιθυμίες δεν έχουν υποχωρήσει. Κύματα επιθυμιών. Ένα κορμί που έχει κάτι που μου αρέσει με ωθεί να φτιάξω αμέσως σενάρια που δεν στέκουν πια. Θυμάμαι μια φορά μια υπέροχη κοπέλα στο Δουβλίνο που μου είπε "πως από τότε που έχουμε απελευθερωθεί, αγαπητέ, δεν ανταποκρινόμαστε πια στα αρσενικά σενάρια". Λέω, "ναι, το καταλαβαίνω αυτό. Αφού κάνετε έρευνα για τη διατροφική αλυσίδα και την επίδρασή της στη ζωή των ανθρώπων στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, ενώ έχετε τα φόντα να είστε στριπτιζέζ"».

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΒΡΙΘΕΙ από μεγαλόσχημες προτάσεις. Πλέον «καμία πικρόχολη κριτική δεν μπορεί να με πτοήσει και κανένα επαινετικό σχόλιο δεν μπορεί να με απογειώσει». Θεωρεί πως οι Έλληνες είναι «καλοί στα μνημόσυνα και στις κηδείες και κακοί στις φιέστες». Είναι εξαιρετικά χαρούμενος που είναι πια στην «απ' έξω» και παρατηρεί από εκεί τον ναρκισσισμό των συναδέλφων του. «Μου άρεσε πάντα αυτό που λέμε "ο επαγγελματίας της ζωής". Που περιστρέφεται γύρω από τη συναισθηματική αναρχία. Που λες "καλός παίκτης". Είχαμε πάντα μια αδυναμία στους καλούς παίκτες. Σε αυτούς που διαχειριζόντουσαν την καθημερινότητα με δεξιοτεχνικό τρόπο. Το θεωρώ μεγάλη υπόθεση. Γιατί δεν έχει μείνει και τίποτα άλλο, παρά μόνο η χαρά του παιχνιδιού».

ΑΛΛΗ ΤΑΙΝΙΑ Ή ΑΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟ μην περιμένετε σύντομα. Ούτε, όμως, πλανάται στα λόγια κάποια υπόνοια αποχώρησης. Όταν συμβεί, «θα είναι όπως οι γιορτές των Ανωγείων με τους λυράρηδες και τα υφαντά. Θα τελειώσει κάποια στιγμή και αυτός ο χορός. Είμαι αφενός προετοιμασμένος για τη σιωπή, έχω ήδη εντοπίσει τη σκιά μου στον τοίχο να αδυνατίζει, κι επίσης, όταν πέσω κάτω και δεν μπορώ να σηκωθώ πια, θα κλάψω από ευτυχία. Έχω πάντα την εντύπωση ότι κάποια στιγμή θα ζήσω για ένα διάστημα από την καλοσύνη των ξένων». Αν έχεις χιλιάδες ακροατές και αναγνώστες, μπορείς και να ελπίζεις.