The port

The port Facebook Twitter
0

Πέρασα όμορφα παιδικά χρόνια. Μουδιασμένα πρωινά με γλώσσα-γλώσσα-μαθηματικά, ηλιόλουστα μεσημέρια με μονόζυγο και αγώνες, κι ύστερα να συγκρίνουμε τα σκασίματα στα χέρια μας και τα γδαρσίματα στα πόδια. Στο σχολείο μου κάναμε θέατρο και χορό και μουσική. Τα καλοκαίρια κάναμε γιορτές με γυμναστικές επιδείξεις και έναν Ιούνιο ανεβάσαμε την Λυσιστράτη στο υπαίθριο θεατράκι μας. Όχι, δεν είχαμε μεγάλο προαύλιο, αλλά είχαμε ένα λοφάκι με δέντρα και μεγάλη φαντασία. Δεν φορούσαμε επώνυμα παπούτσια- για την ακρίβεια αγνοούσαμε την ύπαρξη τους, ούτε ίντερνετ είχαμε, όμως το κυλικείο μας είχε κουλούρι με τυρί και παραβγαίναμε στα διαλείμματα ποιος θα το προλάβει. Τα απογεύματα κάναμε ποδήλατο και παίζαμε το μάγειρα στις αλάνες ώσπου να βραδιάσει. Πέρασα ανέμελα παιδικά χρόνια, και τα βλέπω να ζωντανεύουν μπροστά μου κάθε φορά που βρίσκομαι σε αυτό το μέρος.


Ο άνθρωπος δεν πρέπει να ζει τη ζωή του σε καταφύγια. Πρέπει όμως να μπορεί να βρίσκει καταφύγιο στον εαυτό του όταν το χρειάζεται. Όταν σε κουράζει η φασαρία, όταν σε προβληματίζει ο κόσμος που παλεύει για το τίποτα τη στιγμή που αδιαφορεί για τα πάντα, όταν σε ταρακουνά κάποια αλήθεια ή ένα ψέμα που πολιορκεί τις αλήθειες σου, τότε υπάρχει αυτό το μέρος. Κάπου εκεί υπάρχει αυτό το μέρος. Κι εγώ σ'αυτή τη γωνιά της Αττικής βρίσκω τη λύση, την ισορροπία, το καταφύγιο στον εαυτό μου.


Αυτός ο τόπος είναι νοσταλγία και προσμονή, είναι ανάμνηση και ελπίδα
Αυτός ο τόπος είναι αυγουστιάτικο μεσημέρι, ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα, σκιερό δειλινό.
Αυτός ο τόπος έχει θάλασσα και καΐκια και γλάρους. Εδώ, που έχει οξυγόνο να αναπνεύσεις, τα σύννεφα δεν κρατάνε πολύ.


Αγαπώ αυτόν τον τόπο στις μοναξιές του. Πάντα αναρωτιόμουν πως ένα πορτρέτο τόσο γαλήνιο, ένας ουρανός τόσο καθαρός, μπορεί να υποφέρει τόση βρωμιά. Πάντα αναρωτιόμουν πως οι άνθρωποι έγιναν κάποτε τόσο επιδέξιοι στο να λερώνουν καθετί γνήσιο και όμορφο. Πως γίνεται, όχι μοναχά να μην αισθάνονται την αρμονία που εγώ αναγνωρίζω σε αυτό το τοπίο, αλλά να διαταράσσουν, να ενοχλούν και την δική μου.

Αγαπώ αυτό τον τόπο χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση, χωρίς την ανοησία, τη σπατάλη και τη μόλυνση που του επιβάλλει. Δίχως τη επαρχιακή κουτοπονηριά, τα συμφέροντα, τις μικρο-συντεχνίες. Χωρίς τα πισώπλατα, τις διπροσωπίες , τους δήθεν πολιτικάντηδες. Αγαπώ αυτόν τον τόπο όταν γίνεται φιλοξενία, αλληλεγγύη και σεβασμός και όχι εμπόδιο σε αυτούς που τα επιδιώκουν.

Αγαπώ τούτο τον τόπο, όπου δεν θα θελα να ζω. Διότι φοβάμαι πως θα ζούσα με τον κίνδυνο να γίνω μέρος μια νοοτροπίας που δεν μπορώ να ανεχτώ. Φοβάμαι πως τότε δεν θα εισέπραττα αυτό που σήμερα μπορώ και αισθάνομαι: ένα παγκάκι, μια κούπα ζεστό καφέ και αέρα στα μαλλιά μου.


Αυτός ο τόπος, στριμωγμένος σε μια γωνιά της Αττικής, είναι στενός, είναι λίγος.
Μια βραδιά είπα πως δεν με χωράει. Μα σαν ανέβηκα στον Άγιο Αντρέα, λουσμένος στα πορτοκαλιά φώτα των νυχτερινών προβολέων, έμοιαζε απέραντος.
Αυτός ο τόπος είναι καλοκαίρι, είναι θρόισμα και παφλασμός.
Αυτός ο τόπος, ο μικρός, ο λίγος, ο απέραντος.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ