Με ένα σακίδιο και ένα παγούρι χλιαρό νερο, εξουθεωμένος από τα συνεχή μου γυρίσματα. Απογοητευμένος από την ομοιότητα των οάσεων που συνάντησα, ταραγμένος από την αδιαφορία της δίψας μου προς αυτές. Δεν ξέρω αν αγάπησα την έρημο, ή την προσδοκία του τέλους της. Σίγουρα όμως μίσησα τη ματαιότητα και τη παραπλάνηση της κάθε πυκνής και βλαστώδους στάσης της.


Όμορφοι κήποι, τρεχούμενα νερά και ίσως λιγότερος ήλιος. Ελάχιστοι άνθρωποι όμως ακουμπισμένοι μέσα τους.


Θα άφηνα κάπου το σακίδιο, θα κοντοστεκόμουν και ίσως για λίγο θα ερωτευόμουν την αλλαγή παραστάσεων, την νίκη του πράσινου επί της όχρας και της δροσιάς στον καύσωνα.

 

Έμοιαζε χαωτική και ασυνήθιστη. Γυρω της είχε τείχη θεώρατα και επιβλητικά. Όμως αν κοίταζες χαμηλά, αν έβλεπες και οχι απλά κοιτούσες, τότε θα βλεπες τις βάσεις τους. Ασταθείς, φθαρτές και τρεμάμενες. Αναρωτιόμουν πως στηρίζονται αυτά τα τείχη σε ρίζες σαν κι' αυτές.


Όμως σύντομα θα επέστρεφα στην άμμο και στον καυτό της ήλιο, και στιγμή δεν θα αναλογιζόμουν την όαση που άφησα πίσω μου. Ίσως ούτε τη θυμόμουν. Εξάλλου, ούτε το παγούρι μου δεν γέμισα με το παγωμένο νερό της, κι' ας έμενε χλιαρό.

 

Έφτασα όμως λίγο καιρό πριν σε μια πόλη. Κυκλωμένη από ομίχλη, στην μέση του πουθενά. Τυλιγμένη από αμμο και ελάχιστα φωτισμένη από τον ήλιο. Ιδέα δεν έχω αν την βρήκα εγώ η εκείνη υψώθηκε μπροστά μου.


Έμοιαζε χαωτική και ασυνήθιστη. Γυρω της είχε τείχη θεώρατα και επιβλητικά. Όμως αν κοίταζες χαμηλά, αν έβλεπες και οχι απλά κοιτούσες, τότε θα βλεπες τις βάσεις τους. Ασταθείς, φθαρτές και τρεμάμενες. Αναρωτιόμουν πως στηρίζονται αυτά τα τείχη σε ρίζες σαν κι' αυτές.


Ήταν πολύ εύκολο να βρεθώ ανάμεσα στα σπίτια της. Ξεβαμμένοι τοίχοι, εγκαταλειλημένες αυλές και κλειστές πόρτες. Θα άκουγες ίσως κάποιο γάβγισμα, μακρινές φωνές μη αναγνωρίσιμες. Περιπλανιόμουν στους δρόμους της που ήταν γεμάτοι καπηλιά χαμηλοχτισμένα και γκρίζα. Καπηλιά με άφθονο κρασί, δυνατή μουσική, και αδύναμα φώτα. Το κρασί το λαχταρούσα, τη μουσική τη λάτρευα. Καμία όμως συνοδεία από ανθρώπους. Σηκωνόσουν μόνος να γεμίσεις το ποτήρι σου για βράδια ατέλειωτα. Σαν το κρασί. Ποτέ δεν είδα κανέναν. Σε όποιο καπηλιό κι' αν πήγα, σε όποιο ταβερνάκι. Μόνο φωτογραφίες. Αμέτρητες φωτογραφίες. Ασπρόμαυρες και μή. Γεμάτες ανθρώπους ντυμένους με χαμόγελα. Όσο μεγαλύτερα τα χαμόγελα, τόσο βαρύτερη κορνίζα για τον ευαίσθητο πέτρινο τοίχο.

 

Στιγμή δεν κουράστηκα να την εξερευνώ. Ήταν θλιβερή και σκοτεινή όμως πανέμορφη. Πραγματικά πανέμορφη και μυστηριώδης, έμοιαζε να ασφυκτιούσε από μυστικά και εξομολογήσεις. Η ομορφιά της πήγαζε από την μοναξιά των δρόμων της και από την ησυχία των πάρκων της. Ξεχυνόταν από κάθε έρημο παγκάκι και έμοιαζε να θέλει να ξεπηδήσει από όλα τα κλειδωμένα παράθυρα. Ηξερε πως με είχε γοητεύσει και κάθε της στροφή μου έδειχνε μία καινούρια γειτονιά της. Πάντοτε όμως φρόντιζε να μου δείξει πως θα είναι για μένα πόλη ξένη. Πως το παρελθόν της είναι άγραφο και το μέλλον της ανύπαρκτο. Πως δεν θέλει κατοίκους στις πλατείες της. Μόνο επισκέπτες, δυστυχείς η ερωτευμένους, που κάθε κτίριο τους φώναζε ''πάρτε το παρόν και φύγετε, αρκεί να είστε μόνοι".

 

Πέρασε φθινόπωρο και μέρος του χειμώνα. Στιγμή δεν έφυγα από την πόλη, και στιγμή δεν κοιμήθηκα. Δεν είχε μέρος άλλωστε. Γύριζα κάθε μέρα περιπλανόμενος και γεμάτος περιέργεια. Πλέον όμως έμαθα και απολάμβανα τις γειτονιές που ξαναπήγα, και το κρασί που είχα ξαναπιεί, ίσως και λίγες μόνο μέρες πριν ή ώρες. Και αυτό το κρασί είχε την πιο γλυκιά γεύση και ήταν το πιο μεθυστικό. Απροσδόκητο, όμως άρχισα να ακούω περισσότερες φωνές. Άρχισα να αναρωτιέμαι αν όντως είμαι μόνος μου στο χάος της η τελικά υπάρχουν κι άλλοι. Γρήγορα κατάλαβα πως οχι, ήμουν μόνος μου, με μόνη συντροφιά την πόλη. Αυτή άρχισε δειλά δειλά να ακούγεται και θαραλαία να μου χαρίζει πιο συντροφικά σκοτάδια. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει όμως πολλά πάρκα πλέον είχαν πράσινο. Κάποια σπίτια ίσως να είχαν φώτα. Ενώ ελάχιστες φορές έπιασα τον εαυτό μου να διακρίνει ανοιχτές πόρτες. Πολύ μακρινές, όμως ορκιζόμουν πως ήταν ανοιχτές.


Κάποιο βράδυ κουρασμένος και γεμάτος ερωτηματικά και φόβο για οτιδήποτε μπορούσε να με αγγίξει, βρήκα καταφύγιο στο ομορφότερο καπηλιό που μέχρι τότε είχα δει. Κατέβηκα στον κάτω όροφο λαχταρόντας κρασί. Προσδοκώντας ένα ακόμα μεθυσμένο, γοητευτικό και νοσταλγικό βράδυ. Άδραξα τον μικρό υπόγειο χώρο του καπηλίου και προς έκπληξή μου ούτε μία φωτογραφία. Το φως ήταν περισσότερο, σίγουρα. Και η μουσική καθόλου δυνατή. Ίσα ίσα που την άκουγες, και έμοιαζε να ντύνει τις μικρές γωνιές του χώρου. Διάλεξα το μικρότερο τραπέζι, όπως πάντα σε μία από τις γωνίες. Χάθηκα στις σκέψεις μου, ίδιες όπως πάντα. Σκεφτόμουν την πόλη αυτή. Την πιο παράξενη από όλες. Φαντασιωνόμουν κάθε κρυφή της πιθανή πτυχή και σχεδίαζα διαδρομές περίπλοκες. Πόσο διψούσα για κρασί, πόσο κουρασμένος ήμουν όμως να σηκωθώ να γεμίσω το ποτήρι μου. Μήπως όμως είχα ξαναέρθει σε αυτό το καπηλιο;


Τότε άκουσα βήματα από το βάθος και μία γυναίκα με πλησίασε αργά και χωρίς να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Ήρθε δίπλα μου και μου γέμισε το ποτήρι μέχρι που ξεχείλισε. Καθώς το έπινα, τη ρώτησα ποια είναι και πόσο καιρό είναι εδώ. Δεν είχα δει το πρόσωπό της. Δεν με κοίταξε στιγμή, και έφυγε χωρίς απόκριση. Ερωτευμένος όσο ποτέ άδειασα γρήγορα το ποτήρι μου. Τότε έκλεισα τα μάτια, εξουθεωμένος και ασταθής και την άκουσα να ζυγώνει ξανά όπως μάντεψα. Δεν μου ξαναγέμισε το ποτήρι. Μου είπε όμως πως έμοιαζα ράκος και πολύ μόνος.


— Αν θες, μπορείς να κοιμηθείς εδώ.
— Να κοιμηθώ;
— Ναι, έχει επάνω ένα δωμάτιο


Είδε πως την κοίταξα, είδε την ανέλπιστη χαρά στο βλέμμα μου. Ίσως είδε πολλά περισσότερα, ίσως με θυμήθηκε, ή απλά θυμήθηκε πως είναι να τα χαμόγελα.


Ανέβηκα, και όντως υπήρχε ένα δωμάτιο. Μικρό αλλά ζεστό. Με ένα τζάκι, ένα χαλί και ένα κρεβάτι. Κοίταξα πίσω μου και δεν είδα την κοπέλα. Μόνο από το παράθυρο χάζεψα την πόλη μου. Δεν την είχα ξαναπεί πόλη μου, ήταν όμως. Δεν μου το αρνήθηκε ποτέ. Έμεινα να την θαυμάζω, και από το ύψος του δωματίου είδα αμέτρητα αναμμένα φώτα. Δεν σταμάτησα να την κοιτάζω, ως το πρωί, που για πρώτη φορά θα ορκιζόμουν πως είδα λίγο ήλιο, πίσω από τα γκρίζα τείχη της. Είτε υπήρχε πάντα εκεί, είτε αυτά χαμήλωσαν, έστω λίγο. Κοίταξα το κρεβάτι μου με ακόρεστη επιθυμία να τυλιχτώ στα σεντόνια του, και έτσι αποφάσισα να αφήσω το παράθυρο από την αγκαλιά μου για λίγες ώρες, δεν θυμάμαι άλλωστε από πότε είχα να κοιμηθώ.


Για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, και πολύ δρόμο, έβγαλα το σακίδιο από την πλάτη μου και το άφησα στο πάτωμα. Κοιμήθηκα αποφασιμένος να μείνω στην πόλη αυτή, όσο απρόσιτη και άν ήταν. Να μείνω, για λίγο ή για πολύ ή για όσο τουλάχιστον με κρατήσει ευτυχισμένα εγκλωβισμένο μέσα της, όσο μου επιτρέπει να αποφεύγω την έρημο.