Ένα κασκόλ που άφησε κάποιος στο σινεμά. Αρχικά το προσωπικό το μάζεψε στο κουτί με τα απολεσθέντα. Που και που κάποιος ερχόταν, το κουτί κατέβαινε από το ράφι και κάποιος κοίταγε μέσα. Κάθε φορά που γινόταν αυτό, το κασκόλ χαιρόταν, αισθανόταν τη καρδία του να χτυπάει δυνατά καθώς περίμενε τον ιδιοκτήτη του να το αναζητήσει, να το πάρει μαζί του.


Όμως αυτό δεν γίνεται και μετά από κάποιο διάστημα το κασκόλ καταλήγει στο κουτί με τα αζήτητα.


Ένα κουτί με αντικείμενα που έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ξεχάστηκαν και βρίσκεται σε ένα ράφι σκονισμένο και αραχνιασμένο. Περνάει ένα μεγάλο διάστημα στο σκοτάδι αναρωτώμενο τι φταίει και δε το έψαξε κανείς. Στο σκοτάδι και τη μοναξιά λοιπόν έχει χρόνο να σκεφτεί και βρίσκει τρεις λύσεις.


Πρώτη να αποδεχτεί τη μοίρα του, να μείνει εκεί κλεισμένο με τα υπόλοιπα αντικείμενα και να περιμένει να έρθει η ώρα να το πετάξουν στα σκουπίδια.


Δεύτερη να βγει από το κουτί, να συρθεί στο κουτί με τα απολεσθέντα και να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε κάποιον να έρθει κ να το πάρει.


Τρίτη και πιο δύσκολο να βγει από το κουτί και να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Να συρθεί έξω, έξω από το κουτί, έξω από τον κινηματογράφο και να βγει, να κυκλοφορήσει ελεύθερο.


Ο καιρός περνάει και αποφασίζουν να μείνουν μαζί, περνάνε περισσότερες ώρες μαζί και το κασκόλ μας είναι απόλυτα ευτυχισμένο και το σκουφάκι το ίδιο, ή τουλάχιστον έτσι δείχνει.


Επιλέγει λοιπόν το τρίτο, το πιο δύσκολο, αισθάνεται φόβο και τρόμο για το τι θα αντιμετωπίσει τον έξω κόσμο.
Αν βρει κάποιον και το απορρίψει; Το ξαναξεχάσει κάπου και το αφήσει μόνο του;


Αλλά πλέον έχει αποφασίσει να πάρει τη ζωή στα χέρια του όσο τρομακτικό και δύσκολο να είναι.


Παρατηρεί γύρω του τα υπόλοιπα κασκόλ, το πώς συμπεριφέρονται, πως έχουν αλλάξει την εμφάνισή τους και αποφασίζει να τα ακολουθήσει. Αλλάζει τα χρώματά του και χτενίζει τα κρόσσια του. Μπαλώνει τις τρύπες του και με καινούργια αυτοπεποίθηση βγαίνει στον κόσμο ξανά και ψάχνει.


Ψάχνει τον άλλο του μισό. Συχνάζει στα μοδάτα μέρη που βρίσκονται όλα τα ρούχα της ηλικίας του. Σκουφάκια, γάντια, πουκάμισα, πουλόβερ. Δε του αρέσει όμως εκεί, θα ήθελε να είναι σπίτι αγκαλιά με το σκουφάκι του και να διαβάζει ένα βιβλίο αλλά ξέρει ότι μόνο αν κοινωνικοποιηθεί, άμα αρχίσει να συχνάζει σε αυτά τα μέρη και προσποιηθεί ότι είναι κάποιος άλλος μπορεί να συναντήσει το σκουφάκι, να το αγαπήσει και να αγαπηθεί.


Πράγματι λοιπόν έτσι γίνεται, γνωρίζει το σκουφάκι του, αρχίζουν και βγαίνουν και ερωτεύονται, περνάνε καλά, πηγαίνουν σε αυτά τα μέρη που «πρέπει» για να είναι ευτυχισμένα.


Ο καιρός περνάει και αποφασίζουν να μείνουν μαζί, περνάνε περισσότερες ώρες μαζί και το κασκόλ μας είναι απόλυτα ευτυχισμένο και το σκουφάκι το ίδιο, ή τουλάχιστον έτσι δείχνει.


Σιγά σιγά τα ωραία του χρώματα ξεβάφουν, τα κρόσσια μπλέκονται και οι τρύπες ξανανοίγουν. Αρχίζει κ γίνεται ο παλιός του εαυτός, ο κανονικός του εαυτός και όχι αυτό το ψέμα που είχε γίνει.


Και το σκουφάκι όμως αλλάζει, Η πολύχρωμη φούντα του μικραίνει και γίνεται μονόχρωμη, το ωραίο πλέξιμό του αρχίζει και φθείρεται και επιστρέφει και αυτό στην κανονική του μορφή, μια μορφή που το κασκόλ δεν είχε δει ποτέ.


Βλέποντάς την, βλέποντας ότι δεν είναι τόσο τέλειο, βλέποντας ότι έχει κ αυτό ελάττωμά όπως το ίδιο, το κασκόλ χαίρεται. Γιατί έτσι μπορούν να είναι και οι δυο ο κανονικός τους εαυτός.


Το σκουφάκι μας όμως τα βλέπει όλα ανάποδα, βλέπει ότι το τέλειο κασκόλ που γνώρισε έχει γίνει ένα απλό, καθημερινό, βαρετό κασκόλ και ότι επηρεάζεται και το ίδιο. Έχει χάσει το χρώμα του, τη ζωηράδα του ακόμη και η όμορφη φούντα του για την οποία ήταν τόσο περήφανο έχει αλλάξει και δεν του αρέσει αυτό που βλέπει στον καθρέπτη.


Αποφασίζει να αφήσει το κασκόλ λοιπόν, να ξαναβαφτεί, να φτιάξει τη φούντα και τις ραφές του και να βγει να αναζητήσει κάποιο άλλο ρούχο. Ίσως αυτή τη φορά ένα ζευγάρι γάντια ή ένα κυριλέ πουκάμισο.


Το κασκόλ λοιπόν βρίσκεται για ακόμη μια φορά μόνο του, και πονάει, δεν μπορεί και κυρίως δε θέλει να ξαναγίνει το ψέμα που ήταν, θέλει να το αποδεχτούν για αυτό που είναι αλλιώς είναι απλό...


Θα ξαναγυρίσει στο κουτί με τα αζήτητα.