Μάλλον οφείλεται στο ίντερνετ και στις χαρούμενες προστακτικές του lifestyle, αλλά παρατηρώ τον τελευταίο καιρό μεγάλη προσφορά ευτυχισμένων ανθρώπων. Που ψοφάνε να αποδείξουν πόσο fucking special είναι. Δεν πλήττουν ποτέ, όπου πάνε ανοίγουν οι ουρανοί, η βροχή γλιστράει πάνω τους, η χαρά τούς τρέχει απ' τα μπατζάκια.

Δεν μπορώ να το συμμεριστώ διότι προέρχομαι από μια άλλη εξίσου φαιδρή εποχή, όπου ως νέοι βάφαμε τα μάτια μας μαύρα πριν βγούμε στα κλαμπ για να φαινόμαστε κουρασμένοι και ανεπρόκοποι. Εξίσου γελοίοι, αν με ρωτάτε, δεδομένου ότι όλα εκείνα τα παιδιά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, είναι το δάσος από ξόανα που μας περιβάλλει.

Κάθε εποχή έχει το ψέμα της. Όμως το τωρινό μού φαίνεται ακόμα πιο ασφυκτικό απ' το παλιό. Το παρατηρώ στα νεαρά παιδιά που λόγω δουλειάς ζω εκ του σύνεγγυς. Δίνουν τιτάνιο αγώνα -sms, status updates στο facebook, ποστάκια, e-mail, και προπαντός μια ορμητική φυσική παράσταση κάθε φορά που συναντιούνται- για να αποδείξουν την εκπληκτική ανωτερότητά τους. Αν η γενιά μου το 'παιζε σκοτεινός loner, η νέα γενιά το παίζει χαρωπός σούπερμαν.

Το φαινόμενο είναι μέρος της γενικής φούσκας που μέσα της ζούμε. Της πλασματικής ευδαιμονίας που τη γέννησαν πλαστά κέρδη σε πλαστά χαρτοφυλάκια. Και είναι μέρος της νέου τύπου επικοινωνίας που φούσκωσε στο ίντερνετ, με εξωραϊσμένες εικόνες, ψευδώνυμες ταυτότητες, κτηνάρες που εξαγιάζονται και ποντίκια που βρυχώνται. Είναι οι χαρούλες μιας εποχής, όπου η εικόνα είναι πιο δυνατή από αυτό που εικονίζει και η βιομηχανία του θεάματος έχει πείσει τους «παίκτες» ότι πρέπει να διασκεδάζουν μέχρι θανάτου. Το να είσαι και κυρίως το να φαίνεσαι λυπημένος είναι σημάδι κοινωνικής ήττας, ανωριμότητας, ψυχoλογικού επαρχιωτισμού.

To φαινόμενο έχει και μια χαριτωμένη παρενέργεια: την άνθηση της bitch. Ανέκαθεν γοητευόταν ο ανταγωνιστικός μας κόσμος από εκείνους που νικούν - ακόμα κι αν πατούν επί πτωμάτων. Διορθώνεις τη μάσκαρα -ούτε στεναγμοί ούτε δάκρυα-, the show must go on. Όμως, ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο δημοφιλής η ανήλικη σκυλίτσα που μένει ανέκφραστη ακόμα κι αν πεθάνει η μάνα της. Ποτέ άλλοτε δεν θεωρήθηκε τόσο μοντέρνος ο κυνισμός των νεογέννητων σκυλιών. Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για αληθινό κυνισμό, αλλά για ένα κράμα φόβου και σύγχυσης - όπως το περιγράφει μοναδικά η Lilly Allen στο «The Fear» (έχει και τέλειο κλιπ στο YouTube)· η Σκύλα, όμως, είναι η σταρ της εποχής (με ολίγη από τσούλα Lady Gaga κ.λπ.).

Είναι κι αυτό μέρος της ανεπίληπτης εικόνα που οφείλουν όλοι να έχουν - κάτι μεταξύ ατσαλένιας χαράς και επιληπτικού epiphany: όπου στρέψουν το μάτι μια μικρή έκσταση παραμονεύει. Και το έχουν πολύ ανάγκη αυτό, διότι γλιστράνε σε ένα στρώμα virtual πάγου - έχουνε βάλει την πραγματικότητά τους ενέχυρο, και κατά βάθος πλήττουν πολύ. Ξέρουν ότι δεν είναι κούκλοι και θεές, ξέρουν ότι δεν είναι πλούσιοι ούτε ευτυχισμένοι, και το υψηλό, όμως «τυφλό» ακόμα I.Q. που τρέχει δίχως κατεύθυνση μέσα τους τούς ψιθυρίζει ότι όλα, ούτως ή άλλως, είναι λίγο μάταια. Οπότε πιάνονται από τα nicknames και τα status updates τους, όπως ο πνιγμένος από τα μαλλιά του.

Τους βλέπω πόσο φιλότιμα θέλουν να δείξουν την εικονική ευτυχία τους και θυμάμαι τις δικές μου ανοησίες. Πόσο κοπιάζαμε να δείξουμε καραβοτσακισμένοι. Με πρησμένα μάτια, με στοχαστική θλίψη, καρφωμένα τα μάτια στο κενό -σκληρά ποτά, ημίφως και Joy Division. Eίναι κι αυτό ένα μέρος των ψευδαισθήσεων της νιότης. Λάθη, πόζες, φρεναπάτες επαναλαμβάνονται. Ψευδείς διαφυγές, νέα ναρκωτικά, νέες ψευδαισθήσεις. Καμιά νέα γενιά δεν αντέχει την πραγματικότητα - τέτοια που είναι...

Τι να της πεις εσύ, καημένε μου; Για την αισθητική, ή τον θεό;