Το νόημα δεν συνίσταται σε απλά λόγια, αντίθετα μεταστοιχειώνει τα πράγματα και τις συγκινήσεις, κυριολεκτικά μετακινεί βουνά, ρίχνει τον κόσμο στη φωτιά.

Εμβριθής και παραταύτα ευχάριστος, ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης σε αυτό το καινούργιο σκαρί καταπιάνεται με την ιστορία -τη βιογραφία δηλαδή και την αιωνιογραφία- των ελληνικών λέξεων. Η δουλειά είχε αρχίσει ήδη από το μεγάλο Λεξικό της Nέας Eλληνικής Γλώσσας (που βρίσκεται στην τρίτη του έκδοση) και εδώ συνεχίζεται συστηματικά, ολοκληρώνοντας κατά τον δικό του τρόπο πρότερα λεξικά όπως του Ανδριώτη, του Κριαρά, του Δαγκίτση, του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη κ.λπ. Αφήνοντας κατά μέρος τους ειδικούς και τους ευνόητους σχετλιασμούς (που αρχίζουν ήδη από τον πλατωνικό Κρατύλο) μπορούμε, για χάρη γούστου, να ψιλοεξετάσουμε το «έτυμον» των λέξεων και τον τρόπο που πειράζει καθημερινά τις τρέχουσες συνομιλίες.

Ο ομιλητής, ο κάθε ομιλητής -είτε εξ καθέδρας είτε εκ ταβέρνας- εκφράζεται βέβαια με φράσεις και όχι με λέξεις. Δεν λέμε ένα απλό άρθρο (ο, η, το), αλλά πάντα προτάσεις, έστω κι αν είναι μισερές, ελλειπτικές, συναρτώμενες με τα λεγόμενα ή τα συνεπαγόμενα του συνομιλητή μας. Άλλωστε, η ομιλία προέρχεται από τη λέξη όμιλος όπου οι πολλοί -το έχουν αυτό το ευγενές κουσούρι- δεν κλείνουν το στόμα τους, ξεστομίζουν ό,τι τους περνάει από το τσερβέλο κι αν ακούνε τα ξένα λόγια δεν βλέπουν τη στιγμή που θα το βουλώσει ο άλλος για να ξεθυμάνουν κι αυτοί, αφήνοντας ξεκαπίστρωτη την εκφραστική τους ενόρμηση. Κατά περίεργο τρόπο, η φράση μοιάζει με πολεμική μηχανή, επιτίθεται, εκτοξεύει ρήματα και ρηματίσκια, οικονομεί το νόημα για να μεταπείσει ή να αφήσει σύξυλο τον άλλον - είναι μέσο δηλαδή και σπανίως αυτοσκοπός.

Πρόκειται για ένα παιχνίδι δραματικό πέρα για πέρα που, παρότι εμπορεύεται την ανάσα και συνήθως τον φρέσκο αέρα, ενέχει άπειρη δυναμική, ικανή να συντρίψει έναν άνθρωπο ή να τον ανεβάσει στον ουρανό. Οι λαϊκοί δεν λένε: «δείρε με, μπορεί να γιάνω, αν με βρίσεις, θα πεθάνω»; Άρα, το νόημα δεν συνίσταται σε απλά λόγια, αντίθετα μεταστοιχειώνει τα πράγματα και τις συγκινήσεις, κυριολεκτικά μετακινεί βουνά, ρίχνει τον κόσμο στη φωτιά. Η λεπτή στρατηγική στην κάθε ρητορική έγκειται στο γεγονός ότι πνευματοποιούμε τις παραστάσεις μας, σε μια απλή πρόταση κάνουμε πακέτο όλο τον κόσμο γύρω μας, οπότε οι φράσεις αποτελούν πιθανώς το πιο ισχυρό απόθεμα που διαθέτουμε. Εντούτοις, η τρέχουσα ζωή δεν ασχολείται με το ίδιο το μέσο, αλλά με τον σκοπό του νοήματος. Γιατί μού είπε αυτή την κουβέντα; Πώς ξεστόμισε μπροστά μου αυτό το πράγμα; Μια λέξη ακόμη και θα γινόμασταν μαλλιά κουβάρια! Κατά συνέπεια η στροφή προς την ίδια τη γλώσσα μόνο ωρίμανση δηλώνει· βγάζουμε τις λέξεις και τις φράσεις από τη δραματική τους πρίζα, τις απομονώνουμε, ελέγχουμε την ιστορία και την μορφή τους.

Στη σελίδα 694 του λεξικού διαβάζουμε τη λέξη «κοιτάζω». Καθημερινή λέξη, κοινόκτητη μέχρι αηδίας, κατανοητή από τους πάντες. Έχει όμως μιαν ιστορία που διαφεύγει. Το ρήμα (βλέπω σημαίνει σήμερα) κατάγεται από την κοίτη (κλίνη, κρεβάτι, φωλιά) και δήλωνε τη συνήθεια των φρουρών να έχουν την κοίτη τους στο φυλάκιο, ενόσω υπηρετούσαν ως σκοποί). (Τα πτηνά νοσσεύειν, τα ερπετά φωλεύειν, οι άνθρωποι κοιτάζειν). Η βωμολοχία, άλλη λέξη τρέχουσας χρήσης, δήλωνε αυτόν που παραμονεύει κοντά σε βωμούς για να κλέψει κρέας που προσφερόταν στις θυσίες. Όσο για το λόχος=ενέδρα, δεν είναι δύσκολο να συνδεθεί με την αισχρολογία, τη χυδαιολογία και τα παρόμοια. Το αυτόφωρο το ξέρουν καλά τα κλεφτρόνια και οι δικηγόροι, αλλά είναι μάλλον δύσκολο να μαντέψει κανείς ότι δήλωνε τον κλέφτη (φωρ), ο οποίος συλλαμβάνεται τη στιγμή που κάνει την παλιοδουλειά. Ακόμη και το ξαφρίζω (που σημαίνει κλοπή) επιφυλάσσει κάποια έκπληξη καθώς σημαίνει την αφαίρεση του αφρού από κάποιο υγρό που βράζει.

Προφανώς, παρόμοια γυμνάσματα δεν αποσκοπούν να κάνουν τον αναγνώστη πιο ξύπνιο, μια και από εξυπνάδα καλά πάμε. Αντίθετα, επειδή συχνά τον αφήνουν εμβρόντητο, του γεννούν την υποψία ότι το άμεσο υποκρύπτει μεγάλη ιστορία και συνάμα κάποια αρχαιολογία που τον αφορά όχι μόνο ως άμεσο ομιλητή αλλά και ως άτυπο κληρονόμο των λέξεων. Λόγου χάρη, ακούμε πολλές φορές την έκφραση «τάτσι, μίτσι, κότσι» και τη θεωρούμε οικεία όσο και ακατανόητη λεκτικά, χωρίς να υποψιαζόμαστε ότι αναφέρονται αλβανικά ονόματα (Τάτσι=Τάσος, Μίτσι=Μήτσος, Κότσι=Κώστας). Όσο για τις τούρκικες λέξεις, έχουμε αμητό κοινότατων λέξεων: αγιάζι, αλάνι, αμανάτι, αμπάρι, αραλίκι, αχταρμάς, αχούρι, βερεσέ, γιακάς, γιαπί, γιασεμί, γιοκ, γκέμι, εργένης, ζαγάρι, ζόρι, ζουμπάς, καβγάς, γκαντέμης, γούρι, ζαρζαβατικό, καζάνι, κανταΐφι, καραβάνι, καφάσι, κεκές, κεσάτι, κιμπάρης, κολάι, κουμπαράς, κουραμπιές, κουρμπέτι, λεβέντης, λουκουμάς, λεκές, μαϊμού, μπάμια, ούζο, ουστ, παζάρι, σεκλέτι, ταψί, τέλι, τερτίπι...

Επικρέμαται βέβαια και η στενοκέφαλη απορία: και τι έγινε; Η γλώσσα είναι προς χρήση, όχι προς μελέτη. Οι ετυμολογίες μας ωθούν προς έναν άχρηστο εξωτισμό. Για παράδειγμα, τι κερδίζει ο Γάλλος όταν μαθαίνει ότι η λέξη γκρεβ (ακτή) συνάπτεται με τις απεργίες των εργατών που γίνονταν στις ακτές του Σηκουάνα και έτσι ταυτίζεται με την απεργία; Ότι ο ανταγωνιστής (ριβάλ) κατάγεται από τον ποταμό (ριβ) και τους παρόχθιους καβγάδες; Απάντηση δεν υπάρχει. Απλώς -όπως σε κάθε μάθηση- απαντάμε με χιούμορ (η αρχική σημασία της λέξης δήλωνε το φλέγμα, τη χολή, τη μέλαινα χολή και το αίμα - τα υγρά δηλαδή που καθόριζαν την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου). Πάνω απ' όλα η υγεία.

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: Γ. Μπαμπινιώτης: Ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Ιστορία των λέξεων, με σχόλια και ένθετους πίνακες, Κέντρο Λεξικολογίας.