Ακολουθώντας αυτό το παιχνίδι του κοντά και του μακριά, μπορούμε -σακάτικα έστω- να σκεφτούμε λιγάκι και το ζήτημα της απόστασης και της εγγύτητας του εγώ από ή προς τον εαυτό του.

Το παράδειγμα είναι πολύ γνωστό. Όταν τηλεφωνούμε σε κάποιο φίλο που βρίσκεται μακριά, στα Τρίκαλα ή στη Νέα Υόρκη, τίθεται ένα ζήτημα εγγύτητας και απόστασης που αίρει τη λογική ή χωρική ισχύ των δεδομένων. Ο οιοσδήποτε διαβάτης που με προσπερνά στον δρόμο είναι «κοντά μου», αντίθετα ο φευγάτος φίλος είναι μακριά «μου» - έτσι σκέφτεται ο κοινός νους. Και όμως, ισχύει το αντίθετο. Το κοντινό και το μακρινό δεν μετράται με τη μεζούρα. Αν η μεζούρα αποφάσιζε για την απόσταση, τότε η συσκευή του τηλεφώνου που είναι κολλημένη στο αυτί μου θα πρέπει να θεωρείται εγγύτατη και ο άνθρωπος που μου μιλάει από την άλλη άκρη του σύρματος απόμακρος. Εντούτοις, η ζωή η ίδια γνωρίζει από ένστικτο ότι υπεράνω ωκεανών, οροσειρών και μυριάδων ανθρώπων η φωνή του άλλου «σκάει» μέσα στην ακοή μου ως το πλέον εγγύτατο. Εξού και το όμορφο: «από μακριά τον χαιρετά κι από κοντά του λέει»!

Η απόσταση κατάγεται από το «αφίστημι», απομακρύνομαι, γι' αυτό απασχολεί τις κοινωνικές θεωρίες του «φίλου» και του «εχθρού». Με λίγη προσοχή τη διαπιστώνουμε στους δρόμους της Αθήνας, όπου η παρουσία έγχρωμων αποτελεί πλέον καθημερινό θέαμα. Πόσο κοντά βρισκόμαστε στους μαύρους που πωλούν σι ντι και ξύλινα αγαλματίδια; Πόσο κοντά στους Ασιάτες που, παρατεταγμένοι στην Αιόλου, ανεμίζουν κεντημένα τραπεζομάντηλα ή εκθέτουν αναπτήρες-γίγαντες και αυτοκίνητα ποδηλατάκια για παιδιά; Ουσιαστικά, δυο βήματα. Και όμως. Χωρίς να το πολυσυνειδητοποιούμε, ο «μαύρος» έρχεται από πολύ μακριά και παραμένει μακριά· το χρώμα, η ομιλία, η ανένταχτη κοινωνικά θέση του, η στρωματσάδα των εμπορευμάτων καταμεσής του πεζοδρομίου δεν του επιτρέπουν να πλησιάσει. Μας απευθύνεται, παρότι τα πόδια του πατούν «ακόμη» Αφρική.

Η πόρτα, όπως ξέρουμε, κλειδώνει απέξω και από μέσα. Απέξω κλείνουμε τους ξένους, τους κλέφτες, τους διαρρήκτες και τους κακοποιούς. Από μέσα προστατεύουμε τον εαυτό μας, την οικογένεια, το έχει μας και το σπίτι ως ηθική διάσταση. Υπ' αυτή την έννοια, το κοντινό και το μακρινό, το οικείο και το ανοίκειο συμπλέκονται με αποκλειστικά εσωτερικό τρόπο, αγνοώντας τις εμπράγματες συνθήκες. Το ίδιο δεν συμβαίνει με τα πρόσωπα; Λέμε «κλειστό» πρόσωπο, εννοώντας κάποιον που δεν «ανοίγεται» σε ξένους, άφιλους, εχθρούς ή παρατρεχάμενους. Αντίθετα, μιλάμε για «ανοιχτοπρόσωπο» άνθρωπο όταν η μορφή παραμένει σκοπίμως ξεκλείδωτη, χωρίς να φοβάται την εγγύτητα ή την οιαδήποτε επίθεση.

Ακολουθώντας αυτό το παιχνίδι του κοντά και του μακριά, μπορούμε -σακάτικα έστω- να σκεφτούμε λιγάκι και το ζήτημα της απόστασης και της εγγύτητας του εγώ από ή προς τον εαυτό του. Εδώ τα δεδομένα αλλάζουν συναρπαστικά, διότι δεν έχουμε να κάνουμε με εξωτερικότητα. Δεν συναντάμε τον εαυτό μας· δεν τον εγκαταλείπουμε· δεν τηρούμε αποστάσεις· δεν τον εχθρευόμαστε· δεν τον αναζητούμε μέσα στο πλήθος. Μεταφορικά, βέβαια, όλα τούτα ισχύουν. Η παιδαγωγική πασχίζει να γνωρίσει το παιδί τον εαυτό του. Η μαιευτική λέει πολλά για την αυτογνωσία. Και βέβαια ο πάσα ένας διερωτάται: είναι δυνατόν να είμαι κάτι και να μην το γνωρίζω;

Στην περίπτωση των ασθενειών, η εγγύτητα και η απόσταση παίζουν χοντρό παιχνίδι. Έχω ένα πονάκι στο στομάχι· κάθε φορά που σηκώνομαι απότομα με πιάνει ζαλάδα· τα μάτια μου βλέπουν αστεράκια και θαμπάδες. Χάνω συνεχώς βάρος. Τι να 'ναι άραγε; Το περίεργο είναι ότι πάμε στον γιατρό με άκρα φυσικότητα. Του παραδίδουμε το σώμα μας -το πλέον οικείο γνώρισμά μας- για να μας το επιστρέψει «πακέτο» με ασφαλή διάγνωση. Πόσο λοιπόν απέχει από μας και πόσο κοντά βρίσκεται στον γιατρό; Με την εισαγωγή στο νοσοκομείο, τα σούρτα φέρτα των θεραπευτών και των νοσοκόμων, την ατμόσφαιρα του επείγοντος συμβάντος, έχουμε τη διαρκή εντύπωση ότι ασχολούνται με μας αλλά όχι ακριβώς με 'μας. Είμαι εγώ, εσωτερικό και αυτόνομο, μόνο που ατυχώς το σώμα μου με προδίδει κάθε τόσο. Άρα, ο γιατρός μπορεί να ασχοληθεί με το «εξωτερικό» του εαυτού μου, τη σωματικότητά μου, χωρίς να πολυνοιάζεται για τον εαυτό μου. Άλλωστε, δεν ισχύει τάχα η σκέψη ότι οι γιατροί ασχολούνται με «ασθένειες» και όχι με «ασθενείς»;

Η μεγάλη πλάκα -και η πλέον επώδυνη- ξεσπάει όταν κάποιος πηγαίνει στον ψυχαναλυτή. Εκεί δεν υπάρχουν χειρουργεία και νοσοκόμες, αιμοδοσίες και αποκοπές μελών. Ο γιατρός, αυτήν τη φορά, δεν αγγίζει το σώμα. Πάει κατευθείαν στην ψυχή. Σε βάζει να μιλάς για τη ζωή σου και για τα όνειρά σου, θεωρώντας σε απλό -και απόμακρο- θεατή των βιωμάτων σου. Εσύ ζεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις κι αυτός ερμηνεύει κάτι που δεν έζησε. Πέρα από τη θεραπεία και τα ξινά σταφύλια, το σκληρό μάθημα του ψυχαναλυόμενου αφορά τη διαπίστωση ότι το εγώ -παρά τη διατυμπανιζόμενη αυτονομία του- ενδέχεται να απέχει πόρρω από την αυτής βασιλική υψηλότητα τον εαυτό του. Μάλιστα, ο ψυχισμός του μιλάει συνθηματική γλώσσα, είναι μεταμφιεσμένος, στέλνει ξενόγλωσσα ονειρικά γράμματα, όντας ξένος και οικείος εν ταυτώ, άρα μόνο με τη μεσίτευση δραγουμάνου θα μπορούσε να πιάσει κάβο με τον εαυτό του.

Το «μακριά» μας βοηθά να φτάσουμε κάποτε, το «κοντά», αντίθετα, μας απομακρύνει.