Πριν ακόμη χτυπήσει το ξυπνητήρι, η Μαίρη είχε ήδη σηκωθεί από το κρεβάτι της και είχε αρχίσει να κάνει τις ετοιμασίες για το πρόγευμα: τα αυγά έβραζαν, το ψωμί φρυγανίζονταν, ο καφές μοσχομύριζε και το τραπέζι είχε στρωθεί. Όλα ήταν στην εντέλεια και περίμενε τις φίλες της να έρθουν για να την βοηθήσουν στις ετοιμασίες για το γάμο της, που ήταν σε δυο μέρες. Τα κορίτσια είχαν φτάσει φορτωμένες, η μια με τα υλικά από τις μπομπονιέρες και άλλη κρατούσε τα γλυκά που θα υπήρχαν στην είσοδο του πρόναου. Κάθισαν όλες μαζί στο τραπέζι και, καθώς έπιναν καφέ, άρχισαν να κάνουν τις μπομπονιέρες : η μια ξετύλιγε τα φύλλα, η άλλη έβαζε τα κουφέτα και την ευχή και η Μαίρη τις έδενε σε φιόγκο. Έτσι σχεδόν πέρασαν τέσσερις ώρες και τα κορίτσια έφυγαν, υποσχόμενες ότι θα ξαναπερνούσαν την επόμενη μέρα  για την προετοιμασία της νύφης.

Αλλά η Μαίρη ένιωθε   μέσα της ένα κενό, μια αντίδραση που δεν μπορούσε να την εκφράσει. Ήξερε ότι κατά βάθος δεν ήθελε καθόλου αυτό τον γάμο και ένιωθε πολύ μεγάλη καταπίεση από τη μητέρα της. Είχε φτάσει 40 ετών και δεν είχε ακόμη παντρευτεί. Η μητέρα της πάντα την αγριοκοίταζε και της έλεγε συνεχώς, ότι ντρέπεται να κυκλοφορήσει στο χωριό και τα κουτσομπολιά άρχισαν να δίνουν και να παίρνουν : Μήπως είναι στέρφα; Μήπως δεν είναι στα καλά της; Μήπως έχει ψυχολογικά προβλήματα και δεν μπόρεσε τόσα χρόνια να βρει έναν άνδρα; Από όπου και αν περνούσαν, μάνα και κόρη, οι φωνές έπεφταν και ψιθύριζαν, κουρτινάκια τραβιόταν, πρόσωπα ασφάλιζαν. Γιατί και οι δυο ήξεραν πολύ καλά ότι, το να είσαι ανύπαντρη σε μια κλειστή κοινωνία της δεκαετίας του '80, φέρνει τέτοιου είδους αντιδράσεις και ωθεί την οικογένεια σε ένα είδος περιχαράκωσης. Η μάνα της λοιπόν αποφάσισε ότι η κατάσταση δεν πηγαίνει άλλο και πήρε την πρωτοβουλία να της βρει ένα σύζυγο.

Πέρασαν πολλά απογεύματα και πολλές συζητήσεις και συναντήσεις , πολλοί γείτονες γαμπροί, άλλοι προικοθήρες, άλλοι προβληματικοί και άλλοι άξεστοι για να καταλήξουν στον Γιάννη ,πάντα με την συγκατάθεση της μάνας. Ο Γιάννης ήταν ένας συμπαθέστατος πενηντάρης που δεν ακόμη καταφέρει να παντρεύει, βοηθός δικηγόρου στη διπλανή πόλη, με ένα πολύ ωραίο σπίτι και γενικά μια ευκατάστατη ζωή. Η μάνα της τον θεωρούσε ´κελεπούρι ´ και του είπε ότι θα τον παντρευτεί η Μαίρη δίχως άλλο. Όμως η Μαίρη μέσα της ένιωθε ότι δεν ήθελε να γίνει αυτός ο γάμος. Δεν ήθελε να παντρευτεί με κάποιον που δεν τον ξέρει καλά καλά. Και φυσικά δεν ήθελε να το κάνει για να γλιτώσει από τις κακές γλώσσες του χωριού. Η μάνα της όμως, άγρυπνος φρουρός, προσπαθούσε να την πείσει πρώτα με το καλό και ύστερα με το κακό: "Θα τον πάρεις, θες δεν θες. Δεν θα με κάνεις να ντρέπομαι να κυκλοφορώ στο χωριό."

Έτσι λοιπόν, άρχισε η μάνα να κάνει τις ετοιμασίες για τον γάμο. Της πήρε το καλύτερο νυφικό, είχε καλέσει σχεδόν όλους από το χωριό, είχε αρχίσει να κάνει ετοιμασίες : πίτες, μπεζέδες και τα συναφή.

Την επόμενη μέρα, ήταν ο γάμος. Από το πρωί είχε φτάσει όλο το σόι και άρχισαν να παίζουν τα όργανα για την προετοιμασία της νύφης. Έφτασαν και οι φίλες της από το πρωί και την βοηθούσαν στα μαλλιά της, στο νυφικό, και στην συνολική ετοιμασία. Μόλις ετοιμάστηκε η νύφη, βγήκε από το σπίτι και με την συνοδεία οργάνων έφτασε στην εκκλησία. Εκεί τους περίμεναν ο γαμπρός και το σόι του. Αφού ο αδερφός την παρέδωσε, κατευθύνθηκαν στο εσωτερικό για να τελεστεί το μυστήριο.

Καθόλη τη διάρκεια του μυστηρίου και γενικά της μέρας, η Μαίρη είχε βαριά διάθεση, μια αμηχανία και ένιωθε πως αυτή που παντρευόταν δεν ήταν η ίδια, ότι ήταν κάποια άλλη. Η Μαίρη είχε χάσει εντελώς τον εαυτό της και ένιωθε φόβο για όσα θα επακολουθούσαν. Αλλά μέσα της γνώριζε ότι αυτό δεν θα κρατούσε για πολύ.

Στη συνέχεια, πήγαν όλοι μαζί σε ένα εξαίσιο κτήμα, όπου η μητέρα της φυσικά είχε αποφασίσει να γίνει η δεξίωση. Το κτήμα, δίπλα στη θάλασσα, γεμάτο με τραπέζια με λογιών λογιών παραδοσιακές γεύσεις , λουλούδια στο ενδιάμεσο, κεριά και κουφέτα σε όλες τις γωνιές. Στη μέση υπήρχε το τραπέζι των νεόνυμφων και ακριβώς μπροστά τους, σε ένα υψωμένο επίπεδο, ήταν η σκηνή :μια πρόχειρη ξύλινη κατασκευή που θα εξυπηρετούσε στο στήσιμο των οργάνων και στο χορό των καλεσμένων.

Οι καλεσμένοι ήρθαν πολύ πιο νωρίς από το ζευγάρι. Αφού τακτοποιήθηκαν, σερβιρίστηκε το πρώτο πιάτο, μια παραδοσιακή πίτα φτιαγμένη από σπιτικό φύλλο με γέμιση από σπανάκι και τυρί, συνοδευόμενη από μια σαλάτα ρωσική ( μιας και οι γαμπρός είχε ζήσει πολλά χρόνια στη Ρωσία). Λίγο πριν σερβιριστεί το κυρίως γεύμα, το ζευγάρι έφτασε και έκανε είσοδο με ένα παραδοσιακό τραγούδι. Μόλις τελείωσαν τον πρώτο γύρο, η Μαίρη έκανε ένα βήμα πίσω και έβγαλε ένα μαχαίρι που είχε κρύψει κάτω από τη φόδρα του νυφικού.

Ο κόσμος σοκαρίστηκε, το ίδιο η μάνα και ο γαμπρός. Η Μαίρη κάρφωσε το μαχαίρι στο σώμα της και αμέσως έγειρε προς τα κάτω γεμάτη αίματα. Το υπέροχο, μεσαιωνικό νυφικό της μάνας της είχε ματώσει και από ένα κατάλευκο άσπρο μετατράπηκε σε ένα ζοφερό κόκκινο. Τότε ξέσπασε μια καταρρακτώδης βροχή. Γρήγορα, οι καλεσμένοι έφυγαν, ταραγμένοι από το τραγικό γεγονός. Τα κουτσομπολιά άρχισαν να παίρνουν φωτιά.

Η μάνα της ξέσπασε σε λυγμούς και ο γιος της την πήρε έξω από το σκηνή. Ο γαμπρός ήταν γεμάτος δάκρυα, τρομερά λυπημένος και σοκαρισμένος. Το τραγικό αυτό συμβάν είχε συγκλονίσει όλη την τοπική κοινωνία, ακόμη και τα περίχωρα. Η μάνα και ο αδερφός της έκλεισαν πόρτες και παράθυρα, κλειδώθηκαν μέσα και από τότε δεν τους ξαναείδε ποτέ κάνεις. Φήμες έλεγαν ότι θανατώθηκαν και οι δυο με ποντικοφάρμακο μη μπορώντας να κατανοήσουν αυτό το γεγονός. Ωστόσο τίποτα δεν είναι σίγουρο.

Ο γαμπρός, έπειτα από ένα μήνα άδειας, επέστρεψε και πάλι στο γραφείο του ερχόμενος αντιμέτωπος με ένα καταιγισμό ερωτήσεων για τη Μαίρη. Δεν έκανε ούτε ένα νεύμα για να τους απαντήσει. Λίγες μέρες αργότερα, έχει δώσει ο ίδιος στον τύπο ένα ποίημα που είχε γράψει για το γάμο του :



"Το τοπίο έγινε θολό

Η βροχή ξεκίνησε ξανά

Αλλά ο κόσμος πια έχει φύγει

Δεν έκατσε άλλο



Η μουσική σταμάτησε παντοτινά

Οι καρέκλες μου ήταν υγρές

Και το γρασίδι ήταν χιλιοπατημένο

Από πόδια βιαστικά να φύγουν



Η σκηνή είχε λερωθεί

Και μύριζε λίγο παράξενα

Τα ποτήρια της σαμπάνιας

Βαμμένα κόκκινα



Τα αίματα είχαν ξεχειλίσει μέχρι τα πρώτα τραπέζια

Και τα διακοσμητικά λουλούδια είχαν βρομίσει

Το όπλο ήταν πιο εκεί

Και το νυφικό είχε ματώσει



Και κάπου εκεί κείτονταν νεκρή

Η κοπέλα που μέχρι πριν δέκα λεπτά ήταν νιόπαντρη

Αλλά δίχως να θέλει να το ζει αυτό

Έδωσε τέλος στη ζωή της την μέρα αυτή."


Στη συνέχεια παραιτήθηκε από τη δουλειά του, έκοψε ενα εισιτήριο για να πάει στο ξάδερφο του στην Ολλανδία και δεν τον ξαναείδε ποτέ κάνεις.