Δεν υπάρχει πρωθυπουργός στην ιστορία της χώρας που παρά το ανύπαρκτο έργο του να υποστηρίχθηκε τόσο πολύ από μέσα ενημέρωσης, που ιστορικά ήταν προσκείμενα στην αντιπολίτευση. Πολύ ισχυρότεροι πρωθυπουργοί είχαν δεχθεί σκληρότατη κριτική, ακόμη και από δικούς τους ανθρώπους.

Έχω αρχίσει και τον συμπονώ τον κ. Καραμανλή. Κάθε φορά που εμφανίζεται για να μιλήσει, υπέρβαρος όσο ποτέ και τόσο αποφασιστικός ώστε δεν τον πιστεύει κανείς, μοιάζει κατά βάθος να κοιτάει το ρολόι του, περιμένοντας να τελειώσουν οι παραστάσεις στις 4 Οκτωβρίου για να ξεκουραστεί. Πρόκειται από μια άποψη για σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Σε μια υπανάπτυκτη χώρα ένας μποέμ τύπος που του αρέσουν τα ξενύχτια, οι ταινίες και το κρασάκι με τους φίλους προσλαμβάνεται για να γίνει πρωθυπουργός με κύριο προσόν το όνομά του. Στην αρχή δείχνει να μην τα καταφέρνει, αλλά οι σύμβουλοι πολιτικής επικοινωνίας του φτιάχνουν σταδιακά την εικόνα: του μαθαίνουν να βγάζει λόγους, τον παντρεύουν και του κάνουν παιδιά για να ταιριάξει η εικόνα του με την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια - τις αρχές δηλαδή της παράταξης.

Ο ίδιος μοιάζει να μην πιστεύει σε τίποτα απ’ όλα αυτά: o κ. Καραμανλής δεν είναι ούτε θρήσκος, ούτε υπερπατριώτης, ούτε φανατικός οικογενειάρχης. Τσιμπολογάει κατά καιρούς διάφορα, ακόμη και από την Αριστερά, όπως τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης που τελευταία παράτησε υπέρ μιας σκληρής θατσερικής πολιτικής, επειδή του το συνέστησαν οι επικοινωνιολόγοι. Ο θείος Καραμανλής και ο Σημίτης ήταν υπέρ της Ευρώπης και του εκσυγχρονισμού, ο Ανδρέας Παπανδρέου πίστευε ότι με τις παροχές θα κινούνταν η οικονομία και ο ίδιος θα ήταν αγαπητός στον λαό , στον Μητσοτάκη άρεσε ο νεοφιλελευθερισμός που ήταν της μόδας την εποχή του: στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας δεν υπάρχει άλλη περίπτωση πρωθυπουργού που να μην πίστευε σε τίποτα.

Η αλήθεια είναι ότι στον σημερινό πρωθυπουργό άρχισε να αρέσει ο ρόλος. Μετεξελίχθηκε σταδιακά σε ικανό ρήτορα που μιλούσε με λογικά επιχειρήματα στη Βουλή και κυρίως τα κατάφερνε καλά στη σύγχρονη αρένα, όπου κρίνεται η πολιτική μάχη: την τηλεόραση. Η μέθοδος Καραμανλή άρχισε να μοιάζει με αυτήν του πρώην ηθοποιού και αργότερα Προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν, που σε μια συνεδρίαση είπε νευριασμένος στους συνεργάτες του, οι οποίοι διαφωνούσαν για ένα θέμα εξωτερικής πολιτικής: «Εγώ δεν τα καταλαβαίνω όλα αυτά. Αποφασίστε τη γραμμή και πείτε μου να πάω να την πουλήσω».

Αλλωστε, η πρωθυπουργία αποδείχθηκε για τον κ. Καραμανλή εύκολη υπόθεση. Ο Ρουσόπουλος ανέλαβε τον συντονισμό των υπουργών και την καθημερινή λάντζα μιας κυβέρνησης που, παρ’ ότι δεν έκανε τίποτα, προηγούνταν σταθερά στις δημοσκοπήσεις, εκμεταλλευόμενη την παρατεταμένη κρίση στο ΠΑΣΟΚ και την υποστήριξη των «νταβατζήδων»,ιδιοκτητών των ΜΜΕ. Δεν υπάρχει πρωθυπουργός στην ιστορία της χώρας που παρά το ανύπαρκτο έργο του να υποστηρίχθηκε τόσο πολύ από μέσα ενημέρωσης που ιστορικά ήταν προσκείμενα στην αντιπολίτευση. Πολύ ισχυρότεροι πρωθυπουργοί απο τον σήμερινό, όπως ο Παπανδρέου ή ο Σημίτης αλλά και ο Μητσοτάκης, είχαν δεχθεί σκληρότατη κριτική, ακόμη και απο δικούς τους ανθρώπους. Το σύστημα πήγε να κλονιστεί το καλοκαίρι του 2007, όταν η παροιμοιώδης ανικανότητα της κυβέρνησης έκαψε τη μισή Ελλάδα. Αν και ήξεραν τι είχε συμβεί, οι «νταβατζήδες» απέκρυψαν την αλήθεια από τους ψηφοφόρους. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή: η ΝΔ κέρδισε ξανά τις εκλογές, για να φτάσουμε γρήγορα στην σημερινή πλήρη κατάρρευση.

Από τον Τσιτουρίδη, που απειλεί ότι θα ανοίξει το στόμα του, μέχρι τα στελέχη που φυλλορροούν από το Μέγαρο Μαξίμου, που ερημώνει, όλα μυρίζουν εκλογική συντριβή. Το Σάββατο στη συγκέντρωση για τα στελέχη της αυτοδιοίκησης στο «Ιντερκοντινένταλ» η προσέλευση ήταν τόσο μικρή, ώστε οι οργανωτές χώρισαν εσπευσμένως την αίθουσα του αθηναϊκού ξενοδοχείου με παραβάν για να μη φαίνεται άδεια, ενώ ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να ξεκινήσει με 80 λεπτά καθυστέρηση για να έρθουν οι ΟΝΝΕΔ-ίτες που κλήθηκαν επειγόντως. Δυο μέρες πριν, ο κ. Καραμανλής ιδρωκοπούσε στο Αιγάλεω, σε ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ που επιλέχθηκε για να φαίνεται ότι υπάρχει κόσμος. Καθώς τον έβλεπα να επαναλαμβάνει ότι «θα είναι εδώ» και μετά τις 4 Οκτώβρη, σκεπτόμουν ότι ανεβαίνει κανείς στον Γογλοθά μόνο μια φορά.