Διάβασα τρεις ποιητικές συλλογές που μου άρεσαν πολύ: τα Ποιήματα χωρίς ιδιότητες (εκδ. Άγρα) του Γιώργου Κοροπούλη, για τη μουσικά ευφυή, λοξή ματιά στα πράγματα και την αίσθηση του επείγοντος που αποπνέουν, τα Ρήματα (εκδ. Άγρα) του Παντελή Μπουκάλα, για τη συγκινητική σύνδεση του βιώματος με τον απόηχο της παράδοσης, τις Διακοπές στην πραγματικότητα (εκδ. Πατάκη) του Χάρη Βλαβιανού, για τη στοχαστική διαπραγμάτευση του αισθήματος.

Η πεζογραφία δεν με αποζημίωσε, όπως άλλες χρονιές. Ένα ωραίο βιβλίο ήταν η Μυστική γραφή (εκδ. Καστανιώτη) του Σεμπάστιαν Μπάρι, όπου η ηρωίδα, μια γυναίκα εκατό χρόνων κλεισμένη σε φρενοκομείο, ένα «παρατημένο πράμα» χωρίς συγγενείς ή δεσμούς, επιχειρεί να αφηγηθεί τη ζωή της σε μια λαθραία πράξη μαρτυρίας και ανασύνθεσης της αέναα διαφεύγουσας πραγματικότητας. Είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για τη μνήμη, τη στρέβλωση, την επινόηση και τον εξωραϊσμό του παρελθόντος, που θα το ήθελα, ωστόσο, σε καλύτερη μετάφραση στα ελληνικά.

Με το θέατρο της μνήμης καταπιάνεται και ο Θολός βυθός (εκδ. Άγρα) του Γιάννη Ατζακά, μια συγκλονιστική αφήγηση που μετεωρίζεται ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και τη μυθοπλασία και θέμα τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, τα ιδιότυπα «στρατόπεδα» όπου μεγάλωσαν χιλιάδες απορφανισμένα παιδιά του Εμφυλίου. Δύο φωνές, ενός ώριμου άντρα και ενός άγουρου παιδιού, εμπλέκονται σε παράλληλους μονολόγους και, επιτέλους, ο άντρας αφουγκράζεται το παιδί, καταφέρνοντας έτσι να έρθει αντιμέτωπος με τον πόνο που τον διαμόρφωσε και να αντικρίσει, πέρα από εμμονές, απωθήσεις και φοβίες, το αληθινό του πρόσωπο.

Η Φήμη του Ντάνιελ Κέλμαν (εκδ. Καστανιώτη) είναι ένα ιδιαίτερα έξυπνο, σπονδυλωτό μυθιστόρημα, που καταπιάνεται με τη ρευστή και εναλλάξιμη φύση της ταυτότητας, με τα ασαφή όρια αλήθειας και ψεύδους, με την ανάγκη μας για πολλαπλούς βίους και την αδυναμία μας να τους διαχειριστούμε (και επειδή γκρίνιαξα πριν για μια μετάφραση, ας επαινέσω αυτήν εδώ, που με ενθουσίασε).

Τέλος, δυο βιβλία που διαβάζω αυτόν τον καιρό εναλλάξ (γιατί είμαι πολύ-αναγνώστρια και ποτέ δεν μου φτάνει το ένα βιβλίο). Είναι το αριστουργηματικό Εμβατήριο Ραντέτσκι του μεγάλου Γιόζεφ Ροτ (εκδ. Ροές) - μια ελεγεία για έναν κόσμο που χάνεται, ένα μελαγχολικό ρέκβιεμ στο λυκόφως της Αυστροουγγαρίας, που συλλαμβάνει στο ακέραιο την παρηκμασμένη και γι' αυτό τόσο γοητευτική ατμόσφαιρα μιας εποχής που ψυχορραγεί.

Και, στους αντίποδες (ή μήπως όχι;), διαβάζω το εντελώς σύγχρονο δοκίμιο του Τσβετάν Τοντορόφ Ο φόβος των βαρβάρων (εκδ. Πόλις), που μας θυμίζει ότι αυτός ακριβώς ο φόβος απειλεί να καταστήσει βάρβαρους εμάς τους ίδιους, προκαλώντας μας ένα κακό που ξεπερνάει κατά πολύ το κακό που φοβόμασταν αρχικά. Η βαρβαρότητα, λέει ο στοχαστής, δεν δείχνει τα δόντια της «εκεί έξω», αλλά βρίσκεται πολύ κοντά μας, αν όχι μέσα μας.